Κείμενο: Δήμητρα Κοκκώνη

 

«Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία με τις πολυπλοκότητες, τις αγωνίες και τις ελπίδες της, αναζητά την φωνή της στο σανίδι.»: Μια φράση με την οποία ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος, θεατρικός παραγωγός της «Λυκόφως», προλόγισε την εκδήλωση της 26ης Μαΐου στο Θέατρο Τέχνης.

13 έργα – αποσπάσματα έργων – νέων Ελλήνων/-ίδων θεατρικών συγγραφέων στη Φρυνίχου. 13 νέοι και νέες συγγραφείς είχαν την ευκαιρία να κάνουν pitching τα έργα τους την πρώτη μέρα, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Διασύνδεση Θεατρικών Δημιουργών». Και αυτή η προσπάθεια θα διαρκέσει συνολικά τρεις μέρες, με 35 συνολικά έργα πάνω στην σκηνή και τα υπόλοιπα από τα 131 υποβληθέντα να βρίσκονται έντυπα στον χώρο του θεάτρου, για τυχόν ενδιαφερόμενους/-ες.

Η νέα πρωτοβουλία «Διασύνδεση Θεατρικών Δημιουργών» του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, σε συνεργασία με το ελculture, αποτελεί έναν χώρο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, έναν χώρο συνεργασίας μεταξύ θεατρικών συγγραφέων, θεατρολόγων, δραματουργών, σκηνοθετών/-ριων, ηθοποιών και παραγωγών.

 

 

Ομιλία, συζήτηση και οδηγίες προς «ναυτιλλομένους»

Έχοντας βρεθεί, λοιπόν, σε εκείνη την πρώτη ημέρα παρουσιάσεων και συζήτησης, μπορούμε και πρέπει να μιλήσουμε για τη νεοελληνική δραματουργία. Η εκδήλωση ξεκίνησε με μια ομιλία – συζήτηση για την «Νέα ελληνική δραματουργία και θεατρική παραγωγή» με τον Γιώργο Λυκιαρδόπουλο.

Αναφέρθηκε στην εμπειρία που έχουν οι εργαζόμενοι στον χώρο του θεάτρου σήμερα και στα εντεινόμενα προβλήματα. Με μια νότα αισιοδοξίας, ωστόσο, σημείωσε πως βλέπει άνθηση στο θέατρο μετά την πανδημία και γενικότερα τα τελευταία χρόνια, τονίζοντας πως παρά τις αντιξοότητες, το έδαφος είναι εύφορο. Μια σκέψη του ίδιου, μια ευχή ίσως για το νεοελληνικό θέατρο ήταν: «Η νέα δραματουργία καλύτερα να αφουγκραστεί τους κραδασμούς της εποχής μας, να θέσει ερωτήματα, να προκαλέσει τον διάλογο και να φωτίσει αθέατες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης.»

 

 

Ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος έδωσε ελπίδα και μερικές συμβουλές προς τους νέους – στο επάγγελμα και όχι κατ’ ανάγκη στη ζωή – συγγραφείς, κάτι σαν οδηγίες προς «ναυτιλλομένους». Τους προέτρεψε να γράφουν ελληνικά, να αντλούν έμπνευση από τη δική μας παράδοση και δραματουργία, τις δικές μας και τις δικές τους εμπειρίες, και να έχουν θάρρος, πείσμα και ανθεκτικότητα. Επεσήμανε την αξία της συνεργασίας και το πόσο στα αλήθεια είναι σημαντική η δικτύωση και η δημιουργία ομάδων και σχέσεων με ανθρώπους του θεάτρου, κάτι που επανήλθε στη συζήτηση πολλές, πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Και, τέλος, η αναζήτηση: η θέαση θεατρικών παραστάσεων – όσων περισσότερων γίνεται, η παρακολούθηση εργαστηρίων και πρωτοβουλιών όπως και αυτή, αλλά και η εύρεση νέων δρόμων παραγωγής, όταν η πεπατημένη φαίνεται να μην είναι προσβάσιμη.

 

 

Πώς μοιάζει η νέα ελληνική δραματουργία;

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα ποτ-πουρί από 13 αποσπάσματα έργων της νεοελληνικής δραματουργίας, τα οποία επιλέχθηκαν με γνώμονα όχι την ιεράρχηση και την κριτική, αλλά την εκπροσώπηση όσο το δυνατόν περισσότερων καλλιτεχνικών τάσεων, φορμών, κατευθύνσεων, ρευμάτων, χρωμάτων κ.λπ.

Και θέλω να σταθώ στη θεματολογία τους. Στην ευρύτερη συζήτηση αναφέρθηκε πως η γενική θεματολογία του θεάτρου παραμένει ίδια ανά τους αιώνες: έρωτας, θάνατος, εξουσία, και το «παιχνίδι» είναι στις λέξεις και στον τρόπο παρουσίασης. Σε αυτή την αίθουσα όμως, εγώ αισθάνθηκα ότι περισσότερα έργα – αναλογικά και σε σχέση με ότι γραφόταν παλαιότερα – μιλούσαν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, για το μέλλον, ή για μια δυστοπία – που μπορεί αυτά τα δύο να είναι ένα.

 

 

Στη σκηνή εμφανίστηκαν, μεταξύ άλλων, ένα εστιατόριο που σε ταξιδεύει στο τέλος της ανθρωπότητας, σαν μια διαδραστική εμπειρία που προσφέρεται σε εκατομμυριούχους, και δεν φαίνεται να τους αγχώνει. Ένα τελευταίας τεχνολογίας ανθρωποειδές ως σύντροφος ενός κανονικού, σημερινού ανθρώπου, ο οποίος προτιμάει οποιαδήποτε μορφή σχέσης δεν απαιτεί προσπάθεια και θυσίες. Μια οικογένεια εν μέσω πανδημίας, ένα έργο που εκτός από την δυστοπία του κορωνοϊού αναφερόταν και στην εξαφάνιση ειδών, ανθρώπων και λαών στη σημερινή εποχή. Και, τέλος, μια γυναίκα τόσο θυμωμένη από την ατέρμονη καταπάτηση των δικαιωμάτων της που η μόνη «λύση» που έβλεπε πια ήταν η δολοφονία τυχαίων αντρών, γιατί «μόνο όσοι φταίνε παθαίνουν κακό, νομίζεις;».

Έπιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου να σκέφτεται πως οι σημερινοί συγγραφείς έχουν λίγο διαφορετικές προτεραιότητες, αντιμετωπίζουν λίγο διαφορετικά προβλήματα και φόβους και αυτά εκφράζουν μέσα από τα έργα τους. Και αυτό είναι και ο λόγος που έχουμε ανάγκη τη συγγραφή και παραγωγή νέων έργων, όσο σημαντικά και πολυπαιγμένα και αγαπημένα και αν είναι τα κλασικά. «Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία με τις πολυπλοκότητες, τις αγωνίες και τις ελπίδες της, αναζητά την φωνή της στο σανίδι.», για να γυρίσω στην φράση με την οποία ξεκίνησα.

 

 

Στο δεύτερο μέρος της εκδήλωσης ακολούθησε ανοιχτή συζήτηση με το κοινό και επιλεγμένους/-ες θεατρικούς/-ες συγγραφείς, δραματολόγους και σκηνοθέτες/-ριες. Με αφετηρία την φράση «Να βρούμε τις λέξεις (και τους τρόπους) που θα μας σώσουν», δανεισμένη από τον Γιάννη Ρίτσο, οι καλεσμένοι/-ες μοιράστηκαν προσωπικές ιστορίες, προβληματισμούς και σκέψεις για την τύχη του επαγγέλματος, αλλά και πρότειναν λύσεις για μια καλύτερη πορεία.

 

 

Ο θεατρικός λόγος είναι Τέχνη, και μάλιστα διακριτή

Πολλοί από τους καλεσμένους μίλησαν για την αξία του θεατρικού λόγου και για την δύναμή του. Άλλωστε, τι είναι το θέατρο χωρίς τον λόγο, πώς μπορεί να περαστεί το μήνυμα με καλύτερο τρόπο, πώς θα νιώσουν οι θεατές όσα νιώθει ο/η δημιουργός; Η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, θεατρολόγος, δραματουργός και μεταφράστρια, ανέφερε πως λέει πάντα την ίδια φράση στους μαθητές της: «Οι λέξεις δεν σας συγκινούν; Αν δεν σας συγκινούν, τότε πώς θα συγκινήσετε με τις λέξεις;».

Ο Γιάννης Μαυριτσάκης, συγγραφέας – όχι μόνο θεατρικός, επεσήμανε πως στο θέατρο «Χρειάζεται να ακουστεί ένας δομημένος λόγος, που να ενσωματώνει τη δραστικότητα της θεατρικής πράξης αλλά και να είναι φορέας πρωτότυπων νοημάτων […]». Και ανέφερε, ακόμα, πως «Αυτό που έχει αξία στην τέχνη είναι η ιδιοτροπία και το θάρρος της έκθεσης της, όχι με το θάρρος της αυτάρεσκης αυτοαναφορικότητας αλλά ως πράξη προσωπικής καταγραφής του κόσμου».

 

 

Στεκόμενη όχι απλώς στις λέξεις, αλλά χαρακτηρίζοντας τον θεατρικό λόγο ως «διακριτή Τέχνη», η Έρι Κύργια, επίσης θεατρολόγος, δραματουργός και μεταφράστρια, εξέφρασε την διαφορά του θεάτρου από την πεζογραφία και τα υπόλοιπα ήδη της Γραμματείας: ο θεατρικός λόγος δεν είναι απλώς διάλογος, δεν περιορίζεται στην πλοκή του έργου, αλλά «πρέπει να υπάρχει αυτή η ιδιαίτερη θεατρική ατμόσφαιρα».

 

 

Θέματα προς λύση

Κατά τις εισηγήσεις των καλεσμένων αναφέρθηκαν και διάφορες προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν οι συγγραφείς – είτε νέοι είτε καταξιωμένοι – τα καθημερινά ζητήματα του κλάδου δηλαδή και τα κακώς κείμενα του θεάτρου. Η συζήτηση κινήθηκε κυρίως γύρω από την ανάγκη και τις δυσκολίες συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων και λοιπών αρμοδιοτήτων σε μια θεατρική παραγωγή, το πόσο εφήμερα είναι τα νεοελληνικά έργα και τη συχνή απόρριψη της επαγγελματικής ιδιότητας του θεατρικού συγγραφέα.

Φαίνεται πως το νεοελληνικό έργο δεν έχει την ίδια αίγλη που έχουν όσα γράφτηκαν νωρίτερα, ή όσα γράφτηκαν έξω και μεταφράστηκαν, και αυτό αφήνει τους θεατρικούς συγγραφείς να νιώθουν συχνά κουρασμένοι, καμιά φορά αόρατοι. Οι εισηγητές της συζήτησης, όπως η Έρι Κύργια, αναφέρθηκαν τόσο στην αξία της παραγωγής ποιοτικού νεοελληνικού θεατρικού έργου, αλλά και στο τι γίνεται μετά: δεν υπάρχει συνέχεια σε αυτά τα έργα, δεν υπάρχει πρόβλεψη και φροντίδα ώστε να διατηρηθούν και να συνεχιστούν. Η Ελένη Κουτσιλαίου, θεατρολόγος και κριτικός θεάτρου στο ελculture, το έθεσε πολύ κομψά: «Ό,τι γράφεται, περνά με ταχύτητα φωτός στη χώρα του παρωχημένου».

 

 

Βέβαια, η συζήτηση δεν μπορεί να σταματήσει εκεί, και δεν σταμάτησε εκεί. Χρειάζεται να καταλάβουμε τί ευθύνεται για την παροδικότητα των σύγχρονων έργων. Τα έργα γράφονται πρόχειρα, ή αντιμετωπίζονται ως πρόχειρα; Υπάρχει μια γενικότερη τάση στο σήμερα, όλα να γίνονται βιαστικά και επιπόλαια. Κανείς δεν έχει χρόνο. Μιλάμε για τη βιομηχανία του θεάτρου, και μια βιομηχανία πρέπει να είναι παραγωγική, δεν πρέπει όμως κατ’ ανάγκη να είναι ποιοτική. Όλα γύρω μας φτιάχνονται για να ζήσουν λίγο – λιγότερο από ότι παλιά – και αυτό συμπαρασύρει και την Τέχνη. Η οποία Τέχνη όμως, ακόμα και αν δεν είναι πρόχειρη και επιπόλαια, συχνά αντιμετωπίζεται ως τέτοια, άρα γυρνάμε στο σημείο μηδέν: τα έργα σήμερα είναι εφήμερα.

Ακούστηκαν, ακόμα, οι προβληματισμοί, οι ερωτήσεις και οι σχολιασμοί του κοινού, το οποίο θεωρώ πως έδειχνε υπέρμετρο ενδιαφέρον για όσα συνέβαιναν στην αίθουσα. Συγγραφείς που πέτυχαν να ανέβουν τα έργα τους, συγγραφείς που δεν το έχουν πετύχει ακόμα, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη του Θεάτρου, συμμετείχαν σε μια συζήτηση για τα κακώς κείμενα αυτού. Συζητήθηκε, μεταξύ θεατών και εισηγητών, η ανάγκη μιας οργανωμένης και μαζικής προσπάθειας. Αναγνωρίζοντας την αξία της εν λόγω πρωτοβουλίας, και με την ευχή να πετύχει, να συνεχιστεί και να εδραιωθεί, θεωρήθηκε κρίσιμη η ύπαρξη της κατάλληλης υποστήριξης και οργάνωσης – ή έστω συνεργασίας – από ανώτερους φορείς, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μια αποτελεσματική προσπάθεια στήριξης της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας.

 

 

Προτάσεις, προτροπές και σχόλια

Προς όσους ήρθαν πρόσφατα στον χώρο του θεάτρου και στο επάγγελμα του θεατρικού συγγραφέα, ακούστηκαν χρήσιμες προτάσεις, προτροπές και σχόλια, που μπορούν τόσο να βελτιώσουν τη γραφή αλλά και την εμπειρία του επαγγέλματος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, η συζήτηση επανερχόταν στις συνεργασίες που απαιτεί ο χώρος. Ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος που, προλογίζοντας την εκδήλωση, αναφέρθηκε στην αξία της δικτύωσης και των ομάδων συνεργασίας. Ο Γιάννης Καλαβριανός, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, που μοιράστηκε τις δυσκολίες του να αναλαμβάνει τους δύο ρόλους το ίδιο άτομο. Η Έρι Κύργια, που αναφέρθηκε στη σημασία της προσθήκης ενός δραματουργού στην ομάδα, κάτι που ενίοτε στο εξωτερικό είναι ακόμα και υποχρεωτικό, και όμως εδώ συχνά περνιέται για ήσσονος σημασίας ζήτημα. Και άλλοι ακόμα εισηγητές, αλλά και θεατές – μερικοί εκ των οποίων είχαν χρόνια τριβή με τον χώρο – συζήτησαν και συμφώνησαν πως οι ομάδες συνεργασίας είναι ο αποδοτικότερος τρόπος παραγωγής ενός θεατρικού έργου.

Ο θεατρικός συγγραφέας και Πρόεδρος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, Παναγιώτης Μέντης, μιλώντας για τα κακώς κείμενα του χώρου, προέτρεψε τους νέους συγγραφείς να υπερασπίζονται την επαγγελματικότητά τους, γιατί η αλήθεια είναι ότι κάποιος άλλος δεν θα το κάνει. Και είναι σημαντικό αυτό, γιατί αν δεν αντιμετωπίζονται σαν επαγγελματίες, δεν μπορούν πραγματικά να είναι, δεν μπορούν να παράγουν το έργο που θα παρήγαν αλλιώς και αυτό έχει επιπτώσεις στο νεοελληνικό θεατρικό έργο συνολικά. «Αν δεν ζήσουμε από τη δουλειά μας, δε θα μπορέσουμε να αφοσιωθούμε σε αυτήν, δε θα μπορέσουμε να παράγουμε κάτι καινούργιο.»

Η Μαριάννα Κάλμπαρη, σκηνοθέτις, ηθοποιός, συγγραφέας, δραματουργός και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, πρότεινε τα residencies ως δυνατή λύση για κάποια από τα θέματα του κλάδου, ενώ η Έρι Κύργια προσέθεσε ότι αυτό πρέπει να γίνει επιπλέον με συνεργασίες με το εξωτερικό, με ξένους στην Ελλάδα και Έλληνες έξω για λόγους δικτύωσης και εξωστρέφειας. Επιπλέον, συζητήθηκε ως λύση για την παροδικότητα των θεατρικών έργων, η μεταφόρτωσή τους σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες και βιβλιοθήκες, ώστε να μην παύουν να υπάρχουν με την λήξη της παράστασης, και ακόμα χειρότερα να μην ξεκινάνε να υπάρχουν αν το έργο δεν ανέβει. Με την παρουσία τους στο διαδίκτυο είναι εύκολο να διαμοιραστούν, αλλά και όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί να τα αναζητήσει.

 

 

Η πιο κρίσιμη συμβουλή, παρ’ όλα αυτά, ίσως να είναι η λιγότερο σύνθετη, η περισσότερο αυτονόητη: να βλέπετε θέατρο! Αυτή η φράση ακούστηκε επανειλημμένα, από τον πρόλογο έως τον επίλογο της χθεσινής εκδήλωσης, και σίγουρα δεν αφορά μόνο τους συγγραφείς αλλά όσους και όσες επιθυμούν να εργαστούν στον χώρο του θεάτρου με οποιαδήποτε ιδιότητα. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για κάποιον να καταλάβει, να νιώσει τι θα πει θεατρική γραφή, θεατρική ατμόσφαιρα, θέατρο, και αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα. Εγώ, λοιπόν, προτρέπω και τον υπόλοιπο κόσμο: να βλέπετε Θέατρο.

 

 

Info


«Διασύνδεση Θεατρικών Δημιουργών»: Η νέα πρωτοβουλία του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν σε συνεργασία με το ελculture στη Φρυνίχου