Cow | Deer (Αγελάδα/Ελάφι) είναι ο τίτλος ενός υβριδικού παραστασιακού πειράματος που διαμορφώθηκε από την καλλιτεχνική σύμπραξη της σκηνοθέτιδας Katie Mitchell, της συγγραφέως Nina Segal και της καλλιτέχνιδας ήχου Melanie Wilson. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο φημισμένο Royal Court Theatre στις 4 Σεπτεμβρίου 2025. Και αποτελεί συμπαραγωγή με το Εθνικό μας Θέατρο. Η ίδια η Katie Mitchell πρότεινε για τη σκηνοθεσία της ελληνικής εκδοχής που παίζεται αυτή τη στιγμή στο Εθνικό Θέατρο και συγκεκριμένα στη Νέα Σκηνή-Νίκος Κούρκουλος την Ειρήνη Φαναριώτη.
Η υπόθεση αφορά μία ημέρα από τη ζωή μιας νεαρής ελαφίνας που μόλις έχει απογαλακτιστεί από τη μητέρα της και περιπλανιέται ελεύθερη για να βρει τροφή, και μιας ετοιμόγεννης αγελάδας που ζει έγκλειστη σε μια φάρμα. Τόπος η βρετανική εξοχή και χρόνος μια -ακραίας ζέστης (για τα βρετανικά δεδομένα)- καλοκαιρινή ημέρα.

Ιδεολογικό πλέγμα
«Το Cow | Deer είναι ένα πείραμα επαναπροσανατολισμού»: Θα σημειώσουν στο κείμενο του προγράμματος που συνυπογράφουν οι τρεις συνδημιουργοί μαζί με την Ειρήνη Φαναριώτη. Κι επισημαίνουν: «Στον πυρήνα του, το Cow | Deer ξεπερνά τις ανθρώπινες αφηγήσεις γύρω από την κλιματική κρίση και στρέφει την προσοχή στο ίδιο το περιβάλλον: ζώα, έντομα και στοιχεία της φύσης δεν αποτελούν πια το σκηνικό της ζωής μας, αλλά ισότιμους συμμέτοχους ενός εύθραυστου οικοσυστήματος. Η παράσταση μας καλεί να αναθεωρήσουμε τη θέση μας στον κόσμο – όχι ως κυρίαρχοι, αλλά ως συνοδοιπόροι που συνυπάρχουμε με σεβασμό και φροντίδα».
Οι δημιουργοί θέλοντας να συνδέσουν το ιδεολογικό πλέγμα με την καλλιτεχνική δημιουργία θα προσθέσουν: «Το Cow | Deer έρχεται να χτίσει πάνω σε αυτό το κοινό σώμα δουλειάς, επεκτείνοντάς το προς μια θεματική που συνδέει το “Foley” με την οικολογία και τη θεατρική πράξη. Δεν πρόκειται όμως απλώς για μια ηχητική εμπειρία· είναι ένας τρόπος να ακούμε διαφορετικά. Να αφουγκραζόμαστε τον κόσμο, όχι μόνο μέσα από το ανθρώπινο αυτί, αλλά και μέσα από τα αυτιά των ζώων. Το “Foley” και οι ηχογραφήσεις πεδίου μάς προσκαλούν να πλησιάσουμε αυτή την ακρόαση, να αναρωτηθούμε τι δεν ακούμε αλλά και πώς μπορούμε να ξανασυνδεθούμε, μέσα από τον ήχο, με τον πέρα από τον ανθρώπινο κόσμο. Το Cow | Deer είναι μια καλλιτεχνική κραυγή για το περιβάλλον. Κάθε ήχος– μια ανάσα, ένα αυτοκίνητο, το γάβγισμα ενός σκύλου ή το κελάηδισμα ενός πουλιού – γίνεται υπενθύμιση ότι η επιβίωση είναι κοινή ευθύνη όλων των ειδών και όχι αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπου».

Ο ήχος θα αποτελέσει το βασικό καλλιτεχνικό εργαλείο του αφηγηματικού ιστού του πειραματικού παραστασιακού εγχειρήματος. Ωστόσο το όλο εγχείρημα είναι δομικά, αισθητικά, ιδεολογικά και παραστατικά άνισο, παρά τις ευγενείς προθέσεις. Έχει στιγμές βαθύτατης συγκίνησης και άλλες τρομερής ασάφειας και αναποτελεσματικότητας. Αποδεικνύεται δε, εγκλωβισμένο στον ανθρωποκεντρισμό που τόσο αποστρέφεται.
Ο τρόπος αποτύπωσης της ζωής των δύο ζώων είναι ατελής και κάποιες φορές απλοϊκός. Η όλη αφήγηση τα εγκλωβίζει ως θύματα και μόνο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στερώντας στους θεατές εν μέσω διδακτισμού όλη τη βαθιά ποίηση που μπορεί να παράξει το ηχητικό σύμπαν και όλο το συγκινητικό μαγνητισμό και τη γαλήνη που πηγάζει από τη φύση και που ο άνθρωπος έχει σχεδόν ολοκληρωτικά απολέσει. Καταργεί αυτό που -παρά τις ευγενείς προθέσεις του- ιδεολογικά πρεσβεύει και που αποτελεί ένα από τα μείζονα προβλήματα των τρομερών καιρών μας: το ότι ο άνθρωπος θεωρεί εαυτόν αφέντη και ιδιοκτήτη του οικοσυστήματος και όχι εναρμονισμένο μέλος του. Γεγονός που συνιστά αφανισμό του φυσικού περιβάλλοντος και ταυτόχρονα σχεδόν ακρωτηριασμό συναισθηματικών απολήξεων για το ανθρώπινο ον.
Παραστασιακά αδυνατεί να περιορίσει το περιττό και ακόμα βρίσκεται σε μια πρωτογενή, πειραματική διαδικασία κατά την οποία δυσκολεύεται να εγγράψει με ευθυβολία τόσο τις θεματικές του, όσο και τις τεχνικές με τις οποίες το αποδίδει. Αυτό δεν αναιρεί την αξία της πειραματικής διαδικασίας, η οποία στην εξέλιξή της υπόσχεται μια διάνοιξη των παραστασιακών μορφών και τεχνικών. Και επίσης καθόλου δεν θαμπώνει τις στιγμές που κατορθώνει να παράξει βαθιές συγκινησιακές δονήσεις.

Η Ειρήνη Φαναριώτη επέλεξε στην ελληνική εκδοχή να υπάρχουν υπέρτιτλοι. Στοιχείο της παράστασης που εξέλειπε ολοκληρωτικά από τη βρετανική αντίστοιχη. Η απόφαση αυτή από τη μία πλευρά επιλύει πρακτικά ζητήματα κατανόησης από την άλλη αναιρεί τη σχέση πομπού και δέκτη που έπρεπε να καθορίζεται από τον ήχο. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί ότι υπάρχει πλήρες γραμμένο κείμενο που αποτυπώνει λεκτικά όλη την ιστορία που μας διηγείται ο ήχος. Θα ήταν χρήσιμο αλλά και ουσιαστικό, νομίζω, να είναι έντυπα διαθέσιμο. Γιατί η πληθώρα των ηχητικών πληροφοριών δεν είναι δυνατόν να απορροφήσει από τον σύγχρονο άνθρωπο που ο καταιγισμός των εικόνων του έχει στερήσει τη δυνατότητα αποκρυπτογράφησης του κόσμου μέσω των ήχων.
Ενδιαφέρον και διαφωτιστικό για τις παραστασιακές προθέσεις είναι το ουσιαστικό και συγκινητικό πρόγραμμα που την ύλη του έχει επιμεληθεί η Εύα Σαραγά.

Υπόκωφη φεμινιστική κραυγή
Ένα από τα πιο εύστοχα και συγκινητικά στοιχεία αυτού του υβριδικού παραστασιακού πειράματος είναι η υποδόρια αναφορά στο γυναικείο ζήτημα. Και τα δύο ζώα είναι θηλυκά. Και τα δύο υφίστανται έναν αφανισμό. Είναι θύματα της παντελούς έλλειψης ηθικής του καιρού μας. Η αγελάδα, ενώ μόλις έχει γεννήσει της αποσπούν βίαια το μοσχαράκι της. Ο θρήνος της σπαρακτικός και μία από τις πιο ουσιαστικές στιγμές της παράστασης. Οι σύγχρονοι όροι ζωής που αποσκοπούν μόνο στο κέρδος αφαιρούν από τη σύγχρονη γυναίκα τη δυνατότητα να είναι κοντά στο μωρό της, αφού στις περισσότερες εργασίες μπορεί να απολυθεί αν δεν επιστρέψει στην εργασία της, στον χρόνο που της επιβάλλεται αφήνοντας το μωρό της. Συχνότατο να βρίσκονται σε ψυγεία εργασιακών χώρων μπουκαλάκια με γάλα που έχει αποσπάσει η μητέρα από τον μαστό της με θήλαστρο, που αντικαθιστά την πράξη του θηλασμού, επειδή βρίσκεται για ώρες μακριά από το μωρό της. Είναι δυνατόν το χρονικό διάστημα της απόλυτης συνύπαρξης μητέρας-νεογνού να την αποφασίζουν οι εταιρίες ανάλογα με το κερδοσκοπικό εργασιακό τους πλάνο και όχι οι ανάγκες των δύο πλασμάτων;
Η μικρή ελαφίνα από την άλλη διαγράφει μια πορεία τρόμου καθώς όλη η περιπλάνησή της καθορίζεται από την εναγώνια προσπάθεια να αποφύγει τους θανάσιμους κινδύνους από τους οποίους τελικά δεν γλυτώνει. Ο ήχος από τους σπασμούς του σώματός της καθώς αργοπεθαίνει βασανιστικά ίσως η σπαρακτικότερη της παράστασης. Η περιπλάνησή της θυμίζει κατά πολύ την ανασφάλεια με την οποία κινούμαστε οι γυναίκες στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις για να αποφύγουμε ζοφερές καταστάσεις που συχνά μας στοιχίζουν την αξιοπρέπεια, την υπόσταση, ακόμα και τη ζωή.

Ο παραγκωνισμός της ακοής στον σύγχρονο κόσμο
Ο άνθρωπος παλιότερων πολιτισμικών στοιβάδων είχε οξυμμένη την αίσθηση της ακοής που τον προστάτευε από πλείστους κινδύνους. Μια αίσθηση που έχει συνθλιβεί από την παντοδυναμία της εικόνας. Και που η παράσταση αυτή μας ξαναθυμίζει την αξία και τη σημασία της, και μας αποκαλύπτει και τη δική μας ανεπάρκεια να παρακολουθήσουμε ένα ηχητικό γεγονός. Δεν είναι τυχαίο που κλείνοντας τα μάτια μας αποκαλύπτεται ένας άλλος παραστασιακός κόσμος.
Έχει τεράστιο ενδιαφέρον η κριτική πάνω στο υβριδικό παραστασιακό εγχείρημα του ακτιβιστή, ανεξάρτητου δημοσιογράφου συγγραφέα και κριτικού θεάτρου Liam O’Dell που είναι κωφός και ανάπηρος και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Θα γράψει για την παράσταση: «Εστιάζοντας αποκλειστικά στην ακρόαση, υπάρχει η δυνατότητα να έχετε μια σχεδόν στοχαστική, σαν έκσταση αλληλεπίδραση με το έργο – ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι αγνοείτε όλα όσα έχει να προσφέρει η παραγωγή σε οπτικό επίπεδο. Αν παρακολουθείτε τους ήχους να δημιουργούνται μπροστά σας, τότε πολλοί από αυτούς δεν σας δίνουν καμία ένδειξη για το τι υποτίθεται ότι σημαίνουν.
Από την άλλη πλευρά, δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω σχεδόν όλους τους ήχους που παράγονται. Για παράδειγμα, εκτός από την εμπειρία διαλογισμού που επισημάνθηκε προηγουμένως, το ηχοτοπίο της ηχητικής καλλιτέχνιδας Melanie Wilson είναι απίστευτα καθηλωτικό, δημιουργώντας μια συναρπαστική αίσθηση ατμόσφαιρας και απόστασης που δεν μπορείς πραγματικά να εκτιμήσεις χωρίς να έχεις τα μάτια σου κλειστά. Ήταν εξαιρετικό που άνοιξα τα μάτια μου και διαπίστωσα ότι οι ήχοι που προέρχονταν από τη μία κατεύθυνση παράγονταν από ένα εντελώς διαφορετικό σημείο στη σκηνή, και σε ορισμένα σημεία, αναδύονταν επίσης έντονες μυρωδιές (όπως η μυρωδιά του γρασιδιού)».
Το τεράστιο ενδιαφέρον αυτής της κριτικής έγκειται στη βαθιά ευαισθησία, το ανοιχτό πεδίο, την ακρίβεια και την καθαρότητα της πρόσληψης από τον Liam. Δυνατότητα που του προσφέρει η όξυνση των άλλων αισθήσεων καθώς και η ενσυναισθητική του αντίληψη για τη ζωή. Ιδιότητες που ο μέσος θεατής έχει προ πολλού απολέσει.

Τεχνική “Foley”
Το υβριδικό παραστασιακό εγχείρημα βασίζεται στην τεχνική Foley, που είναι ελάχιστα διαδεδομένη στην Ελλάδα. Η τεχνική Foley έχει τις ρίζες της στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Χρησίμευσε αρχικά σαν προσθήκη ήχων σε ζωντανές μεταδόσεις ραδιοφωνικού θεάτρου. Οι κακής ποιότητας ηχογραφήσεις της εποχής δεν είχαν ηχητική ακρίβεια και ευελιξία και αδυνατούσαν να αναπαράγουν με πιστότητα τα απαραίτητα ηχητικά εφέ. Αυτή η ηχητική ανεπάρκεια δημιούργησε τους καλλιτέχνες ηχητικών εφέ (foley artists) που έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν κάθε μορφής ήχο στην αρχή για ζωντανές ραδιοφωνικές παραστάσεις και έπειτα για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές ακόμα και για videogames.
Οι Foley artists δημιουργούν και εκτελούν καθημερινά ηχητικά εφέ, όπως βήματα, θρόισμα ρούχων ή σπάσιμο γυαλιού κατορθώνοντας να συγχρονίσουν τους παραγόμενους ήχους με την εικόνα όταν η ηχογράφηση δεν είναι αληθοφανής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι οι ίδιοι καταφέρνουν με καθημερινά αντικείμενα να παράξουν μοναδικό ηχητικό αποτέλεσμα από καθημερινούς ήχους από το περιβάλλον μας με ευτελή καθημερινά αντικείμενα π.χ. χρησιμοποιούν κέλυφος καρύδας για να αναπαραστήσουν ήχο από οπλές αλόγου εξασφαλίζοντας απρόσκοπτη ηχητική εμβύθιση για το κοινό.
Στην υψηλή της μορφή η τεχνική Foley ενισχύει την αίσθηση πραγματικότητας και είναι τόσο αθόρυβα ενσωματωμένη στο τελικό καλλιτεχνικό προϊόν που περνάει απαρατήρητη από τους αποδέκτες. Αν και η γενική ατμόσφαιρα αποδίδεται σαφώς από τον ήχο, οι λεπτομέρειες του φυσικού τοπίου δεν μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν με σαφήνεια από την ηχητική παρτιτούρα. Οι σύμβουλοι Foley & συν-δημιουργοί της Παρτιτούρας Foley: Ruth Sullivan, Tom Espiner συνυφαίνουν μια άνιση ηχητικά παρτιτούρα. Με στιγμές συγκινησιακά ευθύβολες και άλλες ασαφείς και θολές.

Οι συντελεστές:
Πιστεύω ότι τα σκηνικά με τα δεμάτια σανού αποδυναμώνουν την εικόνα. Τα βρήκα απλοϊκά και ανώφελα περιγραφικά. Τα κοστούμια ουδέτερα, όχι εμπνευσμένα αλλά συμβατά με το πνεύμα της παράστασης.
Οι ερμηνείες:
Και οι τέσσερεις ερμηνευτές είναι συγκινητικοί ως προς τη συγκέντρωση, την αλληλεπίδραση και το συγκινησιακό φορτίο που φέρουν επί σκηνής. Το μέγεθός του δεν ακουμπά τους θεατές σε όλο το εύρος της παράστασης. Είναι ωστόσο αξιέπαινοι και θαυμαστοί. Αξίζει να θυμόμαστε τα ονόματά τους: Αλέξανδρος Ζοτάι, Χρήστος Θάνος, Κορίνα Κόκκαλη, Ιωάννα Τουμπακάρη.

…Συνοψίζοντας
Ένας υβριδικός παραστασιακός πειραματισμός με άνισα αποτελέσματα, που όμως ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για ένα μείζον ηθικό θέμα της εποχής μας: την καταχρηστική επιβολή του ανθρώπου πάνω στο φυσικό περιβάλλον θεωρώντας εαυτόν αφέντη και ιδιοκτήτη του οικοσυστήματος και όχι εναρμονισμένο μέλος του.
Η απόπειρα μιας νέας καλλιτεχνικής ηθικής έχει ενδιαφέρον και είναι όχι μόνο ουσιαστική αλλά και αναγκαία. Δοκιμάζεται, επίσης, μια νέα πολλά υποσχόμενη παραστασιακή γλώσσα -άτεχνη προς το παρόν – αλλά ελπιδοφόρα για το μέλλον.

