«Είχαμε την αποστολή να βασανίζουμε αιώνια ο ένας τον άλλον»
Ο χώρος της πρόβας μοιάζει λιτός, γυμνός από περιττά σκηνικά στοιχεία, αλλά φορτισμένος από τη δυναμική των ηθοποιών. Ο Γιάννης Χουβαρδάς επιβλέπει με προσοχή, παρατηρώντας κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε αναπνοή των πρωταγωνιστών. Ο Χορός του Θανάτου του August Strindberg δεν είναι απλώς ένα έργο για την αποσύνθεση ενός γάμου, αλλά μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής όταν έρχεται αντιμέτωπη με τη φθορά και το ανεκπλήρωτο. Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης επιστρέφει σε μία από τις αγαπημένες θεματικές, της υπαρξιακής αγωνίας των ανθρώπινων σχέσεων. Λίγο πριν την πρεμιέρα βρίσκομαι στη σκοτεινή σκηνή στο Υποσκήνιο Β’ του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών σε μια από τις τελευταίες πρόβες τους.
Καθώς η πρόβα εξελίσσεται, το ζευγάρι της σκηνής, μοιάζει παγιδευμένο σε έναν αέναο κύκλο μομφών, πικρίας και ειρωνείας. Ο Έντγκαρ και η Άλις είναι ένα ζευγάρι παγιδευμένο σε έναν ατελείωτο χορό μίσους, εξάρτησης και εξουσίας. Ο γάμος τους δεν βασίζεται στην αγάπη, αλλά σε μια νοσηρή συνύπαρξη, όπου και οι δύο προσπαθούν να κυριαρχήσουν, να ταπεινώσουν και να φθείρουν ο ένας τον άλλον. Ζουν απομονωμένοι. Η σχέση τους είναι ένας φαύλος κύκλος όπου η βία, η χειραγώγηση και η εξάρτηση εναλλάσσονται, μετατρέποντας τη συμβίωσή τους σε μια ατελείωτη σύγκρουση χωρίς νικητή.


Ο Έντγκαρ και η Άλις του Γιάννη Χουβαρδά είναι δύο χλωμές φιγούρες. Δύο ερωτευμένα βαμπίρ, που κυριολεκτικά ρουφάνε ο ένας το αίμα του άλλου. Εύρημα σκηνοθετικό που ενισχύει την ιδέα της αιώνιας παγίδευσής τους σε έναν φαύλο κύκλο μίσους και πάθους. Δύο φιγούρες καταδικασμένες να καταστρέφουν και να ανασυνθέτουν τον εαυτό τους ξανά και ξανά, παραδομένες σε ένα διαρκές Totentanz—έναν «χορό του θανάτου» δίχως φυγή. Η Έλενα Τοπαλίδου, ο Σίμος Κακάλας και ο Χάρης Φραγκούλης, δεν ερμηνεύουν απλώς – παλεύουν, συγκρούονται, αναμετρώνται με κάθε τους λέξη, με κάθε τους βλέμμα. Οι κινήσεις τους απότομες, γεμάτες ένταση, κρατούν διαρκώς το σώμα τους σε επιφυλακή. Οι ανάσες τους βαραίνουν, η φωνή τους σπάει και ξαναδυναμώνει, δημιουργώντας ένα συνεχές παιχνίδι εξουσίας και ευθραυστότητας.
Απόψε η βραδιά είναι ιδιαίτερη. Το ζευγάρι μας «γιορτάζει» τα 25 χρόνια γάμου, την «αργυρή» τους επέτειο, και όλα είναι «γιορτινά». Τι αλήθεια όμως έχουν να γιορτάσουν; Yπάρχει άραγε κάτι να γιορτάσουν, πέρα από την ίδια τους τη φθορά; Και ξαφνικά εμφανίζεται ένα αληθινά ζωντανό πρόσωπο, ο Κουρτ. Ο Κουρτ είναι η φιγούρα του «εισβολέα» στον κλειστό, αποπνικτικό κόσμο του Έντγκαρ και της Άλις. Ο Κουρτ του Χουβαρδά είναι ένας από τους θεατές:
«Επιλέγουμε ένα θύμα από το κοινό που νιώθουμε ότι μας ταιριάζει. Είναι σαν να μυρίζουμε ανθρώπινο κρέας. Και εκείνος όμως ανταποκρίνεται. Μέσα από τη σχέση που δημιουργείται με τον Κουρτ, η Άλις ξαναβλέπει τον Έντγκαρ, ξαναβλέπει το τέρας της», μοιράζεται η Έλενα Τοπαλίδου. To ζωντανό στοιχείο, η πιθανότητα αλλαγής. Ο Έντγκαρ και η Άλις, σαν αληθινοί βρικόλακες, δεν αντέχουν την ύπαρξη ενός «ζωντανού» κοντά τους χωρίς να προσπαθήσουν να τον απορροφήσουν στη δική τους νοσηρή δυναμική. Ο Κουρτ, με την ελπίδα ότι μπορεί να μείνει αλώβητος, παγιδεύεται σε έναν ρόλο που δεν είχε προβλέψει: του θύματος ή του συνεργού.
Ο Στρίντμπεργκ γράφει για έναν γάμο που έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Μπορούμε να διαβάσουμε το έργο ως μια αλληγορία για κοινωνίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση, εγκλωβισμένες σε φαύλους κύκλους εξουσίας και συγκρούσεων; Eσείς πώς έχετε επιλέξει να το «διαβάσετε» ρωτάω τον Γιάννη Χουβαρδά και μου απαντά:
«Ως θαυμαστής του Ντέιβιντ Λιντς, θα απαντήσω όπως θα μιλούσε εκείνος: ο κάθε θεατής είναι ελεύθερος να διαβάσει το έργο όπως θέλει. Σημασία έχουν οι ιδέες. Και οι εσωτερικές αντιφάσεις. Ίσως το έργο να μιλάει για έναν γάμο, ίσως πάλι όχι. Ίσως στη σκηνή να αποκαλύπτεται ένα πεδίο μάχης, ίσως όμως και να βλέπουμε ένα νυφικό κρεβάτι στη διάρκεια σκληρού σεξ. Ίσως αυτό κυρίως που ενδιαφέρει τον Στρίντμπεργκ είναι το πόσο απάνθρωπη είναι η ζωή. Εγώ μιλάω μέσα από την παράσταση και σταματώ να μιλάω όταν διαισθάνομαι ότι τα λόγια μου προκαταλαμβάνουν την ελευθερία σκέψης και συναισθηματικής πρόσληψης του θεατή.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τα πρόσωπα του έργου (που δεν είναι μόνο δύο αλλά τρία -κι αυτό έχει τη σημασία του) ζουν. Ζουν όμως μια ζωή που την καταλαβαίνουν ως θάνατο. Και προσδοκούν την Ανάσταση. Τι περιέχει όμως αυτή η Ανάσταση και ποιο είναι το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτήν, δεν το ξέρουν. Το μαθαίνουν στο τέλος του έργου, και μαζί τους και ο θεατής. Ίσως».
Στέκομαι απορροφημένη μπροστά στη σκηνή για την τελευταία πράξη που ξεδιπλώνεται σαν ένα τελετουργικό. Η φωνή του Χουβαρδά διαπερνά τη σκοτεινή αίθουσα, σχεδόν ψιθυριστή αλλά με ακρίβεια που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: «Έλενα, χαλαρά, σαν να λες μουσική»—μια οδηγία που δεν αφορά μόνο τον τόνο της φωνής, αλλά ολόκληρη την ύπαρξη της ηθοποιού στη σκηνή. «Θέλω να νιώθετε σαν να είστε στο διάστημα»—μια εικόνα που φέρνει στον νου την απόλυτη απομόνωση, το κενό όπου ο ήχος δεν ταξιδεύει, όπου η κίνηση είναι αργή και αβαρής.



Αν και αρχικά μοιάζει να έχει πάρει τη θέση του παρατηρητή στην πρόβα, αυτή η εντύπωση είναι απατηλή. Η παρουσία του είναι διαρκής και καθοριστική, καθώς παρεμβαίνει με ακρίβεια, διαμορφώνοντας τη σκηνική δράση με τρόπο που φανερώνει βαθιά σκηνοθετική σκέψη και ευαισθησία.
Η παράσταση μοιάζει έτοιμη, οι ρυθμοί έχουν δέσει, οι ηθοποιοί έχουν βρει το βάρος των χαρακτήρων τους, μοιάζουν να έχουν βρει τον ρυθμό τους. Μα η εντύπωση πως όλα έχουν ολοκληρωθεί, όλα λειτουργούν στην εντέλεια είναι εσφαλμένη. Ο Γιάννης Χουβαρδάς με λεπτές κινήσεις κάνει μικρές αλλά χειρουργικές διορθώσεις. Μια φράση πιο αργή, ένα βλέμμα που πρέπει να κρατήσει μισό δευτερόλεπτο παραπάνω, ένα βήμα που πρέπει να ξεκινήσει νωρίτερα. Δεν πρόκειται για απλές διορθώσεις—είναι χειρουργικές επεμβάσεις στη ζωντανή σάρκα της παράστασης, μικρές μετατοπίσεις που αλλάζουν τη δυναμική της σκηνής χωρίς να διαταράσσουν τη συνολική αίσθηση. Δεν υψώνει τη φωνή, δεν επιβάλλεται. Απλώς καθοδηγεί, αποσυναρμολογεί, υπενθυμίζει, εξηγεί, επανασυνθέτει.
«Ο Γιάννης Χουβαρδάς αγαπάει την ακρίβεια, είναι εύστοχος σε κάθε του σχόλιο. Και οι πρόβες με αυτή την ομάδα, σε αυτή την παράσταση με κάνουν να νιώθω πολύ ευτυχισμένη. Αυτή η εξάντληση που νιώθω καθημερινά με τροφοδοτεί με δύναμη. Ο Χάρης (Φραγκούλης) και ο Σίμος (Κακάλας) είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί και συνεργάτες», μοιράζεται η Έλενα Τοπαλίδου μόλις ολοκλήρωσαν την πρόβα τους.

Τα έπιπλα στη σκηνή στημένα σε μια γραμμική συμφωνία λειτουργούν σαν ένας εικαστικός συμβολισμός της επαναληπτικότητας και της στασιμότητας που διέπει τη σχέση του Έντγκαρ και της Άλις. Η ευθυγράμμισή τους, η τάξη που φαίνεται επιβεβλημένη, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός ελεγχόμενου κόσμου, όπου όλα βρίσκονται στη σωστή τους θέση. Όμως, αυτή η απόλυτη γεωμετρία δεν υποδηλώνει ισορροπία—υπονοεί φυλακή. Ένας καλοφτιαγμένος και καλοσυντηρημένος χώρος που τους εγκλωβίζει. Μια σκηνική αντανάκλαση της ζωής αυτών των δύο πλασμάτων, καταδικασμένη στην επανάληψη.
Ένα πεδίο μάχης ή ένα νυφικό κρεβάτι;
Σε πολλά ανεβάσματα του έργου, οι ήρωες παρουσιάζονται σαν δύο θηρία που κατασπαράζουν ο ένας τον άλλο. Εσείς, πώς φαντάζεστε αυτό το «ζευγάρι»; Είναι θύτες και θύματα ή κάτι πιο σύνθετο; Ρωτάω τον Γιάννη Χουβαρδά:
«Το να είναι κανείς θύτης και θύμα ταυτόχρονα δεν είναι ήδη αρκετά σύνθετο; Εννοώ όταν το συλλαμβάνει, όταν το συνειδητοποιεί ότι είναι. Αβυσσαλέο είναι αυτό. Παρ’ όλα αυτά, ναι, εκτός από θύτες και θύματα, είναι και τρομεροί θεατρίνοι. Δεν έχουν να φάνε, να πιούνε, τα παιδιά τους τούς έχουν εγκαταλείψει, η αγάπη μεταξύ τους έχει στερέψει, η κοινωνία τους έχει απομονώσει, ακόμα και το ίδιο το μίσος του ενός για τον άλλον έχει ξεθωριάσει και έχει μετατραπεί σε αυτοσαρκασμό, που ως γνωστόν είναι το τελευταίο σκαλοπάτι πριν τον θάνατο. Και τον κυριολεκτικό, αλλά βασικά τον ηθικό. Οπότε, το μόνο που μένει είναι το παιχνίδι. Ο χορός. Το θέατρο. Το θέατρο με τον θάνατο και για τον θάνατο. Κι αυτό το θέατρο πρέπει να είναι φαντασμαγορικό. Και ευτυχώς γι’ αυτούς και για μας, η ευκαιρία τους δίνεται. Όταν εμφανίζεται το τρίτο πρόσωπο. Και τότε ξαναρχίζουν όλα από την αρχή».
Τι είναι αυτό που τους κρατάει μαζί ενώ την ίδια ώρα τους σκοτώνει; ρωτάω τον Σίμο Κακάλα: «Νομίζω η συνήθεια, ο φόβος μήπως έρθει κάτι χειρότερο. Ωστόσο είναι κάτι που δεν μπορώ να το διανοηθώ, είναι φοβερό να μην μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι μέσα σε μια τέτοια συνθήκη σαπίζει, νιώθει άρρωστος».
Η Έλενα Τοπαλίδου μου αναφέρει σχετικά: «Οι άνθρωποι που τρώνε τα σωθικά τους είναι μια συνθήκη περίεργη. Αυτό το για “πάντα” που έχει η σχέση τους σου δίνει την άδεια του χρόνου να μπορείς να πεις ότι μπορώ να σε λατρέψω και να σε μισήσω. Όταν φύγεις από εκεί και πας κάπου αλλού, δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις, δεν προλαβαίνεις. Από πού να ξεκινήσεις να καταλάβεις το κάθε κύτταρο του άλλου».
Ο Χορός του Θανάτου είναι ένα έργο για τη φθορά, τη σύγκρουση και την παγίδευση μέσα σε σχέσεις και καταστάσεις. ΟΣίμος Κακάλας που υποδύεται τον Έντγκαρ μοιράζεται στο ελc:
«Όταν ολοκληρωθεί η πρόβα έχουμε την ανάγκη για λίγο να σιωπήσουμε στα καμαρίνια. Υπάρχει πολλή ένταση. Μπαίνεις σε μια λειτουργία μακριά από τον εαυτό σου, ποτέ δεν είσαι εσύ, οπότε έχεις ανάγκη να βρεις την ισορροπία με τον εαυτό σου. Και ειδικά με όσα συμβαίνουν σήμερα στην επικαιρότητα, διεθνή και εθνικά νιώθω ότι μπορώ για λίγο να φύγω από όλα αυτά. Άλλωστε η τέχνη ανά καιρούς αναλαμβάνει διάφορους ρόλους και για μένα τουλάχιστον δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Σε βοηθάει να απομακρυνθείς από αυτό το απαράδεκτο πράγμα που λέγεται πραγματικότητα έτοιμο να σε συνθλίψει».
Ο Έντγκαρ είναι ένας σκληρός, αυταρχικός και κυνικός χαρακτήρας, που ενσαρκώνει την αποσύνθεση ενός γάμου βασισμένου στην εξουσία και τη μνησικακία. Ως απόστρατος λοχαγός, έχει συνηθίσει να ελέγχει τους γύρω του. Είναι σαρκαστικός, εγωκεντρικός και γεμάτος περιφρόνηση, τόσο για τη σύζυγό του, Άλις, όσο και για το κοινωνικό περιβάλλον που τον περιβάλλει. Ωστόσο, παρά τη σκληρότητά του, η αίσθηση της παρακμής, η απομόνωσή του και η εύθραυστη υγεία του τον καθιστούν τραγική φιγούρα. Φοβάται τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να τον προκαλεί, όπως και την ίδια τη διάλυση της σχέσης του. Η εξουσία πάνω στην Άλις δεν προέρχεται από δύναμη, αλλά από έναν διαρκή φόβο εγκατάλειψης και ανικανότητας να υπάρξει χωρίς αυτήν.
«Διαγραφή και συνεχίζουμε», δηλώνει ο Έντγκαρ, μια φράση αποκαλυπτική για τη στάση του απέναντι στη ζωή και τη σχέση του με την Άλις. Οι συγκρούσεις μοιάζουν με παιχνίδι όπου μπορεί απλώς να «διαγράψει» ό,τι προηγήθηκε και να συνεχίσει χωρίς συνέπειες. Ο Σίμος Κακάλας αναφέρει:
«Αυτή είναι η φιλοσοφία ζωής του Έντγκαρ, εντελώς αντίθετη με τη δική μου στάση στη ζωή. Μου είναι κάτι εντελώς ξένο σαν ιδιοσυγκρασία. Μου είναι αδιανόητη συμπεριφορά όλων αυτών των ανθρώπων που έχουν ανάγκη να ρουφάνε την ενέργεια των άλλων, να δεσμεύουν τους γύρω τους μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον μόνο και μόνο επειδή νιώθουν οι ίδιοι καλά. Μέσα σε ένα ολοκληρωτικό τέλμα όπως αυτό που βρίσκονται ο Έντγκαρ και η Άλις δεν έχω βρεθεί ποτέ στη ζωή μου. Δύσκολες καταστάσεις όλοι κάποια στιγμή θα βιώσουμε στη ζωή μας αλλά κάτι τόσο καθολικό, είναι τρομακτικό».

Αναρωτιέμαι αν ως δημιουργός αλλά και ως άνθρωπος, ο Γιάννης Χουβαρδάς, έχει νιώσει ποτέ παγιδευμένος σε μια συνθήκη, είτε δημιουργικά είτε προσωπικά; Και τι ήταν αυτό που τελικά τον βοήθησε να βρει διέξοδο – αν βρήκε;
«Όλη η ζωή είναι μια παγίδα. Γεννιόμαστε άθελά μας, παγιδευμένοι μέσα σε μια συνθήκη που δεν επιλέξαμε, απροστάτευτοι, εκτεθειμένοι στα λάθη, την ασφυκτική αγάπη και τα εγκλήματα των γονιών μας. Αργότερα μπαίνουμε παρά τη θέλησή μας σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που μας παγιδεύει στα γρανάζια του ευρύτερου κοινωνικού μηχανισμού. Μετά, κατά κανόνα, τα θύματα, εμείς, γινόμαστε θύτες και διαιωνίζουμε το σύστημα με τα δικά μας παιδιά, ή νομίζουμε ότι μένουμε έξω απ’ αυτό, στην πραγματικότητα νομιμοποιώντας με την άρνησή μας όλες τις φρικαλεότητες.
Και όταν φτάσουμε στο σημείο να αντιληφθούμε τι έχει συμβεί (είτε τον ένα δρόμο έχουμε ακολουθήσει είτε τον άλλο), είναι πολύ αργά. Βρισκόμαστε πια στα δίχτυα της μεγάλης παγίδας, που λέγεται “νομοτελειακό τέλος”. Από το οποίο δεν γλιτώνει κανείς, και η μόνη διέξοδος είναι η συμφιλίωση μαζί του, η αποδοχή και η υποταγή. Όσο για τις μικρές, προσωπικές παγίδες του καθενός (εδώ εντάσσω και την ερώτησή σας), είναι πολύ τετριμμένες και ως εκ τούτου αμελητέες σε σύγκριση με τις μεγάλες παγίδες της ζωής».
Η Άλις, από την άλλη, δεν είναι απλώς το θύμα του Έντγκαρ. Είναι εξίσου σκληρή, ειρωνική και εκδικητική. Έχει μάθει να επιβιώνει μέσα στον γάμο αυτόν ανταποδίδοντας τις προσβολές και τις ειρωνείες, χειραγωγώντας και επιδιώκοντας τη δική της μορφή εξουσίας. Είναι παγιδευμένη, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να αντλεί δύναμη από τη διαρκή αντιπαράθεση.
Μαζί, αποτελούν ένα ζευγάρι που δεν μπορεί να αγαπηθεί, αλλά ούτε και να χωρίσει. Η Έλενα Τοπαλίδου, με την εκφραστικότητα και την κινησιολογική της ακρίβεια, μεταμορφώνει την Άλις σε μια φιγούρα που πάλλεται ανάμεσα στην ειρωνεία, τον ερωτισμό και την καταστροφική ένταση. Η παιχνιδιάρικη διάσταση που προσθέτει στον ρόλο δεν αναιρεί τη σκοτεινότητά του· αντίθετα, την κάνει πιο ύπουλη, πιο επικίνδυνη. Η Άλις της Τοπαλίδου δεν είναι απλώς ένα θύμα ή μια σύζυγος παγιδευμένη σε έναν αδιέξοδο γάμο—είναι μια γυναίκα που διασκεδάζει μέσα στη σύγκρουση, που αντλεί δύναμη από τον ίδιο της τον εγκλωβισμό. Η πλαστικότητα του σώματός της, αποτέλεσμα της χορευτικής της εκπαίδευσης, αν και οργανικό κομμάτι της ερμηνείας της δεν είναι το μόνο που απαιτεί ο ρόλος. Η Έλενα Τοπαλίδου αναφέρει:
«Το σώμα μπορεί να με βοηθήσει αλλά το ζητούμενο εδώ είναι τα λόγια, η αναπνοή. Ο λόγος είναι μεγάλη ιστορία στο θέατρο. Ο ηθοποιός μαθαίνει τα λόγια, αλλά ο ρόλος δεν τα ξέρει. Πρέπει λοιπόν ο ηθοποιός παίζοντας τον ρόλο, να τα ξεχάσει και να τα ξαναγεννήσει ανάλογα με αυτό που θα ακούσει. Ο ηθοποιός κατά κάποιον τρόπο είναι ο διάκονος που κρατάει τον ρόλο από κάτω, τον φροντίζει, είναι ο υπηρέτης του. Είμαι τελείως διοχετευμένη σε αυτό τον ρόλο, νιώθω πάρα πολύ τυχερή».
Βασανισμένες ζωές σε μια διαρκή περιδίνηση
Βασανισμένες ζωές σε μια διαρκή περιδίνηση—αυτή είναι η ουσία του Έντγκαρ και της Άλις, δύο υπάρξεων παγιδευμένων σε έναν κύκλο που δεν έχει αρχή και τέλος. Δεν ζουν πραγματικά, δεν πεθαίνουν ποτέ. «Εδώ είναι το αιώνιο μαρτύριο. Αν δείξουμε υπομονή ίσως όταν έρθει ο θάνατος να αρχίζει η ζωή.» Σε μια ασταμάτητη περιστροφή γύρω από τον εαυτό τους, γύρω από τον πόνο και τη φθορά που συντηρούν σαν τη μόνη τους πραγματικότητα. Ο γάμος τους δεν είναι σχέση, είναι μια αέναη μάχη, μια παρτίδα σκακιού που κανείς δεν μπορεί να εγκαταλείψει.
«Αυτή η περιοδικότητα που υπάρχει στη σχέση τους είναι νομίζω η ουσία του έργου. Μοιάζει διαρκώς με μια ρόδα του λούνα παρκ που διαρκώς σε περιστρέφει, μια τεράστια κίνηση που τελικά σε επαναφέρει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο. Κάπως έτσι μοιάζει η ζωή τους. Αιώνια δεσμά που αυτοί μόνοι τους έχουν φτιάξει», μοιράζεται ο Σίμος Κακάλας. Και η Έλενα Τοπαλίδου συμπληρώνει: «Κάθε στιγμή του έργου έχει την ουσία της. Από την αρχή μέχρι και το τέλος. Και όλα είναι άρρηκτα δεμένα με τον αφανισμό. Ο αφανισμός σε μια σχέση είναι το κέρδος».
Ο Χορός του Θανάτου είναι και ένα βαθιά συγκινητικό έργο, αλλά με έναν τρόπο ωμό. Δεν προκαλεί συγκίνηση με τη συμβατική έννοια της τρυφερότητας ή της λύτρωσης. Αντίθετα, συγκινεί μέσα από την απόλυτη αποκάλυψη της φθοράς, της μοναξιάς και της εξάρτησης που συνθέτουν τον γάμο του Έντγκαρ και της Άλις. Δύο άνθρωποι καταδικασμένοι να αλληλοκαταστρέφονται, αλλά και να μην μπορούν να υπάρξουν ο ένας χωρίς τον άλλον—αυτό είναι συγκινητικό, γιατί είναι βαθιά ανθρώπινο, αναφέροντας σχετικά η Έλενα Τοπαλίδου:
«Μέσα στα λόγια του έργου νιώθω να κυλάω. Έρχονται συχνά δάκρυα μέσα μου και η μόνη επιθυμία μου να κλειστώ κάπου μόνη μου και να ξεσπάσω σε κλάματα. Αλλά αυτή η αντίσταση να μην συμβεί κάτι τέτοιο αλλά να μεταφράσω τη συγκίνηση σε νέα τροφή για την Άλις. Είναι το ιδανικό να συγκινηθεί ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή μέσα σε ένα έργο».
Γιάννη Χουβαρδά ποια στιγμή άραγε του έργου συμπυκνώνει την ουσία του για εσάς;
«Η αρχή, το τέλος και όλες οι ενδιάμεσες στιγμές. Γιατί αν ο συγγραφέας μπορούσε να συμπυκνώσει όλα όσα ήθελε να πει σε μία στιγμή, δεν θα έγραφε ένα έργο, αλλά ένα απόφθεγμα. Όπως η ζωή ενός ανθρώπου δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια στιγμή, έτσι και οι στιγμές της ζωής των τριών ανθρώπων του “Χορού του θανάτου” ανανεώνονται διαρκώς μέσα στο έργο σαν ατελείωτα βασανισμένες ζωές που συνεχώς μεταμορφώνονται σε διαρκή περιδίνηση».
Info
Ο Χορός του θανάτου | Mέγαρο Μουσικής Αθηνών
















