«Η Ανδρομάχη θα είχε σήμερα τα χαρακτηριστικά μιας μητέρας της Βοσνίας και ο Αστυάνακτας την τύχη ενός παιδιού της Ρουάντα. Κάθε μέρα μπορούμε να λέμε, όπως ο Μπωντλαιρ: “Ανδρομάχη. Σε σκέπτομαι”» – Ζακλίν ντε Ρομιγί
Η Μαρία Πρωτόπαππα επέλεξε την ιδιότυπη, -και ενδεχομένως παραγνωρισμένη- «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη ως παραστασιακό υλικό για την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα στο Αρχαίο Δράμα που συμπίπτει και με την πρώτη της κάθοδο- με αυτήν την ιδιότητα- στο Αργολικό Θέατρο.
Επιλογή απόλυτα συνειδητή -όπως αποδείχτηκε-αφού η σκηνοθέτις συνδιαλλάχθηκε με αυτό το «σύνθετο και πολυεπίπεδο» (*) έργο του Ευριπίδη με δυναμισμό, σοβαρότητα, έμπνευση, ανοιχτή καρδιά, καθαρό νου, ειλικρίνεια, σπάνια ηθική ποιότητα και παρά τις δραματουργικές και υφολογικές δυσκολίες που παρουσιάζει το έργο, το αντιμετώπισε χωρίς υπεκφυγές και εύκολες λύσεις καταθέτοντας μια ουσιαστική παραστασιακή πρόταση με έντονο προσωπικό καλλιτεχνικό ιδίωμα.

Ανδρομάχη
Όπως επισήμανε ο σκηνοθέτης Σπ. Ευαγγελάτος που ανέβασε το έργο το 2004: «Η Ανδρομάχη αποτελεί μια παράξενη σύνθεση από πολιτικά, ειρωνικά, λυρικά και δραματικά στοιχεία». “Είναι μία παράδοξη περιπέτεια”, τονίζοντας παράλληλα πως “ίσως είναι το πιο αδικαίωτο έργο του Ευριπίδη στις σκηνές του σύγχρονου θεάτρου”.
Έργο πολύπλοκο και αντιφατικό αφού στην ύφανση της πλοκής του συνυπάρχουν τρεις διαφορετικοί μυθικοί κύκλοι που συνυφαίνονται, απομακρυσμένο από την Αριστοτελική αντίληψη, για αυτό και απαξιωμένο ακροβατεί ανάμεσα στο Ειρωνικό Δράμα και την Τραγωδία. Θεματικά θα μπορούσε να είναι ένα «αντιπολεμικό μανιφέστο»(*) ή ένα «πολιτικό δράμα» (*). Αισθάνομαι ότι από όλα αυτά που περικλείει θεματολογικά η παράξενη ευριπίδεια «Ανδρομάχη» αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στη σκηνοθετική πρόθεση της Μαρίας Πρωτόπαππα περιγράφεται ως
«Ένα δράμα του αθηναϊκού Διαφωτισμού»(*) που ο Δανιήλ Ι. Ιακώβ το αναλύει ως εξής:
«Ο πόλεμος πράγματι επισώρευσε πολλά δεινά. Αλλά ανάμεσα από τα συντρίμμια του αναδύεται η καρτερική και ευγενική μορφή της Ανδρομάχης. Η ηρωίδα χαρακτηρίζεται επανειλημμένως δούλη, αλλά φαίνεται ότι διαθέτει την πλέον αδούλωτη ψυχή από τα πρόσωπα του έργου. Δεν συμβιβάζεται με τους αντιπάλους της και δεν παραλείπει με παρρησία να καυτηριάζει τον παραλογισμό και την ποταπότητά τους. Με έναν οξύμωρο τρόπο, τρόπο ιδιαιτέρως αγαπητό στον Ευριπίδη, αυτή η βάρβαρη αποδεικνύεται ανώτερη από τους “πολιτισμένους” Έλληνες αφέντες της. Ο Ευριπίδης επιχειρεί με το δράμα αυτό μια διπλή υπέρβαση: Όχι μόνο θεωρεί το νόθο Μολοσσό άξιο να ηγηθεί μιας ολόκληρης βασιλικής δυναστείας, αλλά και δεν προβληματίζεται καθόλου από το γεγονός ότι από την πλευρά της μητέρας του ρέει στις φλέβες του νέου αρχηγέτη τρωικό αίμα. Με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής αποσυσχετίζει αφενός την αξία ενός ατόμου από την κοινωνική θέση του (γνήσιος/νόθος) και αδιαφορεί αφετέρου –και αυτό είναι το σπουδαιότερο– για την εθνική καταγωγή του, αποκηρύσσοντας έτσι την ξενόφοβη εθνικιστική υστερία του Μενελάου, ο Ευριπίδης, παράλληλα με τις άλλες φροντίδες του, επιχειρεί, συμμετέχοντας ενεργά στον ιδεολογικό διάλογο της εποχής του, να καταφέρει καίριο πλήγμα σε δυο βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις: την εθνική και την κοινωνική διαφοροποίηση, με τελικό στόχο την ανάδειξη του ανθρώπου ως ενιαίας ύπαρξης με κοινή μοίρα και προορισμό.»
(*)Σκηνοθεσία-Μετάφραση-Δραματουργική προσέγγιση-Μετάφραση Γ. Β. Τσοκόπουλος
Εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο της δραματουργικής διεργασίας αποτελεί το γεγονός της επιλογής μιας μετάφρασης του 1910. Ο Γεώργιος Τσοκόπουλος που είναι ο μεταφραστής γεννήθηκε το 1871 και απεβίωσε το 1923 και ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας. Διετέλεσε αρχισυντάκτης των εφημερίδων «Ν. Άστυ» για δώδεκα χρόνια και διευθυντής των εφημερίδων «Ομόνοια» στην Αλεξάνδρεια (1893-1895, «Καιροὶ» (1915-1917) και «Εστία» (1920-1922). Ήταν ευφάνταστος και ως χρονογράφος χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα -μεταξύ άλλων- Φάλσταφ, Φιλέας Φογκ. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Εταιρείας των Θεατρικών Συγγραφέων, της οποίας διετέλεσε και πρόεδρος και της Εταιρείας Ελληνικού Θεάτρου (1918) και της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, της οποίας χρίστηκε και αντιπρόεδρος. Έγραψε διηγήματα και πλήθος θεατρικών έργων διαφόρων ειδών (κωμειδύλλια, κωμωδίες ερωτικά δράματα, αρχαιόθεμα έργα μέχρι και επιθεωρήσεις). Τα έργα του ανέβηκαν από γνωστούς θιάσους.
Μετέφρασε μόνο δύο τραγωδίες και αυτές του Ευριπίδη. Την Άλκηστη και την Ανδρομάχη που και οι δύο εκδόθηκαν το 1910. Είχε τιμηθεί για την προσφορά του στα γράμματα και τις τέχνες με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος.
Σκηνοθεσία – Απόδοση – Δραματουργική επεξεργασία
Η Μαρία Πρωτόπαππα υπογράφει την σκηνοθεσία της παράστασης και συνυπογράφει την απόδοση και την δραματουργική επεξεργασία με την ικανή και έμπειρη δραματολόγο Έλενα Τριανταφυλλοπούλου που πλαισιώθηκε δημιουργικά από την εύστοχη καλλιτεχνική συνεργασία της Έλενας Σπετσιώτη. Μια διαδικασία που αποδείχθηκε ένας δραματουργικός άθλος και αξίζουν συγχαρητήρια στη δραματουργό. Με αφετηρία τη γλώσσα και την επιλογή της μετάφρασης του Τσοκόπουλου του 1910 και με την πρόθεση να συνομιλήσει με το σήμερα ξεκίνησε η διεργασία μιας τριπλής χρήσης της γλώσσας ως φορέα του ιδεολογικού πλέγματος της παράστασης. Συγκεκριμένα εν είδη παραστασιακού πειραματισμού μετεγγράφη από την Έλενα Τριανταφυλοπούλου ολόκληρο το κείμενο της μετάφρασης στη Νέα Ελληνική. Κατόπιν διατηρήθηκαν αυτούσια κάποια σημεία στην αρχαίζουσα της αρχικής μετάφρασης του 1910 και προστέθηκαν κάποια νευραλγικά σημεία από το αρχαίο κείμενο. Ο Ευριπίδειος λόγος συνοδοιπόρησε με το ποίημα από τα Άνθη του κακού του Μπωντλαίρ «Κύκνος» που αναφέρεται στην Ανδρομάχη καθώς και με εμβόλιμες φράσεις της ίδιας της σκηνοθέτιδας. Λόγος και πειραματισμός ζυμωθήκαν μέσα στην πρόβα από την οποία προέκυψε το τελικό κείμενο ως οργανικό σώμα που τελικά διαμόρφωσε μια αισθητική παραστασιακή θέση που υποκρύπτει και μια μπρεχτική διάσταση κυρίως στη χρήση της αφήγησης από τον εμβόλιμο δραματουργικά ρόλο της Γυναίκας.
Η πολύπλοκη και πολυσχιδής αυτή διεργασία ανάδειξε και τις βασικές θεματικές του παραστασιακού εγχειρήματος:
Τη δεινή θέση της γυναίκας μέσα στους αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού. Θεματική που αναδεικνύεται από την χρήση ανδρών στους γυναικείους ρόλους ως καταγγελτική αντιμετάθεση και ως ιδεολογική «αντίστιξη».
Τα δεινά του απόηχου των πολέμων. Τη μοίρα του αδύναμου, του πρόσφυγα, του αδικημένου από τον Ισχυρό.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί η συνεισφορά της Νατάσας Καραδήμα που ασχολήθηκε με την φιλολογική επιμέλεια του έντυπου προγράμματος και με την απόδοση των αρχαίων ελληνικών φράσεων στην Νέα Ελληνική για υπέρτιτλους.
Καθώς και ότι η επιμέλεια της ύλης του προγράμματος ανήκει στην Έλενα Τριανταφυλλοπουλου.
Οι συντελεστές
Ο σκηνικός χώρος και οι φωτισμοί είναι από τους πιο εύστοχους του φετινού φεστιβάλ. Αποδεικνύονται λειτουργικοί, λιτοί, στιβαροί, με μια διαυγή, ζηλευτή γεωμετρία. Συνομιλούν δε, τόσο με το Αρχαίο μνημείο, όσο και με τον περιβάλλοντα χώρο, χωρίς να χάνουν τον δυναμικό τους χαρακτήρα. Υπηρετούν με συνέπεια τους στόχους της παράστασης και συνδιαλέγονται αρμονικά με την κίνηση των ηθοποιών ενσωματώνοντάς τους σε ένα ενιαίο αισθητικό τοπίο. Εξαιρετική δουλειά του Σάκη Μπιρμπίλη.

Αντιστοίχως, το ίδιο ισχύει και για τα κοστούμια (Βάνα Γιαννούλα). Υψηλή αισθητική, ήσυχη αλλά ενδιαφέρουσα χρωματική παλέτα, εξαιρετικές γραμμές. Η μεγάλη τους αρετή όμως είναι ο σεβασμός προς τα σώματα των ηθοποιών. Κοστούμια που συνεπικουρούν στις ερμηνείες και δεν τις αναστέλλουν στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν.

Ο Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου κινεί υπέροχα τον χορό, αλλά και τον κάθε ηθοποιό ξεχωριστά. Εξαιρετικά δείγματα της ουσιαστικής δουλειάς του η κίνηση με τα μπαστούνια του Δημήτρη Πιατά που υποδύεται τον Πηλέα.

Μια πολύ σημαντική έκφανση της κινησιολογικής του κατάθεσης είναι ο υψηλός τρόπος που συνδιαλέγεται η κίνηση των σωμάτων με τον σκηνικό χώρο. Σώματα και σκηνικό περιβάλλον σε μια υψηλή ποιητική συνύπαρξη σωμάτων και ύλης.

Τόσο η μουσική (Λόλεκ) όσο και η φωνητική δραματουργία – διδασκαλία (Άννα Παγκάλου) παρουσιάζουν ευθύβολες στιγμές που συμπλέουν αρμονικά με το παραστασιακό σύμπαν και άλλες που υπολείπονται, δημιουργώντας ηχητικές αισθητικές ασάφειες.

Οι ερμηνείες
Ένας έξοχα ασκημένος Χορός. Δημιουργεί με την παρουσία του μια υψηλή ποιητική κατάθεση. Με ένα, όμως, ανεξήγητο ελλειμματικό στοιχείο: δεν συνδέεται με τους ηθοποιούς και τα επεισόδια. Σαν τα χορικά από τη μία και τα επεισόδια από την άλλη να είναι δυο ξεχωριστά, αυτόνομα, πολύ δυναμικά μεν, στοιχεία της παράστασης που όμως δεν συναντήθηκαν ποτέ και δρουν ανεξάρτητα.

Οι ηθοποιοί που τον αποτελούν: Δημήτρης Γεωργιάδης, Νώντας Δαμόπουλος, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Κωνσταντίνος Πασσάς και Γιώργος Φασουλάς.
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης ως Θεράπαινα και ο Κωνσταντίνος Πασσάς ως Τροφός αποδεικνύονται επαρκείς στους ρόλους τους και συνεισφέρουν στο συνεκτικό παραστασιακό αποτέλεσμα.
Εξαιρετικός ο Γιάννης Μάνθος ως Αγγελιοφόρος. Μια από τις ισχυρές στιγμές του παραστασιακού εγχειρήματος. Συμπυκνώνει αφηγηματική ισχύ και συναισθηματικό βάθος.
Αισθάνομαι ότι ο Δημήτρης Μαμιός ως Ορέστης δεν έχει ακόμα βρει τις δύσκολες -ομολογουμένως- ισορροπίες ενός ρόλου που παραπαίει ανάμεσα στο γελοίο, το άηθες, το ιστορικό της μητροκτονίας, και το αληθινό αφού -ενώ έχει διαπράξει με δόλιο και ανίερο τρόπο τον φόνο του Νεοπτόλεμου-, τον συναντάμε σε μια στιγμή που εκφράζει τον βαθύ και ειλικρινή έρωτά του προς την Ερμιόνη που εδώ και χρόνια δεν έχει σβήσει.

Η Μαρία Πρωτόπαππα ως σύγχρονη Γυναίκα που μέσα από τον ρόλο της αφηγήτριας αποπειράται να συνενώσει το παρόν με το παρελθόν σε δραματουργικό επίπεδο λύνει με τις συνεργατιδές της (Έλενα Τριανταφυλλοπούλου και Ελένη Σπετσιώτη) ένα εγγενές δραματουργικό ζήτημα του Ευριπίδειου κειμένου. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στη λύση μιας μορφής αφήγησης είχε καταφύγει και στην δική του εκδοχή της «Ανδρομάχης» ο Σπ. Α. Ευαγγελάτος, μετατοπίζοντας τον πρόλογο από το α΄ πρόσωπο στο οποίο μιλάει η ηρωίδα στο γ΄ προσωπο. Τότε στο σκηνοθετικό του σημείωμα ανέφερε: «Έτσι το όλο θέαμα εμφανίζεται σαν μια δραματοποιημένη αφήγηση, σαν ένας μύθος που ξαναζωντανεύει για άλλη μια φορά εμπρός μας».

Η Μαρία Πρωτόπαππα διανοίγει ακόμα περισσότερο το δραματουργικό πλαίσιο αφού δημιουργεί μια σύνδεση της εποχής της Ανδρομάχης με τον σύγχρονο κόσμο για να φανερώσει περίτρανα τους αιώνες καταπίεσης, βασανισμού και ανελευθερίας του γυναικείου όντος. Ενδιαφέρον στοιχείο ως μέσου σύνδεσης των δύο εποχών ότι συχνά η σύγχρονη γυναίκα εκστομίζει φράσεις του κειμένου στα Αρχαία Ελληνικά, ενώ η Ανδρομάχη χρησιμοποιεί νεοελληνικό γλωσσικό ιδίωμα.
Η Στέλλα Γκίκα ενσαρκώνει τη Θέτιδα που παρουσιάζεται όμως ως Γυναίκα παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα και κρύβοντας τη θεϊκή της φύση που αποκαλύπτεται μόνο στον Πηλέα σε μια από της πιο φορτισμένες και όμορφες στιγμές της παράστασης. Αν και ως Γυναίκα υποπίπτει σε υποκριτικές ασάφειες, στη στιγμή της αποκάλυψής της δημιουργεί μια συγκινητική υποκριτική στιγμή.
Ο Γιάννης Νταλιάνης ως Μενέλαος δημιουργεί μια λεπτομερή και εύστοχη υποκριτική σπουδή στον καιροσκοπισμό, τον κυνισμό, την φαυλότητα και τον εκχυδαϊσμό του πολιτικού συστήματος μέσα στους αιώνες πολιτισμού γεφυρώνοντας το τότε με το σήμερα. Μας παρουσιάζεται γελοίος, ανάλγητος, υπερφίαλος ατσαλάκωτος, συναισθηματικά κενός, ηθικά έκπτωτος, συνειδησιακά ναρκωμένος.

Η υποκριτική σπουδή του Τάσου Λέκκα πάνω στην Ερμιόνη είναι αξιοπρόσεκτη: Ισχυρή σκηνική παρουσία, νεανικό σφρίγος, εσωτερικοί υποκριτικοί ρυθμοί, ακρίβεια και πληρότητα στη μεταστροφή του ρόλου.
Η υποκριτική κατάθεση του Αργύρη Ξάφη είναι αξιομνημόνευτη: Το σώμα του είναι ένας Τόπος Μνήμης, ένα τοτεμικό μνημείο άλωσης και μαρτυρίου, μια αρχετυπική λαξευμένη μορφή που συνοψίζει τα δεινά του γυναικείου πλάσματος μέσα στους αιώνες. Η φωνή του όλες οι αδικαίωτες κραυγές που συνοψίζονται στον τρόπο που προφέρει μία λέξη: Παιδοποιός. Έξοχος. Δωρικότητα, βάθος, σπαραγμός, δύναμη, ευαισθησία.

Ο Δημήτρης Πιατάς στον ρόλο του Πηλέα επιτελεί έναν υποκριτικό άθλο και καταθέτει μια συνταρακτική ερμηνεία. Εκκινεί από το κωμικό του ιδίωμα και οδηγείται σε τραγικά μεγέθη. Η υποκριτική του κατάθεση είναι μια σπουδή στο γήρας. Πλάθει ένα ανθρώπινο πλάσμα στη δύση της ζωής του που εμπεριέχει όλη την αντίφαση της πορείας του ανθρώπινου βίου χωρίς εξιδανικεύσεις. Δεν είναι ο σοφός γέρων. Είναι το γερασμένο ανθρώπινο ον που παραπαίει ανάμεσα στο τερατώδες, το κωμικό, το μεγαλειώδες, το ανίσχυρο, το σπαραγμένο.

Η πείρα, η αποκτημένη με οδύνη και η γνώση για τα ανθρώπινα τον οδηγούν να υπερασπίζεται με γεροντική εμμονή, εξωφρενικό πείσμα, ανεξήγητο πάθος και συγκινητικό θάρρος μια σκλάβα πολέμου, μια προσφύγισσα και να αντιστέκεται με σχεδόν αναπάντεχη, παράλογη γενναιότητα στον πανίσχυρο και νεότερο Μενέλαο.
Τραγικό μέγεθος, άρτια τεχνική, πλήρης και αριστοτεχνική, χρήση των εκφραστικών μέσων, έξοχη αξιοποίηση της έκτασης του φωνητικού εργαλείου, βαθύτητα και εύρος ερμηνευτικής προσέγγισης.
Από τη γκροτέσκ μορφή που εισβάλλει με τα μπαστούνια και αλώνει την ορχήστρα σαν ένα παράξενο, θυμωμένο, ανίσχυρο αλλά εμμονικό πλάσμα ως το απογυμνωμένο ανθρώπινο ον που θρηνεί σπαρακτικά μετά τον γιο και τον εγγόνο του, μέχρι τον γέροντα που γαλήνιος αποδέχεται τη θνητή του φύση στην έξοχη σκηνή με τη Θέτιδα. Ο Δημητρης Πιατάς μεγαλουργεί κατορθώνοντας να συνδεθεί και να συνδέσει το ετερόκλητο φιλοθεάμον κοινό σε μια κοινή ροή συγκίνησης, αποδεικνύοντας την λαϊκότητα της υψηλής θεατρικής τέχνης.

…Συνοψίζοντας
Μια παράσταση σύμπνοιας, κοινής συμπόρευσης και αγαστής συνεργασίας των συντελεστών της που οδήγησε σε μια σημαντική παραστασιακή κατάθεση, που φέρει αλώβητο το ήσυχο αλλά ισχυρό καλλιτεχνικό ιδίωμα της Μαρίας Πρωτόπαππα. Κοινωνική ευαισθησία, ευγένεια, δύναμη, γενναιότητα, υψηλή αισθητική, σπάνια ηθική ποιότητα, προσωπικό στίγμα, αξιομνημόνευτες ερμηνείες εξαιρετικοί συντελεστές.

(*)Ιακώβ Δανιήλ Ι. Η Ανδρομάχη του Ευριπίδη | Δοκιμή πολλαπλής ανάγνωσης . περ. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Τόμος Κ΄, τεύχος 86, Χειμώνας 1986
Στοιχεία για το έργο του Ευριπίδη αλιευτήκαν επίσης από το πρόγραμμα της παράστασης του Αμφι-Θεάτρου Ανδρομάχη σε σκηνοθεσία του Σπ. Α. Ευαγγελάτου με τη Λ.Τασοπούλου στον ομώνυμο ρόλο, Επίδαυρος, 2004, επιμέλεια προγράμματος: Μαρία Ε. Βασιλείου
