Η επέτειος των 50 χρόνων από τη Μεταπολίτευση, έμπνευση για την παράσταση «Αν ήμουν κόκκινο», αν και ανήκει στο παρελθόν, παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη. Ο Άκης Δήμου και η Λούλα Αναγνωστάκη, δύο μοναδικοί παρατηρητές εκείνης της περιόδου, αποτυπώνουν με τον δικό τους ξεχωριστό και προσωπικό τρόπο τον απόηχό της.
Το νέο έργο του διακεκριμένου Έλληνα θεατρικού συγγραφέα Άκη Δήμου, «Αν ήμουν κόκκινο», γραμμένο κατά παραγγελία από το Θέατρο Σημείο, αντλώντας την έμπνευσή του από τη θρυλική θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη, σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Διαμαντής.
Η ιστορία ξεκινά με τη Λούλα, η οποία έχει απομονωθεί σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, παλεύοντας με τη «λευκή σελίδα», τον διαχρονικό εχθρό κάθε συγγραφέα. Ξαφνικά, ο ήχος από ένα χτύπημα στην πόρτα διακόπτει τη μοναξιά της. Η Άννα, μια άγνωστη γυναίκα, εισβάλλει στο δωμάτιο, φορώντας λευκά διαμάντια στον λαιμό και κρατώντας στο χέρι ένα ζευγάρι κατακόκκινες γόβες.
Το κόκκινο, σύμβολο πάθους και ήττας, κυριαρχεί τόσο στα αντικείμενα όσο και στις έντονες συζητήσεις των δύο γυναικών. Μέσα από τις κουβέντες τους, ξετυλίγονται θέματα όπως η Αριστερά και ο Εμφύλιος, η επανάσταση και ο συμβιβασμός, ο έρωτας και ο θάνατος. Το σκηνικό της βραδιάς ολοκληρώνεται με κρασί, ουίσκι, τσιγάρα, τραγούδια, δάκρυα, γέλια, μαύρα γυαλιά, κόκκινες γόβες και λευκά διαμάντια – στοιχεία που προαναγγέλλουν μια θεαματική και αξέχαστη βραδιά.
Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Διαμαντής μάς μιλάει για την παράσταση, τη συνεργασία του με τον Άκη Δήμου, τη μεταπολίτευση αλλά και το «καθήκον» των νέων καλλιτεχνών.
Το έργο «Αν ήμουν κόκκινο» συνομιλεί με το παρελθόν, αλλά και με το παρόν. Πώς ισορροπεί αυτή η παράσταση ανάμεσα στη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και στις ανησυχίες της σύγχρονης κοινωνίας;
Παρελθόν σημαίνει ανάμνηση ή λήθη – μια εντύπωση στην πραγματικότητα πάρα πολύ φευγαλέα κι απολύτως φθαρτή, αφημένη ν’ αλλάζει ξανά και ξανά ανακλώμενη από στιγμή σε στιγμή σαν το φως πάνω στο γυαλί ενός διαδρόμου με καθρέφτες. Το Πολυτεχνείο -που η γενιά του έκτοτε δεν παύει να μας απογοητεύει- επιβιώνει κατά την άποψή μου σήμερα ως μια στιγμή που ο λαός σήκωσε το κεφάλι του. Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές. Σήμερα μου φαίνεται αναγκαίο να θυμηθούμε το αίσθημά τους και να σηκώσουμε ανάστημα. Το «Αν ήμουν κόκκινο» δείχνει αυτό πρώτα απ’ όλα, τη λυτρωτική στιγμή που κάνει κανείς το πρώτο βήμα, που αναλαμβάνει δράση.
Εάν μπορούσατε να συνοψίσετε την κεντρική ιδέα του έργου σε μία πρόταση, ποια θα ήταν αυτή;
«Να μας αγαπήσουν! Αυτή είναι η μόνη μας ελπίδα – η μόνη απόδειξη ότι κάποτε υπήρξαμε!» Αυτό είναι το σύνθημά μας, μια φράση από το έργο.
Πώς συνεργαστήκατε με τον Άκη Δήμου για την ανάδειξη των θεμάτων του έργου; Υπήρξαν συγκεκριμένες προκλήσεις στην απόδοση των ιδεών του;
Θα έλεγα ότι το να ανεβάσει κανείς ένα έργο για πρώτη φορά, να έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος του αναγνώστης, θέτει από μόνο του μια υπέροχη πρόκληση: να καταφέρεις να πεις σωστά την ιστορία, πρώτος εσύ, αμέσως μετά τη γέννησή της. Ο Άκης μ’ εμπιστεύτηκε ακριβώς σ’ αυτό κι ελπίζω το αποτέλεσμα να τον δικαιώνει.
Πώς η έμπνευση από τη Λούλα Αναγνωστάκη επηρέασε τη σκηνοθετική προσέγγισή σας; Υπάρχουν στοιχεία από την αισθητική ή τη θεματολογία της που αναγνωρίζουμε στην παράσταση;
Δεν επιδίωξα να αναπαραστήσω τη Λούλα Αναγνωστάκη, αλλά να την χρησιμοποιήσω σαν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός συγγραφέα που αναμετράται με την λευκή σελίδα και που με την έλευση της έμπνευσης στη συνέχεια, ξεκινάει μια καινούργια αναμέτρηση, αυτή τη φορά με την ολοκλήρωση ενός έργου. Κι όμως, πολλοί άνθρωποι που γνώριζαν προσωπικά την Αναγνωστάκη και που είδαν την παράσταση, μου είπαν ότι υπάρχει διάχυτη η «αύρα» της, η αίσθησή της.
Ως ένας νέος σκηνοθέτης, πώς βιώσατε την πρόκληση να αναμετρηθείτε με ένα έργο που συνδέεται τόσο βαθιά με μια ιστορική στιγμή όπως η εξέγερση του Πολυτεχνείου;
Αν και η παράσταση δεν έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, πράγματι, νομίζω είναι ποτισμένη από το πνεύμα μιας εξέγερσης – κάθε εξέγερσης, όχι μόνο μιας συγκεκριμένης. Νομίζω, όμως, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, ότι ένας σκηνοθέτης, ιδίως όταν είναι νέος, έχει το καθήκον να βιώνει κάθε πρόκληση σαν ένα κύμα που πρέπει να το καβαλήσει και να μην διστάζει να θέσει τα ερωτήματα που του φαίνονται αναγκαία, ακόμα κι αν είναι δυσάρεστα.
Το έργο μιλά για φόβους και αγωνίες. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σημερινή ελληνική κοινωνία;
Πρώτα απ’ όλα, οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που δημιουργούν μια κοινωνία αντιφάσεων και καχυποψίας. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η Ελλάδα περνάει μια μεγάλη κρίση, γεγονός που έχει προκαλέσει στους πολίτες ένα αίσθημα ήττας και απόσυρσης καθώς και μια πολύ βαθιά δυσπιστία απέναντι στους θεμελιακούς θεσμούς του Κράτους. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι συνθήκες σαν κι αυτές οδηγούν στην επικράτηση του φασισμού. Θεωρώ ότι ειδικά εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε τώρα καθήκον να μην σταματάμε να μιλάμε, να μην χαϊδεύουμε τ’ αυτιά της κοινωνίας, αλλά ούτε και να τη μαστιγώνουμε. Να προσφέρουμε ελπίδα, αλλά κι εγρήγορση.
Πενήντα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, θεωρείτε ότι έχουμε ακόμα κάτι να μάθουμε από εκείνη την εποχή;
Το σπουδαιότερο κληροδότημα της Μεταπολίτευσης είναι οι δημοκρατικοί της θεσμοί. Είναι δουλειά μας να τους κρατήσουμε ζωντανούς κι ανθεκτικούς. Έπειτα, η Μεταπολίτευση, αν και είναι μια εποχή που μπορεί να έχει ιστορικά τελειώσει, δεν παύει ν’ αποτελεί ένα θεμέλιο της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Οφείλουμε να μην ξεχάσουμε ποτέ ότι το 1974 αυτός ο λαός έζησε για πρώτη φορά ακηδεμόνευτος, και πως κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια του κι από μια μετεμφυλιακή, καχεκτική δημοκρατία να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Το κοινό συχνά περιμένει από τους νεότερους δημιουργούς μια πιο ριζοσπαστική ή ανατρεπτική ματιά. Πώς βλέπετε τη δική σας θέση μέσα στη σύγχρονη ελληνική σκηνή;
Δεν ξέρω. Ελπίζω να μην είμαι δέσμιος της ταυτότητας ή της κληρονομιάς μου. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ο επόμενός μου στόχος. Θέλω ν’ αντέξω να κάνω μια παράσταση που δεν θα θυμάμαι ποιος ήμουν όταν την ξεκίνησα – κάτι που θα μ’ αλλάξει μια για πάντα, που θα με πάει ένα βήμα πιο μπροστά, για τα καλύτερα ή για τα χειρότερα. Θα δούμε.




