Η Ζιζέλ το εμβληματικό αριστούργημα του ρομαντικού μπαλέτου παρουσιάζεται από το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τη διαχρονική χορογραφία του Πετιπά και τη μουσική του Αντόλφ Αντάμ, και μαζί της φέρνει έναν από τους πιο χαρισματικούς principal dancers της γενιάς του. Ο Γιανγκ Γκιου Τσόι, κορυφαίος χορευτής του Εθνικού Μπαλέτου της Ολλανδίας αναλαμβάνει τον ρόλο του Κόμη Άλμπρεχτ. Για πρώτη φορά στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ θα βιώσουμε την ισορροπία ανάμεσα στην αψεγάδιαστη «κορεάτικη» πειθαρχία και την εκφραστική ελευθερία της ευρωπαϊκής σχολής.
Ο Γιανγκ Γκιου Τσόι είναι ένας χορευτής που έχει λατρευτεί από το διεθνές κοινό για την τεχνική του, την ακρίβεια των αλμάτων του και την υποκριτική του ευαισθησία ενώ στις βαλίτσες του φέρει πολλές διακρίσεις και χρυσά μετάλλια. Γεννήθηκε στη Νότια Κορέα και από μικρός εκπαιδεύτηκε στον χορό. Στην αρχή κάπου στα 8 του χρόνια παιδεύτηκε κι έχανε τα μαθήματά του ή έκανε τον κοιμισμένο στην καρέκλα της σχολής. Μα η μητέρα του τον ξυπνούσε και σιγά σιγά η μουσική, η κίνηση, του κίνησαν το ενδιαφέρον και δεν έκανε πια τον κοιμισμένο. Στα 11 του μετακόμισαν με την οικογένειά του στη Σεούλ και στα 15 του μένει μόνος του στη Ζυρίχη. Δεν μιλούσε γερμανικά ή αγγλικά, ήταν μόνος μα δεν εγκατέλειψε, και τη δεύτερη χρονιά αποφάσισε ότι θέλει να μείνει στην Ευρώπη. Δεν μπορούσε όμως, γιατί δεν είχε ολοκληρώσει την στρατιωτική του θητεία, την βρήκε όμως τη λύση συνέχισε την εκπαίδευση του στο Sunhwa Arts School και κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο νεανικό American Grand Prix της Νέας Υόρκης το 2009.
Το 2011 πέρασε από την οντισιόν στο Εθνικό Μπαλέτο της Ολλανδίας κι από τότε μόνο η καταξίωση και τα βραβεία τον ακολουθούν. Όχι φυσικά τυχαία, κοπιάζει κι όταν πια έλαβε τον τίτλο του κορυφαίου χορευτή συνεχώς ταξιδεύει και χορεύει για τους φιλότεχνους λάτρεις του μπαλέτου σε όλες τις σκηνές του κόσμου. Είναι πραγματικά ευλογία και μοναδική ευκαιρία να απολαύσουμε έναν τέτοιου επιπέδου και βεληνεκούς χορευτή στη χώρα μας και μεγάλη τιμή για μένα που μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Οι χορευτές της Νότιας Κορέας είναι παγκοσμίως γνωστοί για την άψογη τεχνική τους πειθαρχία. Μετακομίζοντας στην Ευρώπη, πώς ισορρόπησες αυτή την «τέλεια» κορεατική βάση με τον πιο ελεύθερο, εκφραστικό καλλιτεχνικό στυλ της ευρωπαϊκής κουλτούρας;
Ποτέ δεν ένιωσα ότι έπρεπε να διαλέξω το ένα ή το άλλο. Η πειθαρχία που έμαθα στην Κορέα μου έδωσε σαφήνεια και σεβασμό για τη δουλειά, αλλά στην Ευρώπη έμαθα να εμπιστεύομαι την αβεβαιότητα. Με τον καιρό, κατάλαβα ότι η ελευθερία αποκτά νόημα μόνο όταν υπάρχει κάτι σταθερό από κάτω. Έτσι, η ισορροπία ήρθε φυσικά, η δομή μού έδωσε αυτοπεποίθηση και η ανοιχτότητα μου έδωσε ανθρωπιά στη σκηνή.
Πέρα από τη γλώσσα, ποια ήταν η συνήθεια ή η νοοτροπία της Νότιας Κορέας που σου ήταν πιο δύσκολο να εγκαταλείψεις — ή ίσως αυτή που πάλεψες να διατηρήσεις — ενώ έχτιζες τη ζωή σου στην Ευρώπη; Βίωσες ένα πολιτισμικό τζετ λαγκ;
Στην αρχή, κουβαλούσα μια έντονη αίσθηση αυτοκριτικής, νιώθοντας πάντα ότι έπρεπε να αποδείξω την αξία μου. Μου πήρε χρόνο να συνειδητοποιήσω ότι στην Ευρώπη, ο χώρος και η εμπιστοσύνη είναι μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Ήταν δύσκολο να απαλλαγώ από τη συνεχή πίεση που ασκούσα στον εαυτό μου, αλλά ήταν απαραίτητο. Αυτό που διατήρησα ήταν ο σεβασμός για το στούντιο, τους συναδέλφους και το κοινό.
Προάχθηκες σε Principal Dancer (πρώτο χορευτή). Πέρα από τη δόξα, αυτός ο τίτλος σου δίνει μια ασπίδα αυτοπεποίθησης ή σου δημιουργεί ένα βάρος προσδοκιών κάθε φορά που βγαίνεις στη σκηνή;
Δεν είναι ούτε ασπίδα ούτε βάρος, αλλά ευθύνη. Ο τίτλος δεν σε προστατεύει στη σκηνή, μόνο η προετοιμασία σου το κάνει. Αν μη τι άλλο, με έκανε πιο προσεκτικό, πιο προσηλωμένο στον τρόπο που φτάνω σε κάθε παράσταση. Νιώθω λιγότερη ανάγκη να εντυπωσιάσω και περισσότερη ανάγκη να είμαι ειλικρινής.

Στεκόμαστε συνήθως στους θριάμβους, αλλά μπορείς να μου περιγράψεις μια στιγμή «καλλιτεχνικής αποτυχίας» ή μια παράσταση που δεν πήγε όπως σχεδιάζατε και σε δίδαξε περισσότερα από οποιοδήποτε χρυσό μετάλλιο;
Υπήρξαν παραστάσεις όπου όλα λειτούργησαν τεχνικά, κι όμως κάτι ουσιαστικό έλειπε. Αυτές οι στιγμές ήταν ανησυχητικές, αλλά με δίδαξαν ότι η ορθότητα δεν είναι το ίδιο με την παρουσία. Έμαθα να ακούω περισσότερο τη μουσική, την παρτενέρ μου, τον χώρο. Η αποτυχία, με αυτή την έννοια, έγινε ένας ήσυχος αλλά ακριβής δάσκαλος.
Δεν έχεις εμφανιστεί ξανά στην Ελλάδα;
Αυτή είναι η πρώτη φορά που χορεύω στην Ελλάδα.
Βρίσκεις διαφορετική την ατμόσφαιρα του ελληνικού κοινού; Θα επηρεάσει πιστεύεις το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας τον τρόπο που θα χορέψεις στη σκηνή;
Έχω πλήρη επίγνωση της ιστορίας και της ευαισθησίας του ελληνικού κοινού. Υπάρχει μια ζεστασιά και μια προσοχή που μπορώ ήδη να νιώσω. Αυτό ενθαρρύνει ένα διαφορετικό είδος γενναιοδωρίας στη σκηνή, λιγότερο επιφυλακτικό, πιο ανοιχτό. Αυτή η ανταλλαγή με το κοινό είναι κάτι που πραγματικά επιζητώ.


Αν έπρεπε να περιγράψεις την «κίνηση» ή τον «ρυθμό» της Αθήνας ως πόλη με ένα βήμα χορού, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
Θα έλεγα ένα sustained adagio (παρατεταμένο βήμα αντάτζιο). Υπάρχει βάρος, ιστορία και χρόνος στην πόλη, αλλά και συνέχεια και ηρεμία. Τίποτα δεν μοιάζει βιαστικό, αλλά όλα είναι βαθιά ριζωμένα. Αυτή η αίσθηση της παρουσίας με εμπνέει πολύ.
Ο Κόμης Άλμπρεχτ που υποδύεσαι συχνά θεωρείται ως ο κακός ή ο αδύναμος άντρας που προδίδει τη Ζιζέλ. Πώς βρίσκεις την ανθρωπιά μέσα του;
Για μένα, ο Αλμπρεχτ είναι βαθιά ανθρώπινος, όχι απλά ένας κακός. Είναι ειλικρινής στα συναισθήματά του, αλλά ανίκανος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των επιλογών του.
Υποδύεσαι έναν άντρα που είναι πραγματικά ερωτευμένος ή έναν άντρα που έχει συντριβεί από την κοινωνική του θέση;
Η τραγωδία του Άλμπρεχτ δεν είναι η έλλειψη αγάπης, αλλά η έλλειψη θάρρους. Αυτή την εσωτερική σύγκρουση προσπαθώ να μεταφέρω στη σκηνή.
Η Ζιζέλ είναι ένα μπαλέτο για το υπερφυσικό και το αιθέριο. Στη διάσημη δεύτερη πράξη, πώς παραμένεις σωματικά σταθερός, γειωμένος ως παρτενέρ, ενώ κάνεις το κοινό να πιστεύει ότι χορεύεις με ένα πνεύμα;
Η γείωση έρχεται μέσα από τη διαύγεια και την εμπιστοσύνη. Αν το σώμα μου είναι ήρεμο και οργανωμένο, μπορώ να υποστηρίξω κάτι που φαίνεται εξωπραγματικό. Η ψευδαίσθηση δεν προέρχεται από την επιβολή της ελαφρότητας, αλλά από τη σταθερότητα. Όσο πιο γειωμένος είμαι εγώ, τόσο περισσότερο χώρο έχει το κοινό να πιστέψει στο όνειρο.

Οι περισσότεροι από εμάς βλέπουμε τη μουσική και τα φώτα στη σκηνή. Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα που θα μπορούσες να μοιραστείς όμως για εκείνες τις ατελείωτες ώρες προβών που δεν είμαστε παρόντες;
Οι πρόβες είναι συχνά πολύ σιωπηλές. Αποτελούνται από επαναλήψεις, μικρές προσαρμογές και μακρές στιγμές ακρόασης. Αυτό που εκπλήσσει τους ανθρώπους είναι πόση αυτοσυγκράτηση απαιτείται. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς αφορά το να αποφασίσεις τι να μην κάνεις.
Μετά από χρόνια χορού σε κορυφαίο επίπεδο, το σώμα σου κουβαλά τα «σημάδια» κάθε ρόλου. Αν το σώμα σου μπορούσε να διηγηθεί την ιστορία της καριέρας σου μέχρι τώρα, ποιο σημείο έχει υποφέρει περισσότερο για την τέχνη σου;
Πιθανώς τα μέρη που δεν είναι ορατά, οι αρθρώσεις, οι μικροί σταθεροποιητικοί μύες. Αυτά τα σημεία φέρουν το βάρος των επιλογών που έκανα όλα αυτά τα χρόνια.
Άξιζε τον κόπο;
Πιστεύω πως ναι, αλλά μόνο επειδή έμαθα να αναλαμβάνω την ευθύνη για τον τρόπο που χρησιμοποιώ το σώμα μου. Σήμερα, εκτιμώ περισσότερο τη μακροζωία και τη διαύγεια από τη θυσία.

