Στο ξεκίνημα του «Ανθρώπου που σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς» ο Τζέιμς Στιούαρτ πηγαίνει από την Ήμερη Ανατολή στην Άγρια Δύση για να ανοίξει εκεί δικηγορικό γραφείο. Η άμαξά του ληστεύεται. Τα υπάρχοντά του σκορπίζονται. Και τα νομικά βιβλία του πυροβολούνται. «Νόμος;», του λένε. «Να τι σημαίνει νόμος εδώ». Στην «Αληθινή Οργή» αντίθετα, ακούμε σε μια σκηνή δικαστηρίου ενστάσεις του αμερικανικού δικονομικού δικαίου που έχουμε μάθει απʼ έξω κι ανακατωτά από ένα καρό ταινίες ή από σίριαλ του μετρ Ντέιβιντ Κέλεϊ. Η δεκατετράχρονη Xέιλι Στάινφελντ επικαλείται σε όλο το έργο το δικηγόρο της. Σε μια κρίσιμη σκήνη προτείνει μάλιστα να υπογράψει ένορκη βεβαίωση που θα ελαφρύνει τη θέση του απαγωγέα της. Αυτό είναι το διαπραγματευτικό της όπλο. Είναι αιχμάλωτη και προσφέρει affidavits. Oι ατάκες της είναι μάλλον οι καλύτερες στιγμές της ταινίας -ιδιαίτερα όταν διαπρέπει σε διαπραγματεύσεις χαρακτηριστικά κοενικές- και η ίδια τις εκφέρει με σοβαρότητα, ρυθμό, μαλλί και ντύσιμο που της έχουν φέρει μια υποψηφιότητα και ένα πιθανό όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου. Αυτή είναι και το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, αφού από τους σταρ που φιγουράρουν στην αφίσα της, ο Τζος Μπρολίν είναι διακοσμητικός, ο Ματ Ντέιμον αρκετά ενδιαφέρων μεν, ωστόσο όταν μετά από χρόνια μνημονεύουμε την ταινία παίζει και να μην θυμόμαστε ότι έπαιζε, αφού στο μυαλό μας θα έρχεται η Στάινφελντ και ο Τζεφ Μπρίτζες, που καθόλου κακός δεν είναι, αντίθετα είναι μάλλον καλύτερος και από πέρσι που κέρδισε το όσκαρ για το «Crazy Heart», έτσι όπως καβαλάει το άλογό του χυμένος προς τα πίσω και κοιτάει με  κακό μάτι όταν πλησιάζει κίνδυνος, αλλά είναι ο ρόλος του που δεν προσφέρει κάτι διαφορετικό, αφού βρίσκεται σε αρμονία με τα στερεότυπα τόσο των γουέστερν όσο και της δικής του γκάμας ρόλων, σε αντίθεση με την Στάινφελντ που είναι κάτι σαν κινούμενος αναχρονισμός. Η δική της δηλαδή παράδοξη παρουσία θα κατακτήσει επάξια μια θέση στο πάνθεον των ρόλων των ταινιών των Κοέν, με τον Μπρίτζες να μην δικαιούται όμως να έχει κανένα παράπονο, αφού θα είναι πάντα ο Dude (ή Ηis Dudeness ή Duder ή Εl Duderino).

Kαι αν η Στάινφελντ μιλά και φέρεται με τρόπο που δεν ανήκει ούτε στην ηλικία της ούτε στην εποχή της, σε άλλες σκηνές οι Κοέν μας δείχνουν με το ίδιο ανατρεπτικό κέφι συμπεριφορές που κάλλιστα θα μπορούσαν να ανήκουν στην εποχή εκείνη, αλλά δεν ανήκουν στη δική μας και το να τις δείχνεις πάντως μη ευθέως καταγγελτικά θα μπορούσε να εκληφθεί από τους πρυτάνεις της πολιτικής ορθότητας ως σοκαριστικός: ο Μπρίτζες κλωτσάει και ρίχνει στο χώμα δυο ινδιανάκια (πριν μπει και αφού βγει από την καλύβα των γονιών τους), η Στάινφελντ λέει σε ένα μερικά χρόνια μικρότερό της μαυράκι πως θα βγάλει το μαύρο της πόνι «Μαυρούλι», ενώ ολόκληρη η σκηνή της κρεμάλας και ιδιαίτερα η κατάληξή της είναι ανθολογίας. Παίζουν λοιπόν διττώς με τις συμβάσεις των εποχών, ενώ η σχέση ανάμεσα στον Ματ Ντέιμον και την Στάινφελντ (που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο να της κλέψει ένα φιλί ή να της τις βρέξει με τη ζώνη του) μπορεί όπως φαίνεται από το τρέιλερ να υπήρχε και στο παλαιότερο «Αληθινό Θράσος», ωστόσο σε αυτά τα θέματα άλλο να ʽμαστε στο 1969 κι άλλο στο 2011.

Οι χαρακτήρες πλην της Στάινφελντ δεν εντυπωσιάζουν. Η πλοκή είναι ευθύγραμμη και μονοδιάστατη. Οι Κοέν έμειναν πιστότεροι στο αυθεντικό μυθιστόρημα από ό,τι η ταινία του 1969. Αυτό μάλλον τους περιορίζει. Το σενάριο σε σχέση με τα από την αρχή δικά τους μοιάζει αισθητά λιγότερο πλούσιο. Δεν ξέρω πόσο τελικά τους πάει να διασκευάζουν υλικό άλλων. Εδώ βέβαια μπορεί να αντικρούσει κανείς ότι την μοναδική άλλη φορά που το έκαναν, στο «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», μια χαρά τους βγήκε και θριάμβευσαν και στα όσκαρ. Ναι, αλλά εκεί ο Μπαρδέμ ήταν ένα σύμβολο, το ίδιο και ο Τόμι Λι Τζόουνς. Η ιστορία μολονότι κι αυτή σχετικά λιτή είχε ένα βάρος. Εδώ το βάρος απουσιάζει. Γιατί με τα περί εκδίκησης μου φαίνεται πως δεν μπήκαν καν στον κόπο να ασχοληθούν, αλλά τα είδαν περισσότερο σαν τον μοχλό που ξεκίνησε την ιστορία, όσο κι αν στην αρχή της ταινίας η βιβλική φράση «Ο αμαρτωλός φεύγει μόνο όταν δεν τον καταδιώκει κανείς» και η εξόχως ειρωνική ατάκα «Για όλα πρέπει να πληρώσεις σε αυτόν τον κόσμο. Γιατί τίποτα δεν είναι δωρεάν εκτός από τη χάρη του Θεού» σε προϊδεάζουν για το αντίθετο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από το βάρος απουσιάζει και το ευφρόσυνο άφημα στην ελαφρότητα. Μια αρκούδα που καβαλά ένα άλογο κι ένα μέλος της συμμορίας που πετάγεται από το πουθενά και κάνει σα ζώο θα μπορούσαν να είναι δείγματα του αντιθέτου, ωστόσο κι εκεί διακρίνει κανείς μια αίσθηση βιασύνης που βρίσκεις και σε άλλα σημεία του έργου. Δέκα υποψηφιότητες για όσκαρ, και το μοντάζ απουσιάζει, νομίζω όχι τυχαία. Ούτε το παιχνίδι προχωρά σε επίπεδα ολικής ανατροπής του είδους, ούτε από την άλλη μπορεί να το δει κανείς σαν αυθεντικό γράμμα αγάπης για το γουέστερν (π.χ. μάλλον περισσότερες ανοικτές εκτάσεις βλέπεις στο «Καμιά Πατρίδα» παρά εδώ). Το κύριο πρόβλημα έγκειται στην κλιμάκωση της πλοκής, όπου πιάνεις τον εαυτό σου να παρακολουθεί τα πιστολίδια διεκπεραιωτικά. Η ιστορία είναι αρκετά φτωχή σε συναίσθημα για να σε κάνει συμμέτοχο. Και το επίσης πιστό στο μυθιστόρημα τέλος της δεν έχει κάποια αιχμή και είναι ιδιαίτερα αδύναμο, ειδικά αν το φέρεις σε αντιδιαστολή με τα φινάλε των δύο προηγούμενων ταινιών τους.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι Κοέν κακή ή έστω μέτρια ταινία αδυνατούν να κάνουν. Ωστόσο στο πλαίσιο των πολύ υψηλών προσδοκιών που είχα, η ταινία με άφησε μάλλον ανικανοποίητο. Δεν μοιάζει να εξελίσσει τη φιλμογραφία τους, ενώ τα κρυμμένα της δώρα είναι λίγα. Από την άλλη είναι τέτοια η κλάση τους, που και αυτά τα λίγα δώρα τους ενδεχομένως να αρκούν: ο ιδρώτας στο λαιμό του αλόγου, το λαχάνιασμά του, η εξάντλησή του μέσα σε μια παραμυθένια έναστρη νύχτα.