Μια συναυλία συλλεκτική, ιδανική για τις «Εορτές Αποχαιρετισμού» του Ηρωδείου είναι αυτή που ετοιμάζει η Λένα Πλάτωνος με τη Μαρία Φαραντούρη και τους συνεργάτες της. Και τι μπορεί να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτή τη γυναίκα; Η μουσική της Λένα Πλάτωνος με έχει συντροφεύσει από τα παιδικάτα μου και τώρα στα πενήντα παρά μου, με συντροφεύει ακόμα. Θα σας πω ότι εξαιτίας της αγάπησα την ηλεκτρονική μουσική και αποκαλώ πια τον εαυτό μου συνταξιούχο ρέιβερ. Θα σας πω ότι όσοι δεν γνωρίζετε το έργο της έχετε στερήσει απ’ τον εαυτό σας ένα ταξίδι μουσικό σε άλλες διαστάσεις χωροχρόνου. Θα σας πω ότι αν του μικρού Στέλιου τότε που την έβλεπε στην εκπομπή της ΕΡΤ μαγεμένος του έλεγα κάνε υπομονή σε κάποια πολλά χρόνια θα την γνωρίσεις, θα μέτραγε τις μέρες ίσαμε να φτάσει εκείνη η στιγμή.

Έφτασα στο σπίτι της, εκείνη καθόταν στον καναπέ και σκάναρε την ενέργειά μου, το ένιωσα. Μου χαμογελούσε και μου προσέφερε φράουλες, είναι ευγενέστατος άνθρωπος ως οικοδέσποινα. Μου είπε να φέρω την καρέκλα πιο κοντά και ’γώ κάθισα κάτω στο χαλί της πλάι στο τραπεζάκι της. Κάθισα να την βλέπω από χαμηλά όπως καθόμουν μικρός στο σαλόνι που την έβλεπα στην τηλεόραση ή άκουγα τις μουσικές της. Αφού της πήρα τη συνέντευξη θέλησε να μου κάνει την τιμή ν’ ακούσω δυο της νέα κομμάτια από αυτά που θ’ απολαύσουμε στη συναυλία της στο Ηρώδειο. Έκλεισα τα μάτια καθώς τ’ άκουγα όρθιος και είχα αφήσει το σώμα μου να το συνεπάρει η σύνθεση, χόρευα… Κι όταν άνοιξα τα μάτια είδα τα μάτια της να δακρύζουν. Είδα με τα μάτια μου αυτό που πάντα πίστευα, ότι η Λένα Πλάτωνος δεν είναι μια δημιουργός απλή μα σε κάθε της κομμάτι βάζει ψυχή. Ένιωσα τη συγκίνησή της καθώς άκουγε το δημιούργημά της, δείγμα για μένα ύψιστης ποιότητας καλλιτέχνη. Άλλωστε ο πραγματικός καλλιτέχνης έχοντας βάλει την αλήθεια του, την ψυχή του στο έργο του, συγκινείται για τις μνήμες τις προσωπικές που εντοπίζει κάθε φορά που το ακούει. Η Λένα Πλάτωνος είναι εθνικός θησαυρός, οι Έλληνες όπως πολλά ίσως να το αγνοούν κι αυτό. Ένα παράδειγμα θα σας φέρω ότι οι συναυλίες της σε ποσοστά είναι 2/3 ξένοι και 1/3 Έλληνες. Έρχονται από το εξωτερικό άνθρωποι να ακούσουν Λένα Πλάτωνος στο Ηρώδειο. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι τα δυο τραγούδια που άκουσα θα κάνουν το κοινό του Ηρωδείου να σηκωθεί να χορέψει. Θα φύγουμε από κει «Καινούργιοι άνθρωποι» και θα πάμε να κοιμηθούμε γιατί «θα ‘χει ο κόσμος καταιγίδες».

Λένα είναι η πρώτη φορά που συνομιλώ με παιδί θαύμα και πραγματικά ήθελα πάντα να μάθω αν τα παιδιά θαύματα νιώθετε ότι είσαστε παιδιά θαύματα;

(Γέλασε) Δεν ξέρω τι νιώθω. Το νιώθουμε επειδή μας κάνουν οι άλλοι παντοιοτρόπως, με καλούς και κακούς τρόπους, να το νιώθουμε. Εμείς οι ίδιοι δεν νομίζω ότι νιώθουμε κάτι το ιδιαίτερο. Απλώς μας συμβαίνει.

Είναι σαν να σε βρίσκει στη ζωή ένα κακό; 

Όχι, δεν σε βρίσκει κακό. Καλό είναι αυτό, γιατί ασχολείσαι με κάτι που σε ανεβάζει. Με τη μουσική ας πούμε, τη ζωγραφική, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, αλλά οι άλλοι το πώς σε αντιμετωπίζουνε σε καθορίζουνε κατά πολύ -όταν είσαι και μικρό παιδί βέβαια και εμένα αυτό με καταπίεζε πάρα πολύ από τη μάνα μου, η οποία με επιδείκνυε. Της άρεσε αυτό, με πήγαινε από δω και από εκεί και…«παίξε»! (Σηκώνει το δάχτυλο της). Με το δάχτυλο. Έχω και φωτογραφία που έχει το δάχτυλό της κι εγώ είμαι ντυμένη πυργοδέσποινα.

Άρα έχεις περάσει κάτι από συνθήκη Κάλλας ε; Μόνο που δεν ήσουνα στον πόλεμο.

(Γέλασε). Ήμουνα, (παίρνει μια ανάσα κουνώντας το κεφάλι), ήμουνα. Συνθήκη Κάλλας καλά το είπες. Να μην επεκταθούμε.

Να μην επεκταθούμε. Μια που είμαστε στα παιδικάτα μας τώρα. Πώς νιώθεις που μέσα στη διαπαιδαγώγηση όλων των ελληνόπουλων είσαι στη βασική ύλη με το χοντρό μπιζέλι; Δεν μεγαλώνει παιδάκι χωρίς να χορεύει το μπιζελάκι.

Το μπιζελάκι ναι και τη Ρόζα και λίγο αργότερα στη βασική παιδεία έχει μπει και ο Καρυωτάκης.

Ναι, στα πιο μετά, στα πιο εφηβάκια. Πώς το νιώθεις αυτό;

Δεν το νιώθω, (γελώντας) για να είμαι ειλικρινής. Καθόλου. Μόνο αν μου το λες εσύ κάτι παίρνω υπόψιν μου. 

Αλλά αυτό που έχεις καταφέρει δεν το έχουν πολλοί καλλιτέχνες να είναι μέσα στην ύλη.

Καταλαβαίνω. Και τώρα που μου είπες για το μπιζέλι, δεν το έχω συνειδητοποιήσει για το μπιζέλι και για τη Ρόζα Ροζαλία για να είμαι ειλικρινής. Για τον Καρυωτάκη το ήξερα εδώ και καιρό. (Αναφέρεται στον δίσκο του 1982 «Καρυωτάκης 13 Τραγούδια»).

Και είναι και μαγικό. Ξέρεις γιατί; Γιατί η Ροζαλία έχει κάτι το νοσταλγικό. Σαν να ερωτεύεσαι ενώ είσαι ανήλικο και το μπιζέλι σε μαθαίνει τσιφτετέλι χωρίς να το συνειδητοποιείς ότι χορεύεις.

Χωρίς να το θέλεις.

Ναι. Και μετά Λένα αρχίζεις και δημιουργείς συνειδητά και έχεις μπει λίγο πιο μπροστά από την εποχή σου με αυτό που λέμε ηλεκτρονική μουσική. Αυτό το έκανες με πλήρη συνείδηση; Είπες να πειραματιστείς;

Όχι, ξέρεις, δεν έγινε έτσι. Λίγο αλλιώς έγινε το πράμα. Εγώ είχα φτιάξει τον Καρυωτάκη και ήμουνα με τη (Σαβίνα) Γιαννάτου τότε, τραγουδούσαμε τον Καρυωτάκη και έλεγα θα ήθελα να κάνω συναυλίες. Πώς μπορώ να τις κάνω τις συναυλίες, να μην θέλω πολλά άτομα; Να χρησιμοποιήσω από αυτά τα philicorda που ήταν τότε αν έχεις υπόψιν σου. Κάτι κιμπορντοειδή σκευάσματα. (Σημ. H Philicorda ήταν ένα φορητό ηλεκτρικό μουσικό όργανο σαν πιάνο που κατασκεύασε η Phillips τη δεκαετία του 1960)

Επικίνδυνα!

Ναι! Τα οποία μου έλεγε και ο πατέρας μου «Πήγα και δοκίμασα μια Philicorda», μου έλεγε «δοκίμασα». Έκανε εκεί κάτι ιμιτασιόν ας πούμε βιολιών και τα λοιπά η Philicorda. Και πάω εγώ μια μέρα στο Νάκα. Ήταν ο συγχωρεμένος ο Γανωσέλης εκεί – Καταπληκτικός! (Σημ. Αναφέρεται στον Κώστα Γανωσέλη τον ενορχηστρωτή και μαέστρο που έχει συνεργαστεί με όλα τα μεγάλα ονόματα από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ασχολήθηκε με τα ηλεκτρονικά όργανα και την περίοδο 1983-1985 εκπαιδεύτηκε στην Ιαπωνία σε σύστημα διδασκαλίας ηλεκτρονικών οργάνων.) Ήταν εκεί για να στα επιδεικνύει αυτά και με βάζει σε ένα CS-60, αυτό που αγόρασα, της Yamaha. Και αρχίζει να μου το επιδεικνύει και εγώ έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Δηλαδή έφυγα τελείως από την ιδέα της συναυλίας -όπου θα αντικαθιστούσε δεν ξέρω τι- και μπήκα κατευθείαν στον ηλεκτρονικό ήχο στον οποίο είχα μπει πριν από πολλά χρόνια βέβαια, όταν στη Βιέννη είχα έρθει σε επαφή και είχα αγοράσει το δίσκο των White Noise.

Υποθέτω γνώριζες ήδη και τον Ιάννη Ξενάκη.

Καλά τον Ξενάκη ναι, αλλά οι White Noise ήταν αυτοί που με σφράγισαν. Δηλαδή Delia Derbyshire, Brian Hodgson και ο David Vorhaus που ήταν πιο μηχανικός στην ιστορία. O δίσκος τους “An Electric Storm”, ο οποίος ήτανε του 1969. Εγώ τον πήρα είδηση το 1971 στη Βιέννη και είπα όταν τον άκουσα ότι αυτή είναι η μουσική του μέλλοντός μου, κατά κάποιο τρόπο αυτό είπα μέσα μου. Τον άκουγα τον ξανάκουγα, τον ξανάκουγα. Τον έφερα εδώ στους φίλους μου και τους λέω «Παιδιά, ακούστε ΤΟΝ ήχο τώρα. Ακούστε το κλάμα», The Visitation λεγόταν το κομμάτι. Το έχω βάλει το «κλάμα» – το έβαλα συνειδητά όμως όχι για αντιπερισπασμό – το έβαλα στις Μοίρες. Και έλεγα στη Σοφία σε μία φίλη μου «άμα χωρίσεις με τον Αντρέα, έτσι θα κλαις. Θα κλαις περασμένη από τη μηχανή του κιμά την ηλεκτρονική. Μεταξύ γέλιου και κλάματος τα λέγαμε αυτά. Τελικά χώρισε και πέρασε από τη μηχανή του κιμά.

Και έγινε κιμάς. 

Πραγματικά έγινε.

Έτσι είναι ο έρωτας.

Ο έρωτας.

Πιστεύω ο έρωτας δεν θέλει εγωισμούς. Να γίνουμε κιμάς, να είμαστε έρμαια των παθών μας και των πόθων μας.

Και εγωισμούς θέλει και απ’ όλα θέλει.

Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Απ’ όλα. Δεν ξέρω αν είναι ένστικτο αυτοσυντήρησης ο εγωισμός μέσα στον έρωτα. Επίσης στον έρωτα δεν υπάρχει ένστικτο αυτοσυντήρησης, ό,τι κι αν χρησιμοποιήσεις κατά τη γνώμη μου. Τελείωσε.

Θα το δεχτώ και προχωράμε.

Αγόρασα λοιπόν το CS-60, αυτό το μηχάνημα που δεν ήταν μηχάνημα για εμένα. Το λέω μηχάνημα και το υποτιμώ. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος καινούργιος, ένα πράγμα τρομερό. Το έφεραν σπίτι μου μια μέρα που -τότε- δίδασκα πιάνο. Ήμουν και στο Τρίτο Πρόγραμμα αλλά είχα μερικές ώρες και δίδασκα και το έβαλα στα παιδιά. Λέω «ελάτε, ελάτε να δοκιμάσουμε» και τα παιδιά ήταν σαν χαμένα, αλλά πιο χαμένη ήμουν εγώ, η οποία τι έκανα; Το αποστασιοποίησα από τον εαυτό μου επί μήνες πολλούς, το έβαλα σε μια γωνία στο σαλόνι, γιατί το φοβήθηκα. Φοβήθηκα τις δυνατότητές του και λέω «κάτσε, κάτι πρέπει να γίνει, να έρθουμε σε μια ισορροπία μεταξύ μας». Να έρθω εγώ δηλαδή στην κατάλληλη θέση, να μη με «φάει» εμένα. Κατάλαβες; Ένστικτο αυτοσυντήρησης…

…που δεν ήθελε εγωισμό.

Μμμμμμ.(χαμογελώντας)

Ήθελε όμως εγωισμό τελικά. Είδες;

Ε, ναι, ήθελε λίγο και έτσι το άφησα επί μήνες και το χρησιμοποίησα για πρώτη φορά στο «Σε παλιό συμφοιτητή». Στον δίσκο που μελοποίησα τον Καρυωτάκη που έχει ένα οργανάκι που μοιάζει λίγο με λατέρνα. Το άνοιξα λοιπόν το SC-60, το έβαλα στον «παλιό συμφοιτητή» και σε λίγες μέρες έβαλα λίγο στην «Άνοιξη», έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους. Έβαλα λίγο ένα βουητό εκεί, ανακάλυψα κάτι. Δηλαδή το πήγα λάου λάου, πώς να στο πω! Ψάχνοντας …ψάχνοντας μέχρι που τελείωσε ο Καρυωτάκης και έβαλα αρκετά πράγματα στον Καρυωτάκη, αλλά όχι πάρα πολλά. Είχα και φυσικά όργανα. Αλλά στο «Σαμποτάζ» αποφάσισα να βάλω πολύ ηλεκτρονικό ήχο.

Το ήθελε η εποχή όμως.

Το ήθελε η εποχή ναι, το ήθελα κι εγώ. Μαζί πήγαινα. Και χρησιμοποίησα βέβαια εκεί ηλεκτρική μπάντα με μουσικούς καταπληκτικούς. Γιώργο Τρανταλίδη, Δημήτρη Ζαφειρέλη και τον Γιώργο Φιλιππίδη, ήτανε για λίγο. Τον συγχωρεμένο, τρομερός μπασίστας ήτανε. Ο Θανάσης Μπίκος και ποιος άλλος; Και έπαιξε και ο Βαγγέλης ο Μπουντούρης στη «Γαλάζια Κιθάρα», κλασική κιθάρα, ήταν γραμμένο γι’ αυτόν το τραγούδι. Εγώ έπαιξα όλα τα keyboards και τώρα θυμήθηκα ότι ο Πάνος ο Δράκος είχε κι αυτός ένα CS-60 και ίσως λίγο πιο εξελιγμένο και έπαιζα και σε αυτό μερικά πιο keyboardίστικά πράγματα. Aλλά στο δικό μου ανακάλυπτα όλους τους ήχους, τους περίεργους, που ήθελα να ανακαλύψω. Πάμε μια βόλτα στο σούπερ μάρκετ, ας πούμε.

Θα μπορούσες ως παιδί θαύμα να έχεις εξελιχθεί σε μεγάλη σολίστ, σε μεγάλη συνθέτη, αλλά ήσουν μπροστά. Έτυχε και είχες αυτό το μυαλό, αλλά σίγουρα κάποιοι θα βρέθηκαν να σου πουν βρε κοπέλα μου, άσε τα μπλιμπλίκια και έλα στο κλασικό.

Δεν μου το είπαν όμως.

Μήπως επειδή ήσουν η πρώτη τελικά;

Δεν μου το είπαν. Μήπως επειδή αυτά που έφτιαχνα τελικά ήταν πολύ συγκροτημένα. Μπορεί να ήταν «τρελούτσικα» ας πούμε, αλλά στην πραγματικότητα είχαν μια συγκρότηση. Δηλαδή ήξερα πού βαδίζω.

Φαίνεται αυτό και από τους στίχους σου που έχουν δραματουργία, δεν είναι ατάκτως ερριμμένες  λέξεις.

Καλά ο στίχος ο δικός μου ήρθε λίγο αργότερα. Η Μαριανίνα (Κριεζή) έφτιαξε το Σαμποτάζ. Τότε εγώ είχα αρχίσει να γράφω στίχο και μου είπε μια μέρα, καλή της η ώρα. Πολύ το εκτίμησα αυτό το πράγμα. Πολλοί, πολλοί, πολλοί λίγοι καλλιτέχνες δηλαδή το έχουν κάνει αυτό. Να μου πει η Μαριανίνα «Λένα ο στίχος σου είναι…» – Δεν θυμάμαι αν μου είπε καταπληκτικός τι μου είπε, σίγουρα μου είπε ότι είναι αξιόλογος – «και θα κάνεις τον επόμενο σου δίσκο μόνη σου», μου λέει «Να πώς έχει κάνει ο Κηλαηδόνης. Θα τραγουδάς. Θα παίζεις. Θα τα κάνεις όλα μόνη σου». Της λέω «Ρε Μαριανίνα», μέσα μου το είπα αυτό: «Σαν να έχει δίκιο η Μαριανίνα». Μου άρεσε αυτός ο δρόμος και τον πήρα τον δρόμο εκείνο. Άρχισα να γράφω στίχους πολύ έντονα και άρχισα να αυτοσχεδιάζω. Ας πούμε το Lego, στις Μάσκες Ηλίου.

Και φοβερά όλα τα εξώφυλλα των δίσκων σου, εικαστικά.

Δικά μου, γιατί ζωγράφιζα από πολύ μικρή.

Είναι μικρά έργα τέχνης αυτά τα εξώφυλλα..

Ναι, τα εξώφυλλα αυτά είναι πολύ όμορφα και εγώ τα αγαπώ πολύ. Στις Μάσκες Ηλίου δεν είμαι εγώ. Έβαλα μια φίλη μου που κάπως μοιάζαμε για να κάνω εγώ τη σκηνοθεσία της φωτογράφησης μαζί με τον φωτογράφο, ο οποίος ήταν ένας πολύ καλός νεαρός, στο Κολωνάκι είχαμε πάει. Ήθελα τα γυαλιά μέσα να αντικατοπτρίζουν και τον καθρέφτη και ο καθρέφτης τα γυαλιά και τα γυαλιά τον καθρέφτη και να είναι επ’ άπειρον.

Και τους τρέλανες όλους.

Η αλήθεια είναι ότι είχα και κόντρα.

Κόντρα με τον εαυτό σου;

Όχι.

Με το σύστημα;

(γέλασε πονηρά κουνώντας το κεφάλι της) Ναι, και είχα και…

Δεν το γλιτώνουμε να επανέλθουμε στην περίπτωση Κάλλας οπότε ας κάμω άλλη ερώτηση. Σε νιώθω ότι είσαι πολύ δημιουργικά παραγωγικό άτομο. Έχω στο μυαλό μου ότι εσύ στα συρτάρια σου αυτή τη στιγμή πρέπει να έχεις υλικό για τουλάχιστον πολλούς δίσκους.

Στα συρτάρια της φαντασίας μου.

Καλά, στα συρτάρια της φαντασίας σου εκεί πρέπει να γίνεται χαμός,

Εκεί είναι στα συρτάρια μου. Γιατί στα συρτάρια μου σε πληροφορώ είχα γραμμένες παρτιτούρες τότε που γράφαμε ακόμα παρτιτούρες και κάποιος καλοθελητής. Εραστής, ανταγωνιστής και όλα τα -ιστής μου τα έκλεψε.

Πες μου ότι άκουσες δικό σου τραγούδι να κυκλοφορεί.

Οχι αυτό γιατί τα είχα ήδη κυκλοφορήσει, αλλά μου έκλεψε το υλικό το πρωτότυπο. Αυτά τα συρτάρια που λες εσύ από τότε συρτάρια εγώ δεν ξαναείδα. Τα έχω όλα μέσα μου.

Έχεις μεγάλο σκληρό δίσκο δηλαδή στο μυαλό σου;

Καλά..!

Μπακ απ έχεις κάνει;

(γελώντας) Μπακ απ μόνο ένα;

Σε ακούω από μικρός και θύμωσα κάποια στιγμή διότι αρκετός κόσμος σε επανανακάλυψε όταν σε θυμήθηκαν κάποιοι του εξωτερικού. Εκεί είναι που θύμωσα πολύ.

Όταν κυκλοφόρησε το υλικό μου ή τουλάχιστον οι τρεις τέσσερις δίσκοι, βασικοί δίσκοι και κάτι ρεμίξ έγιναν από τον Josh Cheon τον διευθυντή της Dark Entries. Δεν έγιναν από μένα.

Εσύ ήσουν ήρεμη και έκανες τη δουλειά σου.

Εγώ εδωπέρα σπίτι ήμουν εντάξει. Εγώ τα έβλεπα από το ίντερνετ. Το ίντερνετ ήταν πολύ ανοιχτό, το google και έβλεπα πάρα πολλά πράγματα για μένα, πάρα πολλά γραμμένααπό νέους θαυμαστές κι από ανθρώπους, ας πούμε σοβαρούς κριτικούς της εποχής εκείνης, σε έντυπα τρομερά, της Αγγλίας τα καλύτερα.

Στο εξωτερικό δεν το συζητώ. Είσαι γι’ αυτούς ιέρεια της ηλεκτρονικής μουσικής. Αυτό το ξέρουμε όσοι σε ξέρουμε. Όμως μιλάω για το ελληνικό κοινό που κάποια στιγμή μετά την Λιλιπούπολη, τον Καρυωτάκη, το Σαμποτάζ, το Γκάλοπ, τα Λεπιδόπτερα μετά τη Λένα Πλάτωνος τη θεωρεί κάπως δεδομένη στη δικιά της αφοσίωση στην ηλεκτρονική μουσική που δεν γίνεται ποπ ποτέ και παραμένει ιδιαίτερη. Μέχρι που έρχεται αυτή η εποχή που σου λέω, που ξαφνικά σε ξαναβάζουν όλοι οι Έλληνες μουσικόφιλοι παλιοί και νέοι μέσα στη ζωή τους.

Ναι, ναι. Γιατί εμείς έτσι είμαστε δυστυχώς οι Έλληνες, έχουμε ένα κόμπλεξ, σα λαός είμαστε κομπλεξικοί. Είμαστε πολύ ωραίοι, έχουμε πολύ ωραία πράγματα καταπληκτικά, τα λαϊκά μας τραγούδια, τα κέφια μας, τις ταβέρνες μας, όλα μας αυτά και τον κινηματογράφο μας τον ωραίο έχουμε. Αλλά μέσα σε όλα αυτά έχουμε κι ένα κόμπλεξ σε σχέση με αυτό που φτιάχνουμε πάντα το συγκρίνουμε με το ξένο. Πάντα! Το πιστεύω αυτό.

Μιας και λέμε για μας τους Έλληνες, κάποιοι έχουν κι ένα κόμπλεξ προς την ποικιλία στο ποικίλο.

Στο ποικίλο ναι.

Δηλαδή μην σκεφτεί κάποιος λίγο εκτός νόρμας.

Ναι, ναι, ναι.

Εσύ το ξέρεις υποθέτω κι από πρώτο χέρι, πολλοί σε θεωρούνε και τρελή,

Τελείως τρελή.

Αλλά αυτό είναι ωραίο παράσημο.

Ναι, ωραίο παράσημο, αλλά έχω κλάψει και πολύ.

Ε, ναι, συμβαίνουν και αυτά. Όμως είπες ποτέ δεν θα ξανασχοληθώ;

Όχι.

Βλέπεις, δεν σε νίκησαν.

Ποτέ!

Ε, αυτό είναι το θέμα. Μένουμε μαχητές.

Ποτέ, γιατί είχα βρει τον εαυτό μου και από τη στιγμή που τον είχα βρει τον εαυτό μου τελείωσε. Ξέρεις στο google τότε που σου είπα έψαχνα να βρω τον αντίκτυπό μου που δεν ερχόταν εδώ πέρα στην Ελλάδα. Τον έβρισκα ας πούμε στη Μόσχα, τι αντίκτυπο έχω στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, κι έβλεπα ανθρώπους από κει, καλλιτέχνες πολλούς, οι οποίοι το όνειρό τους ήταν να συνεργαστούν μαζί μου. Είναι φοβερό αυτό. Έχω να σου πω ότι τότε που το google ήταν ανοιχτό, γιατί μετά άλλαξε πολιτική και έγινε κάτι άλλο. Εγώ ξημεροβραδιαζόμουνα στον υπολογιστή, όχι στο κινητό, στον υπολογιστή και εκεί συνάντησα και τον Στάθη τον Γουργουρή που είναι στο Κολούμπια  Συγκριτικής Λογοτεχνίας καθηγητής και είχε γράψει ένα πόνημα για μένα. Το βρήκα και τα έχασα εγώ, καταλαβαίνεις. Και μετά γίναμε οι καλύτεροι φίλοι και επειδή είναι και ποιητής, του έχω μελοποιήσει και στίχους του και τους έχω παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη, στο Μέγαρο πριν μερικά χρόνια.

Από την άλλη, είναι το ίδιο σοκ για έναν νέο καλλιτέχνη που σ’ αγαπάει, εσύ να έρχεσαι και να του λες έλα να συνεργαστούμε.

Ναι, με αρκετούς Έλληνες και από το εξωτερικό έχουν έρθει σε μένα και τους έχω κάνει και αφηγήσεις και αρχαία ελληνικά Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροποναπό, την Οδύσσεια ας πούμε.

Από δουλειές σου πια στο 2000 αυτή που προσωπικά με τρέλανε και εκεί είπα ναι, η Λένα υπάρχει και θα υπάρχει είναι το Σ’ αγάπησα.

Απ’ τα Ημερολόγια λες.

Ναι, αυτός ο στίχος ο φοβερός: «Γέρασες, γέρασα You are my last hope σου ψιθύρισα και ο καθρέφτης ουρανός έσπασε στις ρυτίδες μας». Δεν θα μιλήσω για το φοβερό μπιτ που έχει. Ακόμα και αυτή η υπόνοιά σου με το τηλεμάρκετινγκ μέσα «λίγα κομμάτια σε κίτρινο χρυσό έχουν μείνει τώρα είναι η ευκαιρία να το αποκτήσετε».

Δεν ήταν υπόνοια, ήταν πραγματικότητα.

Το γήρας υποθέτω δεν το φοβάσαι. Είναι χαζή ερώτηση να την κάνω, ε;

Εγώ να σου πω την αλήθεια, με τον χρόνο έχω μια πολύ περίεργη σχέση. Πολύ περίεργη σχέση.

Είσαι σε άλλον χωροχρόνο.

Ναι, πηγαινοέρχομαι, κάνω ταξίδια μέσα στον χρόνο.

Το έχεις δει το μέλλον.

Ναι, ναι.

Είναι καλό. Λες και ρωτάω τώρα την Πυθία κάνω.

Καλό είναι.

Θα το δεχτώ αφού έρχεται από το στόμα σου. Μιας και μιλάμε για το μέλλον στις 19 του Ιούνη έχουμε το Ηρώδειο. Σε έχω δει κι άλλες φορές στο Ηρώδειο και είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει μαζί σου. Είναι σαν να σπας τον χρόνο, μπαίνεις στη σκηνή αργά. Κάποιος συνήθως σε κρατάει. Κάθεσαι στο πιάνο και μετά μεταμορφώνεσαι σε μια έφηβη που κάνει και τα αστειάκια της, μας κάνεις πάντα να χαμογελάμε. Περιμένω κάθε φορά τι σχολιασμό εισαγωγής θα κανείς πριν το τραγούδι.

Καλά, έχω επαφή με το κοινό. Μ’ αρέσει. Το έχω μέσα μου.

Για πες μου τι θα ζήσουμε ως το κοινό σου στο Ηρώδειο στις 19 του μήνα.

Το πρώτο έργο είναι μυστηριακό. Ανατολίτικο-αρχαιοελληνικό και με ορισμένα στοιχεία δυτικής μουσικής.

Είναι μια σπουδή που είχες κάνει σε αυτές τις ποιήτριες το έργο σου «Οι ποιήτριες του αρχαίου κόσμου»;

Όχι, δεν έχω κάνει καμία σπουδή. Η σπουδή μου ήταν αυτό που έκανα, το ένιωσα και το έκανα. Σαν σπουδή το έκανα και βγήκε έργο, ας πούμε. Το άκουσα μετά από μερικά χρόνια κι έμεινα ικανοποιημένη, γιατί τα έργα μου τα αφήνω εγώ. Δεν τα  ακούω συνέχεια, δεν μπορώ. Μου άρεσε η ατμόσφαιρα αυτή που είχε κατορθωθεί από μένα και από τον φίλο μου τον Τσιρλιάγκο (Stergios T.)  που και αυτός βάζει το χεράκι του οσονούπω εκεί που πρέπει. Και κάνει τα πολύ ηλεκτρονικά πράγματα με τα οποία εγώ ασχολούμαι χωρίς να ασχολούμαι. Μου άρεσε αυτή η μυστηριακή ατμόσφαιρα, η αρχαιοελληνική, την οποία δεν έχει τύχει να έχω ακούσει εγώ σε πολλά ελληνικά έργα. Αυτό είναι αλήθεια.

Και δεν έχουμε τύχει όλοι μας ν’ ακούσουμε.

Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αυτό θα διαπιστωθεί στη συναυλία και η Μαρία (Φαραντούρη) τραγουδάει εκπληκτικά.

Είδα τη Μαρία Φαραντούρη κάποια στιγμή, ένα βίντεο στα social media που έλεγε με αυτή τη χαρά της που είναι πάντα της χαμογελαστή ότι «Θα είναι μια συναυλία ορόσημο, γιατί λέει για τα παλιά και τα καινούργια με ρυθμούς πολύ μοντέρνους ηλεκτρονικούς. Κι εγώ θα τραγουδήσω με μουσική techno, κυριολεκτικά οι νέοι θα χορεύουν είναι συγκλονιστικό». Την «κατέστρεψες» κι αυτή.

(γελώντας) Ναι, αλληλοκαταστραφήκαμε. Το ήθελε πάρα πολύ να το κάνει το τραγούδι.

Υποθέτω θα μας χορέψει, θα μας κάνει το μπιτ σου να σηκωθούμε στο Ηρώδειο.

Κι εγώ έτσι νομίζω σε αυτό το κομμάτι από τις Μοίρες. Άλλοι θα σηκώνονται, άλλοι θα κάθονται.

Εορτές Αποχαιρετισμού κάνει το Ηρώδειο οπότε το θέλει και το dance πάρτι του έστω και για λίγο.

Έχει και ένα φλάουτο φοβερό από τον Στάθη Καραπάνο κι έτσι θα ενταχθεί στο σύστημα, στη λούπα. Γιατί η σημερινή εποχή είναι μία λούπα. Δεν το υποτιμώ το κομμάτι, όταν το λέω ότι είναι λουπαρισμένο. Είναι μία λούπα, γιατί έτσι είναι η εποχή μας. Έχει στη μέση ακριβώς το κομμάτι αυτό ένα νανούρισμα του Τσαϊκόφσκι. Κάνει μία μεγάλη παύση, έχει προετοιμαστεί θεματικά, μουσικά βέβαια, το θέμα του Τσαϊκόφσκι και ακούς το νανούρισμα που λέγεται Lullaby in a Storm.

Οι Μοίρες είναι τρία κομμάτια.

Είναι τρία, όσες κι οι Μοίρες και το τελευταίο τραγούδι είναι κι αυτό έκπληξη. Είναι για δυο φωνές η Αθηνά Ρούτση και η Μαρία Φαραντούρη.

Θα μας κάνει να χορέψουμε, θα μας κουνήσει και αυτό;

Διαφορετικά! Είναι κι αυτό πολύ κουνητικό αλλά δεν είναι χορευτικό, είναι άλλου είδους κουνήματα. Λέγεται Καινούργιοι άνθρωποι, τους στίχους έχει γράψει ο Νίκος Μωραΐτης.

Στη συναυλία θα αφήσεις για το τελευταίο της μέρος τα τραγούδια σου που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε;

Όχι, στο τελευταίο της μέρος είναι οι Μοίρες.

Οπότε αφήνεις το πάρτυ για το τέλος.

Ναι, το λίγο «Σαμποτάζ» που θα βάλουμε θα είναι στη μέση, στην αρχή του δεύτερου μέρους. Αλλά κι αυτό με εκπλήξεις γιατί θα είναι για φλάουτο και ηλεκτρικά όργανα. Θα λέω εγώ πριν τους στίχους απαγγελία -προζάτη- και πολύ θεατρική, όπως συνηθίζω. Και μετά θα πέφτει το φλάουτο να δίνει μια άλλη υπόσταση στην ιστορία.

Πολύ δυνατή βραδιά θα είναι αυτή με καινούργια σου δουλειά. Ένα καημό που τον έχω πάντα είναι γιατί αυτή η Λένα Πλάτωνος δεν έπαιξε ποτέ σε καμία ταινία.

Έλα μωρέ, δεν βλέπεις τα έργα μου;

Αλλά ξέρεις τι γίνεται; Η αποτύπωση αυτής της προσωπικότητάς σου είναι το ζητούμενο. Γι’ αυτό κι εγώ σε απολαμβάνω κάθε φορά στις συναυλίες όταν μιλάς. Και πάντα θα θυμάμαι πόσο μαγεύτηκα παιδί από εκείνη την εκπομπή της ΕΡΤ με τη χρήση βίντεοάρτ της εποχής σαν μια μικρή ταινία.

Μα κι αυτά που έκανα, αυτά που έχεις δει εσύ, που τα είχα κάνει στην ΕΡΤ με τον Μεγακλή Βιντιάδη, τα Λεπιδόπτερα και το Γκάλοπ. Ξέρεις ότι ήταν να γίνουν αυτά στο Λυκαβηττό, αλλά μου είπανε δεν θα βάλουμε μπλακ λάιτ και είπα εγώ «Τι; Δεν θα έχουμε μπλακ λάιτ»; Μα όλο το Γκάλοπ στηρίζεται στο μπλακ λάιτ και λευκά φορέματα. Αυτή η μυστηριακή ατμόσφαιρα δεν μπορούσε να λείπει. Τελείωσε, λέω δεν πρόκειται, δεν θέλω να γυριστεί από την ΕΡΤ. Και μου λέει ο Μεγακλής, ο οποίος ήταν Μεγακλής. «Θα έρθεις στην ΕΡΤ θα το κάνουμε στο στούντιο». Είναι η συναυλία φτιαγμένη όμως με τους ίδιους τους παράγοντες που είχα δυο χορευτές, εξαιρετικούς Αμερικανούς. Είχα την Έλλη Πασπαλά, ο Νίκος Αϊβαλής που δεν είναι εν ζωή. Ο Στάμος ο Σέμσης, ο Κώστας ο Χατζόπουλος που παίζανε ή κάναν ότι παίζανε σε ορισμένες φάσεις όργανα, γιατί είχαμε από πίσω playback, αλλά εκεί πέρα ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Το θυμάμαι αυτό το γύρισμα, γιατί είχα τον Βιντιάδη που μου έλεγε κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Αλλά έκανα κι εγώ πολλά δικά μου, πάρα πολλά δικά μου πράγματα. Και ζούσα μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου, που γινόταν αυτό που μου έλεγες πριν που ήθελες να με δεις να παίζω σε ταινία και εκεί έπαιξα, έκανα ότι μου κατέβαινε. Έπαιξα γιατί είμαι ηθοποιός ας πούμε. Είναι θεατρικά τα τραγούδια μου τελείως.

Θα έκανες ποτέ την ζωή σου ταινία;

Χμμμ! Το ερώτημα είναι θα γινότανε;

Η δική σου ζωή ταινία;  Αν εντάξουμε μέσα και τα ταξίδια στο μέλλον και την επιστροφή και τους στίχους σου.

Ποια ταξίδια μου στο μέλλον; (γελώντας) Τα ταξίδια μου στο παρόν, στο παρελθόν. Η δική μου ζωή, αγάπη μου είναι μεγάλη ιστορία Έχω ζήσει…

Είναι ιστορία που θα μας δίδασκε κάτι;

Έχω υπόψιν μου ότι όλες οι ιστορίες μας διδάσκουν κάτι. Από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη.

Θα έγραφες και ένα soundtrack φοβερό και φαντάσου να έπαιρνες και όσκαρ μουσικής. Να σου πω άμα το κέρδιζες ποτέ το Όσκαρ θα έκανες ότι ο Χατζιδάκις θα τους το χάριζες, θα τους το πέταγες  στη μούρη;

(Ένευσε γελώντας καταφατικά)

Τέτοια είσαι;

Τελείως.

Το μεγαλύτερο βραβείο που θεωρείς ότι έχεις κατακτήσει ποιο είναι; Είναι αυτά τα νέα παιδιά που γουστάρουν να σε ακούνε;

Ναι, ναι, ναι, ναι. Το ότι έρχονται μερικά παιδιά και κλαίνε μετά τις συναυλίες.

Υπάρχει κάποια αντίδραση από έναν θαυμαστή σου που να σου είπε κάτι που να σε σόκαρε ευχάριστα ή να σε συγκίνησε, θυμάσαι;

Από ένα θαυμαστή μου όχι, αλλά από ένα φυσικό γεγονός που έγινε πέρυσι στο Θέατρο Δόρας Στράτου. Και μια θαυμάστρια που είχε σχέση με αυτήν τη συναυλία που ήρθε 16 ετών και δεν μπορούσε να μου μιλήσει από τα κλάματα και έφυγε όπως ήρθε, έφυγε. Μια συναυλία που σταμάτησε η βροχή. Δεν ξέρω γιατί σταμάτησε η βροχή και άρχισε να βρέχει μόλις τελείωσε η συναυλία. Καλά, εγώ πιστεύω κιόλας. Σταμάτησε η βροχή αμέσως μόλις άρχισε η συναυλία. Και μάλιστα ο παραγωγός ο Αχιλλέας είπε μόλις είχε αρχίσει η βροχή στο κοινό ότι μπορείτε να φύγετε και θα σας επιστρέψουμε τα λεφτά σας. Και φύγανε 6 – 7 άτομα. Αλλά σταμάτησε και μπορούν να με πουν τρελή, ό,τι θέλουν να με πούνε, αλλά εγώ είχα και τον Άγιο Πορφύριο μαζί μου, με τον οποίον είχα και έχω πολύ στενές σχέσεις.

Άρα πιστεύεις, γιατί δεν είναι της μόδας να λέμε ότι πιστεύουμε.

Δεν ξέρω τι είναι της μόδας. Ας είναι ό,τι είναι της μόδας, εγώ πιστεύω.

Τώρα στο Ηρώδειο στις 19 του μήνα φεύγοντας οι θεατές τι θες να έχουν πάρει μαζί τους;

Το μήνυμα κυρίως του τελευταίου τραγουδιού, το Καινούριοι άνθρωποι. Αυτό θα ήθελα και γι’ αυτό το τελειώνω έτσι. Τις Μοίρες ξέρεις, τις έχω βάλει ανάποδα. Πρώτα την κακιά, μετά την Κλωθώ, το τώρα όπως τη λέω εγώ, και μετά τη γέννηση Αναγέννηση που είναι οι καινούριοι άνθρωποι. Να τελειώνει με μια ελπίδα θέλω, να παίρνουν τα πάνω τους κυριολεκτικά, ας πούμε. Όχι ότι όλη συναυλία δεν είναι καθαρτική. Είναι.

Αλλά πάντα το τελευταίο στοιχείο είναι αυτό που το κουβαλάς μαζί σου πιο έντονα.

Αλλά «προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται», με αυτό εγώ μεγάλωσα και το μόνο που έμαθα από τα αρχαία ελληνικά είναι αυτό. Νομίζω ο Δημοσθένης το είχε γράψει για έναν πόλεμο.

Εντάξει,  μου κάνεις και τέλειο κλείσιμο διότι ζούμε και σε πολεμικές περιόδους.

Μπράβο, αυτό είναι καλό που σου έκανα και τέλειο κλείσιμο. Γιατί το τελευταίο γεγονός είναι αυτό που κρίνει και όλα τα προηγούμενα, εδώ που τα λέμε, έτσι δεν είναι;

Info συναυλίας:

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: Λένα Πλάτωνος, Μαρία Φαραντούρη «Μοίρες» | Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026 | Ωδείο Ηρώδου Αττικού