Ανάμεσα σε πορτοκαλιές και ελιές, στα αρώματα του γιασεμιού, αυτό το καλοκαιρινό βράδυ στην Επίδαυρο τα είχε όλα, δίχως να το λες θεαματικό. Ένα θέατρο κοντά στη θάλασσα. Γυναικείες παρέες που γελούσαν στο σκοτάδι πριν πέσει το φως. Χώμα ζεστό, κρασί ή μπύρα σε πλαστικά ποτήρια, γέλια ανάμεσα σε φίλες που αφήνονται στη χαρά της συνάντησης. Που νιώθουν το σώμα τους να ησυχάζει καθώς ο ήχος της θάλασσας ταξιδεύει στον αέρα. Σώματα που άφηναν για λίγο την καθημερινότητα και μαλάκωναν, όλοι συμμέτοχοι ευλαβικά σε έναν κύκλο κοινής μνήμης. Στον κυκλικό κόσμο της Μικρής Επιδαύρου.
Καθισμένες στις πέτρινες βαθμίδες του θεάτρου, με την αύρα της θάλασσας να φτάνει ως τα πόδια μας, κοινό και σώμα ταυτόχρονα, μοιραστήκαμε τη σιωπή πριν αρχίσει η παράσταση, το γέλιο που ξέσπασε αυθόρμητα. Η ξεχασμένη από τους Θεούς ταβέρνα της Θήβας άνοιξε και μας περίμενε στην παράσταση «Θήβα μοναξιά» του Κυριάκου Χαρίτου, εμπνευσμένη από την Αντιγόνη του Σοφοκλή και σε σκηνοθεσία Όλιας Λαζαρίδου.
«Τώρα μιλά η Θήβα
Τα τείχη τα σεπτά
Ναοί και αγορές
Γίνανε μπετά»
Μια ταβέρνα εγκαταλελειμμένη, στα περίχωρα της Θήβας, ή μήπως της ψυχής; Σκηνικό τακτοποιημένο, ιερό, σαν να κουβαλούσε στα τραπέζια του τα ίχνη όλων όσοι κάποτε έφαγαν, μίλησαν, πόνεσαν εκεί. Μια γυναίκα στέκεται. Σαν μάρτυρας, σαν φάντασμα, σαν Θεά. Η μόνη σταθερά. Ό,τι απέμεινε από μια πόλη που υπήρξε.
«Γενιές ανθρώπων
Σαν πνοή περάσανε
Διαβήκαν τα στενά μου
Και ξεχάσανε»
«Με τα ίδια υλικά που έπλασαν τον άνθρωπο
χτίσανε οι θεοί τη Θήβα.
Λάσπη κι ελπίδα.»


Η αφήγηση κυλά σαν ψαλμός, σαν θρήνος, σαν παράπονο, σαν παλιό λαϊκό τραγούδι – εκείνο που σιγοψιθύριζε η γιαγιά μας χωρίς να το θυμάται ολόκληρο. Ο ρυθμός του λόγου, χαμηλόφωνος, τελετουργικός, αργά παλλόμενος, σε υποχρεώνει να ακούσεις αλλιώς. Σαν να κρατάς την ανάσα σου. Σαν να συμμετέχεις σ’ ένα άτυπο μνημόσυνο. Η μουσική σύνθεση του Γιαν Βαν Αγγελόπουλου ενισχύει αυτή την αίσθηση. Είναι μέρος του ηχοτοπίου της ψυχής. Γίνεται ο βόμβος της μνήμης. Το βουητό μιας πόλης που θρηνεί ακόμα κι όταν σιωπά. Οι λέξεις απλώνονται, πέφτουν σαν σταγόνες της βροχής όπως το νερό που έχει γεμίσει τα τραπέζια. Όχι για να εξηγήσουν την Αντιγόνη, όχι για να αιτιολογήσουν ή να ζητήσουν συγχώρεση μα για να μιλήσουν για όσα άφησε πίσω της ο μύθος. Μόνο με αλήθεια.
«Την είπαν Αντιγόνη
Απ’ τη γιαγιούλα της
Μα μαύρα τα προικιά
Μες στα μπαούλα της»
Η παράσταση μια τελετή, απαλή, μια ανάσα που κάποιος κρατά με σεβασμό. Το σκηνικό του Άγγελου Μέντη, αυτή η σύγχρονη, απέριττη εκδοχή μιας εγκαταλελειμμένης ταβέρνας συγκλονίζει μέσα από τη λιτότητά του. Οι μαύρες καρέκλες κουβαλούν τις φωτογραφίες των ανθρώπων που κάθισαν κάποτε εκεί. Σαν τεκμήρια ζωής. Σαν δείγματα παρουσίας. Τα τραπέζια γεμίζουν με νερό και γίνονται καθρέφτες. Μας καλούν να κοιταχτούμε. Να δούμε τα πρόσωπά μας μέσα στον μύθο. Ή να παραδεχτούμε πως ανήκουμε κι εμείς σε αυτό το ρημαγμένο σπίτι.
Ο Κυριάκος Χαρίτος έγραψε ένα κείμενο τρυφερό και σπαρακτικό. Από καρδιάς. Δεν αναπαριστά τον αρχαίο λόγο∙ τον αγγίζει από την πίσω πλευρά του, σαν να ψηλαφεί τους νεκρούς. Θέλησε να δώσει φωνή σε ό,τι δεν είχε. Σε όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Να μιλήσει για τη μοναξιά όχι μόνο της Αντιγόνης, αλλά και της πόλης, των σπιτιών, των σωμάτων.Το έργο του – λιτό, χαμηλόφωνο, συγκινητικό- τραγουδήθηκε και αντήχησε μέσα στη νύχτα στο Αρχαίο Θέατρο της Μικρής Επιδαύρου. Και κάπως έτσι, γίναμε όλοι μάρτυρες. Των άλλων. Και των δικών μας. Η «Θήβα Μοναξιά» ξεκινώντας από την Αντιγόνη δεν ήταν γραμμένη για εκείνη. Ήταν μια τελετουργία για όλους τους ανείπωτους μύθους. Για όλα όσα δεν έγιναν. Για όσα ξεχάστηκαν. Για όσα μάς έπλασαν χωρίς να το καταλάβουμε.
«Όποιος τολμήσει νεκρό να θάψει, πικρά θα κλάψει»
«Δεν φταίγαν βέβαια τα παιδιά. Και πότε φταίνε;»



Και ύστερα, επιστρέψαμε στον καλοκαιρινό αέρα, ανάμεσα σε γιασεμιά και αλμύρα. Με μια σιωπή βαθιά. Γεμάτη. Που σύντομα έγινε πάλι γέλιο. Όπως εκείνο που κρατάει σαν κόλλα τις γυναικείες παρέες. Και έναν συγγραφέα ανάμεσά τους.
«Έστυβα καρπό και έπινα
Έφτιαχνα γωνιά και έγερνα
Ανθρωπάκος ήμουνα
Πότε ήμουνα καλά
Πότε ήμουν άσχημα
Ανθρωπάκος ήμουνα»


