“The Apprentice” και “Κneecap”, δυο όχι εντελώς καθαρά πολιτικές, ωστόσο τελικά πολιτικές ταινίες. Για την ακρίβεια, ενώ η πρώτη δεν είναι ακριβώς αυτό που θα περιμέναμε από ένα ημι-biopic για μια περίοδο της ζωής του Ντόναλντ Τραμπ, ναι, εν τέλει βοηθά να κατανοήσουμε μια βασική πτυχή της τότε επιχειρηματικής και μετέπειτα εκλογικής αποτελεσματικότητας και επιτυχίας του. Και ενώ η δεύτερη θεωρητικά είναι μόνο η μυθοπλαστική μετεγγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στη δημιουργία ενός αληθινού χιπ χοπ συγκροτήματος απ’ το Μπέλφαστ που ραπάρει στα ιρλανδικά, ουσιαστικά μιλά για κάτι πολύ συνολικότερο και το οποίο άπτεται ζητημάτων όπως η σχέση με την παράδοση, τη γλώσσα, τη διεκδίκηση της ιδιοπροσωπίας μιας γενιάς, που ακολούθησε προηγούμενες, οι οποίες συγκρούστηκαν βιαίως και συχνά ενόπλως, στο όνομα αυτής της εθνοτικο-θρησκευτικο-κοινοτικής ιδιοπροσωπίας.  

Αλλά ας τα πάρουμε ένα – ένα.   

 

© 2024 Briarcliff Entertainment. ALL RIGHTS RESERVED.

 

Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες έχουμε τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, καθώς φτάνουμε στο τέλος μιας προεκλογικής περιόδου που σημαδεύτηκε από μια για ελάχιστα εκατοστά αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του ενός υποψηφίου (και ένα ακόμα εις βάρος του σχέδιο δολοφονίας που δεν πρόλαβε να γίνει απόπειρα), αλλά και από την αποχώρηση από την κούρσα λόγω τελειωτικού πνευματικού ρεταρίσματος του έτερου υποψηφίου, που τυγχάνει να είναι και ο εν ενεργεία Πρόεδρος. Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε τι έγινε στο τέλος της προηγούμενης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, με την εισβολή στο Καπιτώλιο, συνεπεία της ασταμάτητης αμφισβήτησης εκ μέρους του εκλογικού αποτελέσματος, μπορούμε όμως να πούμε ότι και τώρα δηλώνει πως θα αποδεχτεί το αποτέλεσμα των εκλογών μόνο αν είναι δίκαιο και δεν τον κλέψουν, πρακτικά δηλαδή μόνο αν κερδίσει. Ωστόσο το πιθανότερο με τα τωρινά δεδομένα είναι ότι όντως θα κερδίσει, οπότε μετεκλογικές ταραχές μάλλον δεν θα έχουμε, αφήνοντάς τες ίσως για λίγο πιο αργότερα, καθώς ο Τραμπ μιλά για εσωτερικούς εχθρούς έναντι των οποίων αν χρειαστεί θα κατεβάσει όχι μόνο την πολιτοφυλακή αλλά και τον στρατό. Απ’ την άλλη τα λέει αυτά και δεν ξέρεις πόσο στα σοβαρά να τα πάρεις, ιδίως όταν την αμέσως επόμενη στιγμή μπορεί σε προεκλογική του ομιλία να αρχίσει από το πουθενά να εκθειάζει με αγαλλίαση το μέγεθος των γεννητικών οργάνων μακαρίτη γκόλφερ. 

 

© 2024 Briarcliff Entertainment. ALL RIGHTS RESERVED.

 

Eνώ λοιπόν βρισκόμαστε στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία και με τις ΗΠΑ να βρίσκονται εδώ και χρόνια σε έναν ψυχικό, πολιτισμικό, πολιτικό, πολιτειακό εμφύλιο, το “The Apprentice” είναι μια ταινία κομμένη και ραμμένη για να μην ικανοποιήσει καμία από τις δύο πλευρές. Τη μια για εντελώς προφανείς λόγους και επειδή κάθε άλλο παρά κολακευτικό φως ρίχνει επάνω στον Τραμπ, αλλά και την πλευρά των αντιτραμπικών επειδή δεν τον παρουσιάζει ούτε ως το αρχετυπικό τέρας ούτε ως μια καταγέλαστη κινητή κριντζιά. Και είναι τέτοια η πόλωση, ώστε πιθανότατα μέρος του κοινού στο οποίο θα στόχευε καταρχάς η ταινία, δεν αντέχει να δει έναν πιο «εξανθρωπισμένο» Τραμπ, έστω στα νεότερα χρόνια του. 

Ταυτόχρονα -και σε ένα βαθμό και συναφώς- με τα προηγούμενα, το “The Apprentice” πιθανότατα δεν θα ικανοποιήσει δύο ακόμα δυνητικές κατηγορίες θεατών. Πρώτον, όσους πάνε σινεμά για να δουν ένα μεγάλο κινηματογραφικό γεγονός, γιατί ο Αλί Αμπάσι (που μας έχει δώσει και τα εξαιρετικά «Σύνορα») δεν επιχειρεί καν εδώ να κάνει αβανταδόρικο σινεμά. Έχει στα χέρια ένα λίαν αβανταδόρικο θέμα, αλλά δεν το προσεγγίζει με όρους που θα το προσέγγιζε κάποτε ένας Όλιβερ Στόουν ας πούμε, επιχειρώντας να κλονίσει τον κόσμο συθέμελα και να μας προσφέρει την ολοκληρωτική αλήθεια για ένα πολιτικό πρόσωπο και μια ιστορική περίοδο. Δεύτερον, όσους πάνε σινεμά περιμένοντας κάθε ταινία να ανακαλύπτει καλλιτεχνικά την Αμερική. Με την πιθανή εξαίρεση των ερμηνειών, αυτή εδώ δεν ήταν μια ταινία που θα μπορούσε να διακριθεί στις Κάννες. 

Άρα τελικά το Apprentice είναι καταδικασμένο να μην μπορεί να ικανοποιήσει κανέναν; Μα, κάθε άλλο. Αν αποδεχτείς ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσεις ούτε το έργο που θα γονατίσει τον Ντόναλντ Τραμπ, κάνοντας τον να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση της προεδρίας, ούτε κάποιο καλά κρυμμένο αριστούργημα, τότε μπορείς να αφεθείς και να απολαύσεις πολύ καλό αμερικάνικο σινεμά (ο Αμπάσι είναι Ιρανοσκανδιναβός, αλλά αυτό δεν αλλάζει κάτι εν προκειμένω). Αφηγείται μάλιστα μια ιστορία που ξεκινώντας να διαδραματίζεται στα σέβεντις, φέρνει στο μυαλό και ως εικόνες και ως χρώματα και ως στυλ και ως φιλοσοφία αντιπροσωπευτικά δείγματα της τόσο γόνιμης εκείνης δεκαετίας για το αμερικάνικο σινεμά (ας πούμε πως ως αύρα βρισκόμαστε κοντά σε Σίντνεϊ Λιούμετ και Άλαν Τζ. Πάκουλα). 

 

© 2024 Briarcliff Entertainment. ALL RIGHTS RESERVED.

 

Εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από τον Σεμπάστιαν Σταν, γιατί φτάνει σε ένα εντελώς αξιέπαινο επίτευγμα: να γίνει ο Ντόναλντ Τραμπ χωρίς να γίνει καρικατούρα. Γενικότερα μιλώντας, δεν είμαι σίγουρος αν έχει λυθεί το ζήτημα των ορίων ανάμεσα στην ηθοποιία και τη μίμηση ενός αληθινού προσώπου. Θέλω να πω υπάρχουν στην ιστορία του σινεμά πολλές όντως μεγάλες ερμηνείες, στις οποίες ο ηθοποιός έχει μεταμορφωθεί εντελώς στον άνθρωπο που υποδύεται. Προφανώς κάθε άλλο παρά αναιρείται η δουλειά του ως ηθοποιού, αλλά ίσως ένα μέρος της μαζί με ένα μέρος του δικού μας θαυμασμού αφορά τη δουλειά του ως μίμου. Κι αν ρωτήσει κανείς, μα γιατί να γινόταν καρικατούρα, η απάντηση είναι πως αυτό είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, μια ζωντανή καρικατούρα. Δεν αναφέρομαι στο τι είναι εσωτερικά (που κι αυτό βέβαια χωράει μεγάλη συζήτηση), ωστόσο εξωτερικά είναι ο ορισμός της καρικατούρας στο πώς κινείται, πώς φέρεται, πώς είναι, κατεξοχήν στο πώς μιλάει. Στον Σεμπάστιαν Σταν καταφέρνεις να βλέπεις τον Τραμπ (σε νεότερη βέβαια ηλικία) και να αναγνωρίζεις πάνω του τα πάντα του, αλλά την ίδια ώρα σαν να έχει σπάσει τη μουτσούνα της καρικατούρας, σαν να έχει αφαιρέσει το φίλτρο της. 

Δίπλα του ο Τζέρεμι Στρονγκ, μετά τη θυελλώδη ερμηνεία του κύκλο μετά τον κύκλο στο “Succession”, όπου φιλοτεχνώνας τον Κένταλ Ρόι μας άφησε παρακαταθήκη μία από τις κορυφαίες παραστάσεις ηθοποιού στην ιστορία της τηλεόρασης, έρχεται να υποδυθεί τον περιβόητο Ρόι Κον, πολύ πιο λιτά, πολύ πιο συγκρατημένα, καθόλου λιγότερο έντονα όμως. Mπορεί στο “Apprentice” o Τραμπ να μην είναι η μετενσάρκωση του διαβόλου, ο Ρόι Κον όμως είναι πολύ κοντά της. Ο Ρόι Κον υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του γερουσιαστή Μακάρθι και πρώτη καρέκλα δίπλα του, κατά την περίοδο που εκείνος ανέκρινε τον κόσμο για το αν είναι τώρα ή υπήρξε ποτέ κομμουνιστής, μέχρι που κάποιος ανακρινόμενος αναρωτήθηκε φωναχτά πώς γίνεται να μην έχει καμία αξιοπρέπεια.

Ο Κον ήταν ακριβώς η σκοτεινή εκείνη φιγούρα που δεν είχε “decency”, που δεν είχε τέτοιου είδους αξιοπρέπεια. Φίξερ περιωπής, πρωτοστάτης στην καταδίκη εις θάνατο του ζεύγους Ρόζενμπεργκ για κατασκοπεία, πατριώτης που χρώσταγε άπειρα λεφτά στο κράτος σε φόρους, ομοφυλόφιλος που εκβίαζε άλλους ομοφυλόφιλους ότι θα αποκαλύψει τα μυστικά τους, την ίδια ώρα που εκείνος αρνούνταν πεισματικά να παραδεχτεί το κοινό σε όλους μυστικό της δικής του ομοφυλοφιλίας (τον υποδύθηκε κι ο Πατσίνο στο “Angels in America”, όπου εκεί εξηγούσε ότι το να κοιμάται κανείς με άντρες δεν τον μετατρέπει σε ομοφυλόφιλο, γιατί ομοφυλόφιλος είναι εκείνος που δεν έχει δύναμη, ενώ ο ίδιος σηκώνει ένα τηλέφωνο και του το απαντούν οι πιο ισχυροί άνθρωποι στον κόσμο), ένθερμος αντικομμουνιστής, ο άνθρωπος για τις βρώμικες δουλειές, ο άνθρωπος που δεν είχε κανένα πρόβλημα να τον αντιπαθούν και να τον μισούν.

 

© 2024 Briarcliff Entertainment. ALL RIGHTS RESERVED.

 

Ο Τζέρεμι Στρονγκ τεντώνει κάπως το πρόσωπό του, στρέφει το λαιμό του προς τα εμπρός, κοιτάει διαπεραστικά και μαζί απειλητικά, μεταμορφώνεται σε ένα είδος ζώου, αν τα ζώα θα μπορούσαν ποτέ να χαρακτηριστούν κοινωνιοπαθή. Την ίδια όμως ώρα, ο άνθρωπος που δεν τον αφορά καθόλου τι θα σκεφτούν για εκείνον οι εχθροί του, περιμένει να του φέρονται καλά οι φίλοι του, κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, η κλίση του κεφαλιού του Στρονγκ διατηρείται ανέπαφη, εμφιλοχωρεί όμως λίγος πόνος και διάψευση στο φονικό του βλέμμα.  

O Κον γίνεται μέντορας του νεαρού και υπερφιλόδοξου Ντόναλντ Τραμπ, βοηθώντας τον να βγει απ’ τη σκιά του πατέρα του και να φτιάξει τη δική του απείρως μεγαλύτερη σκιά. Μια σκιά όμως που αρχίζει να φτιάχνει με τα λεφτά του μπαμπά, αλλά και τα λεφτά της Νέας Υόρκης, επιτυγχάνοντας μια φοροαπαλλαγή εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων για το πρώτο του ξενοδοχείο. 

Μια φοροαπαλλαγή που δεν βασίζεται σε κανένα νόμο. Ο Κον του εξηγεί. Δεν είμαστε ένα έθνος νόμων, αλλά ένα έθνος ανθρώπων. Κι αν στα σπορ μας μαθαίνουν να παίζουμε την μπάλα, στη ζωή το άλφα και το ωμέγα είναι να παίζεις τον παίκτη. Ξέχνα τι προβλέπεται κανονικά και δες τι μπορείς να κάνεις στην πράξη. Με κάθε τρόπο και μέθοδο. Μην μου πεις ποια είναι η υπόθεση, πες μου ποιος είναι ο δικαστής. Το μόνο που έχει σημασία είναι να νικάς. Υπάρχουν οι δολοφόνοι και οι λούζερς. Μην είσαι λούζερ. Κι οι τρεις βασικές αρχές: 1) Να επιτίθεσαι, να επιτίθεσαι, να επιτίθεσαι. 2) Να αρνείσαι όλες τις εις βάρος σου κατηγορίες και να τις αποκρούεις ως ψέματα. 3) Ό,τι και να γίνει, να μην παραδέχεσαι ποτέ την ήττα. Κατάλαβες, Ντόναλντ; Κατάλαβε.

 

 

Και περνάμε στο ”Kneecap”. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως τα τέλη της δεκαετίας του 1990, στη Βόρεια Ιρλανδία και κατεξοχήν στο Μπέλφαστ, έδωσαν και πήραν τα επονομασθέντα “Troubles”, με τη μια κοινότητα, την κατά βάση καθολική, να ζητά ένωση με την Ιρλανδία, και την άλλη κοινότητα, την κατά βάση προτεσταντική, να επιθυμεί την παραμονή στη Μεγάλη Βρετανία. Τελικός απολογισμός περίπου 3.500 νεκροί και 50.000 τραυματίες. Η γενιά του “Kneecap” είναι η γενιά που ήρθε όταν όλα αυτά κάπως τελείωσαν, συμφωνίες υπογράφηκαν, το βίαιο παρελθόν άρχισε να είναι κυρίως παρελθόν. Απομεινάρια; Μοναχικοί λύκοι – παλιοί μαχητές, που σαν τους Γιαπωνέζους στρατιώτες που τριγυρνούσαν στις ζούγκλες δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αρνούνται να αποδεχτούν ότι η εποχή άλλαξε, παραστρατιωτικές οργανώσεις καλαμπούρια και ένας κάποιος απόηχος της αντίστασης. 

 

 

Μαζί με τον απόηχο και αιτήματα εντελώς ειρηνικά. Όπως το να καθιερωθούν τα ιρλανδικά ως παράλληλη επίσημη γλώσσα στη Βόρεια Ιρλανδία. Τα οποία όμως τα μιλάνε ελάχιστοι. Τα βιβλία στα σχολεία τη διδάσκουν με τρόπο μη ελκυστικό, κι άλλωστε από πότε τα σχολικά βιβλία και η επίσημη εκπαίδευση μπορούν να κάνουν κάτι ελκυστικό; Kαι κάπου εδώ έρχονται οι Kneecap. Δυο πιτσιρικάδες μικροντίλερς ναρκωτικών που απλά αυτή είναι η γλώσσα τους, η γλώσσα στην οποία σκέφτονται και γράφουν, κι ένας λίγο μεγαλύτερης ηλικίας δάσκαλος ιρλανδικών και μουσικής, που μέσα από την πιο ειρωνική συγκυρία διαβάζει στίχους τους κι αποφασίζει να τους ντύσει με μουσική και ιδεολογία: αν φτιάξουμε οι τρεις μας ένα συγκρότημα χιπ χοπ κι αρχίσετε να ραπάρετε στα ιρλανδικά, η γλώσσα θα γίνει ελκυστική και σέξι και οι νέοι θα ψηθούν να έρθουν σε αληθινή επαφή μαζί της. Κι αν το πάρουμε κι αντίστροφα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη νέοι έμαθαν στο παρελθόν αγγλικά για να μπορούν να τραγουδούν τους στίχους των τραγουδιών.  

Τι λένε όμως τα συγκεκριμένα τραγούδια; Ανάμεσα στο να βρίζουν τους μπάτσους και τους Άγγλους (που ως εδώ ΟΚ πες για γλώσσα αντίστασης), υμνούν τα ναρκωτικά, το ποτό, το ρεμαλιλίκι, δεν προάγουν κάποιο πρότυπο ζωής αποδεκτό. Μπορεί να είναι στα αλήθεια αυτός ένας σωστός δρόμος προώθησης μιας γλώσσας; Τους την πέφτουν όλοι μαζί, χθεσινοί εχθροί ενωμένοι στο να πουν ότι αυτό που γίνεται τώρα εδώ είναι εντελώς λάθος. Την ίδια ώρα, όσο και να τους την πέφτουν, προβάλλει ως αληθινό διακύβευμα μια ζωντανή γλώσσα. Μια γλώσσα που όχι απλά μιλιέται αλλά τραγουδιέται και χορεύεται. Μια γλώσσα που αντιστέκεται και προκαλεί, όχι μόνο με την ίδια της την ύπαρξη, αλλά και με το περιεχόμενό της. 

 

 

Kι επειδή μιλάμε για σινεμά, κάπου εδώ παρεμβαίνει κι η κινηματογραφική γλώσσα. H γλώσσα του “Trainspotting” και του Γκάι Ρίτσι. Ναι, δεν είναι καινούργια. Αλλά μοιάζει και εντελώς φρέσκια. Ο Ριτς Πέπιατ δεν εφευρίσκει τη δική του γλώσσα. Αλλά μιλά άπταιστα μια προϋπάρχουσα. Προχωρά στα βήματα μιας παράδοσης, ανανεώνοντάς τα, βάζοντας ίσως μέσα και μερικές πινελιές TikTok. 

Aληθινό συγκρότημα, πρωταγωνιστούν τα ίδια του τα μέλη, σύμφωνα με τον σεναριογράφο εκτός από σκηνοθέτη Ριτς Πέπιατ είναι κατά 70% αληθινά και όσα βλέπουμε να συμβαίνουν. Αλλά το “Kneecap” κερδίζει τα στοιχήματά του γιατί ο (πρώην δημοσιογράφος) Πέπιατ μας παρουσιάζει κάτι πολύ περισσότερο από την αληθινή ιστορία από την οποία εμπνεύστηκε. Την πλαισιώνει μέσα σε μια συνολικότερη αφήγηση, δημιουργώντας ένα σενάριο πλούσιο, γεμάτο, πλήρες. Ακόμα κι αν προσπαθεί να χωρέσει πάρα πολλά πράγματα εντός του, ακόμα κι αν δεν τα χωρά όλα υποδειγματικά, πήρε πάντως μια γόνιμη αρχική ιστορία και την καλλιέργησε μεθοδικά ώστε να βγάλει καρπούς.  

Ήρωες που αλλάζουν, που είτε μετατρέπονται σε κάτι διαφορετικό από αυτό που νόμιζαν ότι είναι, αλλάζοντας την πραγματικότητά τους, είτε αποδέχονται επιτέλους την πραγματικότητα, εποχές που έχουν αλλάξει, νέοι τρόποι, νέοι δρόμοι, νέες γλώσσες, ευφρόσυνο, αναζωογονητικό, αλλά και ουσιαστικό σινεμά.