Το «Ταξίδι στα Αστέρια» είναι μια ταινία για την ιστορία του μπασκετικού τμήματος του Παναθηναϊκού, με κύρια έμφαση στην ιστορία του από τότε που ανέλαβε τις τύχες του η οικογένεια Γιαννακόπουλου. Τα αστέρια στα οποία αναφέρεται ο τίτλος της είναι οι κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, έξι τον αριθμό από το 1996 ως το 2011. Δεν είναι μια μεταφορά που ανακάλυψε ποιητική αδεία ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Χρήστος Δήμας, τα αστέρια είναι ραμμένα στις φανέλες της ομάδας, την οποία ακολουθεί από το 2011 ο χαρακτηρισμός «Εξάστερος».

Μετά λοιπόν από την κατάκτηση του κάθε ευρωπαϊκού θα δούμε ένα αστέρι να φωτίζει τον ουρανό και ένα μεγάλο παιδί να κοιτάζει τα άστρα, έναν βασικό συντελεστή της επιτυχίας να κοιτάζει το αντίστοιχο άστρο. Έχουμε λοιπόν τον Παύλο, τον Θανάση και τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς (με τον οποίο η ομάδα κατέκτησε τα πέντε από τα έξι ευρωπαϊκά), αλλά και λιγότερο προβλέψιμες επιλογές, όπως την Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους που παίζει την ιδιαιτέρα γραμματέα του Παύλου στη ΒΙΑΝΕΞ, και τον Βαγγέλη Μουρίκη την ώρα που τσιμπολογά ένα κομμάτι τούρτα, τον Βαγγέλη Μουρίκη που δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο τι ρόλο έχει, υποδύεται έναν παλιό φροντιστή της ομάδας απ’ τα χρόνια του κλειστού της Γλυφάδας, τον οποίο βλέπουμε να ξαναεμφανίζεται στον τελικό του 2007 και να μπαίνει στο ΟΑΚΑ αρωματισμένος, κουστουμαρισμένος, σένιος. Για ό,τι άλλο κι αν γκρινιάξω, δεν πρόκειται ποτέ να γκρινιάξω για οτιδήποτε κάνει ο Βαγγέλης Μουρίκης, μπορεί να τρώει τούρτα και να είναι απόλαυση, και εν πάση περιπτώσει όταν τον βλέπω σε μια επίσης αγαπημένη στιγμή (την κατάκτηση του ευρωπαϊκού της Αθήνας), είμαι πάρα πολύ οκ στο να πάρει κι αυτός το άστρο του.

Δεν παύει όμως να είναι μάλλον δύσκολο η ταινία να απευθύνεται σε φανατικούς Παναθηναϊκούς που είναι παράλληλα και μεγάλοι προσωπικοί φαν του Βαγγέλη Μουρίκη, οπότε εικάζω ότι εν προκειμένω είμαι μέλος ενός αρκετά μικρού τάργκετ γκρουπ. Το πόιντ πάντως είναι ότι και στη φαρμακοβιομηχανία και στην ομάδα είναι όλοι πολύτιμοι, όλοι μέλη της οικογένειας, όλοι έχουν βάλει το λιθαράκι τους στο τελικό οικοδόμημα. Άλλωστε, πριν πάρουν τη μεγάλη απόφαση Παύλος και Θανάσης να αναλάβουν τη διοίκηση του μπασκετικού Παναθηναϊκού, θα τους δούμε να επαναλαμβάνουν ο ένας τον άλλον λες και είναι ο Γιάγκος και η Βίρνα Δράκου και πρέπει να πουν πέντε φορές ο καθένας τι εννοούν: Οικογένεια – Ομάδα και Ομάδα – Οικογένεια.

«Θεσσαλονίκη – Αθήνα – Μπολόνια – Παρίσι / Εσύ μου ‘χεις χαρίσει / Αστέρια πολλά / Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ / Το έβδομο ζητώ / Το ευρωπαϊκό»: πάνε πια έντεκα χρόνια απ’ το έκτο και δέκα από την τελευταία συμμετοχή σε φάιναλ φορ, το ζητήσαμε και το ξαναζητήσαμε το έβδομο, μέχρι που ακόμη κι αν δεν πάψαμε να το ζητάμε, η αρχική βεβαιότητα μετατράπηκε σε προσδοκία, για να μετατραπεί με τη σειρά της σε φαντασίωση κι αυτή με τη δική της σειρά σε κάτι που αφορά κάποιο άδηλο μέλλον, όταν όλα μπορεί να ξαναγίνουν αλλιώς. Είναι παράδοξο λοιπόν ότι ακούμε στην ταινία πως κάποια από τα ελληνικά πρωταθλήματα που πήρε η ομάδα υπό την ηγεσία του Δημήτρη Γιαννακόπουλου βαραίνουν περισσότερο από τα ευρωπαϊκά που πήρε η ομάδα υπό την ηγεσία του Παύλου και του Θανάση. Δεν αμφισβητώ ότι μπορεί όντως να το είπε κάποια στιγμή αυτό ο Παύλος Γιαννακόπουλος στον γιο του, επίσης καθόλου δεν μηδενίζω τη σημασία της διατήρησης της πρωτοκαθεδρίας του Παναθηναϊκού στην Ελλάδα, ειδικά όταν συνέβαινε κάθε χρονιά εις βάρος του Ολυμπιακού και ειδικά όταν έλαβε χώρα τη δεκαετία που ο ποδοσφαιρικός Παναθηναϊκός έφτασε στο ναδίρ του, δεν παραγνωρίζω επίσης στο παραμικρό την επίδραση του κατά πολύ μειωμένου μπάτζετ στο σταμάτημα των ευρωπαϊκών επιτυχιών, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν ακούγεται καλά στα αυτιά η απόφανση ότι τα ελληνικά πρωταθλήματα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ευρωπαϊκά. Κι ως Παναθηναϊκός θα ζητήσω να αφήσουμε σε κάθε άλλη ελληνική ομάδα να φτιάχνεται με την επικράτησή της εντός των συνόρων, ας αφήσουμε σε κάθε άλλη ελληνική ομάδα να είναι αυτός ο ορίζοντάς της και η καύλα της. Εμάς ήταν, είναι και θα είναι άλλος και άλλη. Ο Παναθηναϊκός και στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ οραματιζόταν πάντα κάτι άλλο, τα μεγαλύτερα σαλόνια, τη μεγαλύτερη καταξίωση, τη μεγαλύτερη πρόκληση, τη μεγαλύτερη δόξα, τα ανεκτίμητα εύγε, αυτά είναι η τελικά η ψυχή του, η ιδιοπροσωπία του, η ταυτότητά του, η ιστορία του.

Από εκεί και πέρα, για αυτό καθαυτό το «Ταξίδι στα Αστέρια», από πού να πρωτοπιάσεις τα προβληματικά του στοιχεία και πού να τελειώσεις; Παρακολουθούμε μια εντελώς αγιογραφημένη εκδοχή της οικογένειας Γιαννακόπουλου, η οποία, αν εν πάση περιπτώσει στο σκέλος του Παύλου Γιαννακόπουλου είναι κάπως πιο κοντά στη γενικότερη εικόνα που είχε η κοινή γνώμη, κι αν στο σκέλος του Θανάση Γιαννακόπουλου αρχίζει να παρουσιάζει κάποιες μικρές αποκλίσεις, όταν φτάνουμε στο σκέλος του Δημήτρη Γιαννακόπουλου η διαφορά μεταξύ εικόνας στην ταινία και δημόσιας εικόνας του παραείναι μεγάλη. Επίσης, πολύ δευτερεύον μεν, αλλά προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα που, σε μια ταινία για τον Παναθηναϊκό, και τον Ιωάννη Μεταξά θα δούμε στα επίκαιρα και τη Βασίλισσα Σοφία και τον Βασιλέα Χουάν Κάρλος θα δούμε στα επίκαιρα, αλλά και τον Ομπράντοβιτς (τον Γιώργο Γάλλο δηλαδή που τον υποδύεται) να μας μιλά για κάποιο από τα ευρωπαϊκά ανάβοντας κεριά σε εκκλησία.

Η ταινία ξεκινά με ένα νεαρό παιδί που το λένε Στέργιο και το οποίο μαθαίνει στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα τι είναι το μπάσκετ και ποιος είναι ο Παναθηναϊκός. Δεν θα ξανακούσουμε ποτέ τίποτα στη συνέχεια για τον Στέργιο, ποιος ήταν και τι εκπροσωπούσε (τους υπό γέννηση φιλάθλους της ομάδας ίσως;). Θα δούμε όμως τη Ζέτα Μακρυπούλια να βγάζει φεμινιστικό λόγο τη δεκαετία του τριάντα για τη γυναικεία ομάδα, θα δούμε τον Κώστα Μουρούζη σε ανιμέισον (!), θα δούμε αγώνες με αναπηρικά αμαξίδια, θα δούμε μια όχι γκρίζα αλλά όλων των πιθανών χρωμάτων και αποχρώσεων διαφήμιση και προώθηση του TONOTIL (προϊόντος της ΒΙΑΝΕΞ), θα δούμε και θα ξαναδούμε μια ωδή στην τρέλα των οπαδών σε μια επίσης αγιοποιημένη εκδοχή τους, θα δούμε όμως ταυτόχρονα την καταδίκη των επεισοδίων του φάιναλ φορ του Τελ Αβίβ (σε κάποια όμως αντιδιαστολή μεταξύ μπασκετικών και ποδοσφαιρικών οπαδών), θα ακούσουμε ως σύνθημα το «Σήκωσέ το, το τιμημένο» (και όχι το «γαμημένο», λες και είναι σχολική εκδήλωση μαθητών πρώτης δημοτικού και όχι γήπεδο μπάσκετ), θα παρακολουθήσουμε τελικά ένα αρκετά ως πολύ ασυνάρτητο κολάζ που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα και να τα συμπεριλάβει όλα, αλλά παρόλα αυτά θεωρώ ότι ο Χρήστος Δήμας δεν ανέλαβε απλά να διεκπεραιώσει μια δουλειά, αλλά γούσταρε πολύ αυτό που έκανε, δόθηκε σε αυτό που έκανε και το έκανε με αγάπη. Προφανέστατα το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει, ωστόσσο στην παλάντζα μεταξύ συγκίνησης – καλτιάς και κριντζιάς, ας πούμε ότι η συγκίνηση είναι για βαθιά άρρωστους σαν εμένα κι η κριντζιά υπερβολική, κι ότι ίσως η ταινία έχει ένα κάποιο καλτ μέλλον, κι ότι ίσως η ταινία αποκτήσει μια δεύτερη ζωή μετά από αυτή τη σύντομη καταπώς φαίνεται που θα έχει στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Το «Ταξίδι στα Αστέρια» ακροβατεί λοιπόν κάπου μεταξύ cult, cringe και φουλ συγκίνησης. Με τον αστερίσκο (pun intended), ότι η φουλ συγκίνηση προέρχεται από αυθεντικά στιγμιότυπα από κατακτήσεις ευρωπαϊκών τίτλων και σε αφορά μόνο αν είσαι Παναθηναϊκός και τα έχεις ζήσει. Κατεξοχήν ανάμεσά τους η τάπα του Βράνκοβιτς το 1996 στο Παρίσι. Τη δεκαετία που έχει προηγηθεί ο Παναθηναϊκός έχει κερδίσει μόνο ένα Κύπελλο Ελλάδας. Καμία άλλη ελληνική ομάδα δεν έχει καταφέρει να κερδίσει ευρωπαϊκό κύπελλο πρωταθλητριών, έχει αποτύχει σε επανειλημμένα φάιναλ φορ ο Άρης του Γκάλη και του Γιαννάκη και στα δύο προηγούμενα ο Ολυμπιακός έχει φτάσει στον τελικό και έχει επίσης χάσει. Ο Παναθηναϊκός είναι κοντά σε μια σίγουρη νίκη και στα τελευταία λεπτά πάνε όλα λάθος, γίνονται όλα λάθος, μέχρι το τελικό λάθος που φέρνει δύο παίκτες της Μπαρτσελόνα μόνους τους προς το καλάθι της τελικής ανατροπής και της τελικής νίκης. Τότε εκτός πλάνου έρχεται από το πουθενά ο ύψους 2,18 μέτρων Στόγιαν Βράνκοβιτς, πηδάει πάνω από τον σωριασμένο Τζον Κόρφα που είχε κάνει βουτιά μήπως και κλέψει την μπάλα, και σπριντάρει με τρόπο ασύμβατο με το μπόι του, με τρόπο μεταφυσικό, με τρόπο που αλλάζει τον ρου της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ και του Παναθηναϊκού και κόβει την μπάλα.

Ήταν η αρχή. Μετά ήρθε ο Ομπράντοβιτς και τα πέντε ευρωπαϊκά  σε έντεκα χρόνια (2000, 2002, 2007, 2009, 2011). Σκέφτομαι ότι αν μπορώ να συνοψίσω κάπως ποια ήταν η ψυχολογική φάση ενός Παναθηναϊκού εκείνη την εποχή, είναι όταν στο τέλος του τελικού του 2009 η ομάδα έχει μόλις κερδίσει το πέμπτο τρόπαιο, κι εγώ άρχιζω να βρίζω για το γεγονός ότι το ματς έφτασε να κρίνεται από την ευστοχία ή όχι ενός σουτ των αντιπάλων, ενώ είχαμε μεγάλη διαφορά που χάσαμε. Γιατί απ’ όλες τις επιτυχίες του ελληνικού αθλητισμού, η ιστορία του μπασκετικού Παναθηναϊκού διαφοροποιείται στο εξής: δημιούργησε πραγματικά και σε βάθος χρόνου μια αίσθηση υπεροχής, κυριαρχίας, ανωτερότητας. Και γιατί ακριβώς η εικόνα που σου μετέδιδε ο Παναθηναϊκός του Ομπράντοβιτς ήταν ότι ήξερε πάντα τι έκανε στο γήπεδο.

Μετά τον τελικό της Αθήνας του 2007 σχολίαζα με έναν φίλο μου για τη συχνότητα με την οποία έμπαιναν και έβγαιναν παίκτες. Ήταν τέτοια που έπρεπε να υποθέσεις είτε ότι οι Ομπράντοβιτς – Ιτούδης λειτουργούσαν πια σε ένα επίπεδο αντίληψης του παιχνιδιού που κινείται εντελώς αλλού, είτε ότι οι αλλαγές δεν ήταν όλες τόσο πολύ ψαγμένες, αλλά είχαν μέσα τους κι ένα στοιχείο αυτοματοποίησης, που σε μια ομάδα τόσο άρτια δουλεμένη δεν έκανε καμία διαφορά, γιατί με κάθε δυνατή παραλλαγή όλα δούλευαν ρολόι.

Και ας μην γελιόμαστε: το μπάσκετ που αξιωθήκαμε να παρακολουθήσουμε, το μπάσκετ στο τοπ επίπεδο του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού είναι το τοπ επίπεδο μπάσκετ που μπορεί να παρακολουθήσει κανείς, αν αντιμετωπίζει το μπάσκετ ως ομαδικό άθλημα. Παρακολουθώντας τα τελευταία δύο χρόνια εκπομπές για το ΝΒΑ έφτασα να καταλάβω ότι στις ΗΠΑ το μπάσκετ λογίζεται ως ατομικό άθλημα. Υπερπαίκτες εναντίον υπερπαικτών, ναι, αλλά τις υπερομάδες εναντίον υπερομάδων τις είδαμε εδώ. Και ο Παναθηναϊκός τις κέρδιζε όλες. Αξιωθήκαμε κάτι πάρα πολύ μεγάλο οι Παναθηναϊκοί. Μεγαλώσαμε μαζί με την ομάδα, μεγαλώσαμε με όλες τις έννοιες, κι αν το ρήμα «χορταίνω» είναι παρεξηγήσιμο στον αθλητισμό, γιατί σε σταματάει απ’ το να διεκδικείς κι άλλα, γνωρίσαμε κάτι πολύ βαθύτερο απ’ το χόρτασμα, γνωρίσαμε την πλήρωση.