Όταν είδα πρώτη φορά το τρέιλερ του The Furious ήξερα ότι έπρεπε να το δω στο σινεμά. Δεν μπορείς να καταλάβεις πάντα τι ταινία θα δεις από το τρέιλερ, αλλά καμιά φορά ξέρεις ακριβώς τι ταινία θα δεις. Όλα τα στοιχεία ήταν μπροστά μου. Χορογραφίες, διεύθυνση φωτογραφίας, κίνηση κάμερας, ηθοποιοί εκπαιδευμένοι στις πολεμικές τέχνες που ξέρω πως κάθε φορά που εμφανίζονται στην οθόνη δίνουν το 110%. Λέω, δεν υπάρχει περίπτωση, σινεμά οπωσδήποτε. Και περίμενα…
Μετά την πανδημία τα πάντα άλλαξαν στον κόσμο του κινηματογράφου. Θυμάμαι κάποτε να πρέπει να πας να δεις μια ταινία στο σινεμά γιατί αλλιώς θα έπρεπε να περιμένεις μισό χρόνο να τη δεις σε DVD. Οι πιο mainstream ταινίες δεν είχαν τόσο θέμα γιατί αν έκαναν επιτυχία μπορεί οι προβολές να συνεχιζόντουσαν για μήνες, αλλά για τις πιο μικρές ήταν μονόδρομος. Ή σινεμά ή περιμένεις κάνα χρόνο.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας συνέβη κάτι πρωτόγνωρο… θέλω να πω, ακόμα κάτι πρωτόγνωρο, εκτός της πανδημίας. Όλος ο πλανήτης πάτησε pause και όλοι κλειδωθήκαμε στα σπίτια μας. Οι εταιρείες παραγωγής θέλοντας και μη, έπρεπε να βρουν έναν τρόπο όχι μόνο να συνεχίσουν τις παραγωγές τους, αλλά να συνεχίσουν τη διανομή ταινιών που είχαν ήδη γυριστεί. Έτσι οι ταινίες βγήκαν κατευθείαν για streaming και από τότε δεν υπάρχει γυρισμός. Ακόμα και όταν έγιναν τα πρώτα δειλά βήματα έξω από το σπίτι και οι κινηματογράφοι άρχισαν να λειτουργούν με περιορισμένο αριθμό θέσεων, οι ταινίες πάλι έβγαιναν σχεδόν ταυτόχρονα για streaming.
Προσωπικά είμαι της άποψης πως προκειμένου να δεις μια ταινία, καλύτερα να τη δεις όπως σε βολεύει από το να μην τη δεις καθόλου. Λατρεύω τη μεγάλη οθόνη, αλλά πλέον έχει δημιουργηθεί ένα ταξικό κενό με τις διαφορετικές επιλογές που έχουμε για να δούμε μια ταινία. «Καλύτερο είναι το IMAX» λέει ο ένας, «Μόνο 3D», λέει ο άλλος και δημιουργείται σύγχυση με αποτέλεσμα αντί να πληρώσεις και να δεις μια ταινία να κάνεις υπολογισμούς για το πού αξίζει καλύτερα να πας για να δεις αυτή την ταινία. Πλέον κάποια σινεμά είναι χωρισμένα σε ζώνες κιόλας. Τέρμα κάτω είναι η οικονομική, στη μέση η πρίμιουμ και οι υπόλοιπες οι κανονικές.
Επίσης, είναι γνωστό πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι για να τους βγάλεις βόλτα σε πάρκο, πόσο μάλλον να τους κλείσεις τρεις ώρες σε μια αίθουσα δίχως να κάνουν φασαρία ή να βγάλουν τα κινητά τους με τέρμα τη φωτεινότητα για να στείλουν ηχητικά μηνύματα προσπαθώντας να μιλήσουν πιο δυνατά από τα ηχεία του σινεμά. Το θέμα όμως είναι ότι όσο βαθύτερα μπαίνουμε στην αναπόφευκτη τεχνολογική δυστοπία που αδιαμφισβήτητα θα ζήσουμε, πρέπει να βρίσκουμε περισσότερους λόγους να συνυπάρχουμε και να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο. Πολλές ταινίες βρήκαν δεύτερη ζωή μέσα από βιντεοκασέτες και DVD, πολλές βρήκαν την πρώτη τους γιατί δεν είχαν κόψει αρκετά εισιτήρια στο σινεμά, αλλά το streaming δεν είναι τίποτα από τα δύο. Είναι ένα ψηφιακό νεκροταφείο από εικονίδια που αν και πολλά απ’ αυτά εμπεριέχουν πλούτο, κανένα δεν διαφέρει από το άλλο και σίγουρα δεν είναι το ίδιο με το να πας σε ένα βίντεο κλαμπ και να αγοράσεις την ταινία σου. Επίσης, δεν είναι το ίδιο και για τους καλλιτέχνες, καθώς δεν πληρώνονται με τον ίδιο τρόπο από το streaming με πολλές πλατφόρμες να επιλέγουν να μην μοιράζονται τα ποσοστά θέασής τους. Ναι είναι βολικό, ναι υπάρχουν ταινίες που καλύτερα είναι να περιμένεις να τις δεις από την άνεση του σπιτιού σου, αλλά όλες; Είναι σαν να λέμε ότι δεν χρειάζεται να πάμε σε μουσεία για να δούμε κλασικούς πίνακες γιατί μπορούμε να τον δούμε σε υψηλή ανάλυση από τον υπολογιστή μας.

Και γιατί όλος αυτός ο πρόλογος; Ε, γιατί το The Furious είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, εύκολα μέσα στις δύο καλύτερες ταινίες δράσης της χρονιάς, και δεν την έπαιξε κανένα σινεμά μέχρι και τη στιγμή που γράφω αυτό το άρθρο. Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον και δεν ξέρω αν η ταινία θα κυκλοφορήσει (μακάρι), αλλά το θέμα είναι ότι η ταινία ήδη κυκλοφόρησε για streaming ενώ παγκοσμίως έχει κυκλοφορήσει στα σινεμά από τον Ιούνιο του 2026 μετά την πρεμιέρα που έκανε στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Τορόντο τον Σεπτέμβριο του 2025. Οπότε, τι κάνει ο θεατής τώρα που θέλει να δει την ταινία; Θα περιμένει μήπως και κυκλοφορήσει σε περισσότερες χώρες ή απλά θα τη δει από το σπίτι του γιατί ανυπομονεί να τη δει; Εγώ το είδα και το λάτρεψα.
Το The Furious όπως και όλες οι ταινίες του είδους δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να τις περιγράψεις. Ένας πατέρας συμμαχεί με έναν δημοσιογράφο για να ξεσκεπάσουν ένα κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων, καθώς ο πρώτος έχασε το παιδί του και ο δεύτερος τη γυναίκα. Ουσιαστικά είναι ένας συνδυασμός του Taken και του The Raid και φέρει τις υπογραφές των Miao Xei και Joe Taslim στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, καθώς και του πάντα καταπληκτικού κακού Yayan Ruhian – που κάθε φορά που εμφανίζεται σε σκηνή κλέβει την παράσταση.

Ο λόγος που γράφω «από τις καλύτερες ταινίες» και όχι «η καλύτερη ταινία δράσης» ή ακόμα πιο συγκεκριμένα «η καλύτερη ταινία πολεμικών τεχνών» είναι γιατί αυτά τα κουτάκια περιορίζουν την τέχνη και μειώνουν το επίτευγμα. Γίνεται η «καλύτερη ταινία πολεμικών τεχνών» να μην είναι καλή ταινία; Κάποιοι ίσως το πιστεύουν αυτό με τον ίδιο τρόπο που δεν παίρνουν στα σοβαρά τα κινούμενα σχέδια ως κινηματογράφο και μπορεί να πουν «εντάξει, ξύλο έχει, θα το δω σπίτι» και να πάνε να δουν μια «πραγματική ταινία» αντί γι’ αυτή. Με ένα παρόμοιο ύφος πριν από τρία χρόνια έλεγαν «το Godzilla Minus One είναι καταπληκτικό… για ταινία με τον Godzilla» σαν να προσπαθούν να κρύψουν την ντροπή που το αποκαλούν καταπληκτικό γιατί θα τους ακούσουν τα κουλ παιδιά και θα τους τραμπουκίσουν στο μεγάλο διάλειμμα.
Στο “The Furious” ο χρόνος δεν περνάει όπως στις υπόλοιπες ταινίες, πάει τόσο γρήγορα που όταν νομίζεις πως βρίσκεσαι στο τέλος το καλύτερο δεν έχει ξεκινήσει ακόμα. Οι χορογραφίες είναι τόσο γρήγορες και πολύπλοκες που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να καταγράψει το μεγαλείο με την πρώτη. Δεν μιλάμε για μαθηματικά δημοτικού εδώ, αλλά για περίπλοκες εξισώσεις που όλες καταλήγουν στο ίδιο συναισθηματικό αποτέλεσμα που μπορεί να σου προσφέρει το πιο όμορφο μπαλέτο. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν ο καθένας έναν συγκεκριμένο τρόπο που στέκονται, παλεύουν και κινούνται, και μέσα στο χάος της χορογραφίας, ειδικά όταν υπάρχουν παραπάνω από πέντε άτομα, δεν σε μπερδεύει ούτε στο ελάχιστο και καταλαβαίνεις ποιος χτυπάει ποιον και πότε. Στα δικά μου μάτια, πιο ξεχωριστός απ’ όλους είναι ο Brian Le του οποίου οι κινήσεις θύμιζαν έναν βάτραχο που πηδάει από νούφαρο σε νούφαρο.

Αν πρέπει να μιλήσουμε για αρνητικά με τον ίδιο τρόπο που ψάχνουμε μια βελόνα στα άχυρα, θα έλεγα ότι κάποιες συναισθηματικές σκηνές της ταινίας φαίνονται λίγο κενές. Είτε επειδή η βασική ιδέα του σεναρίου είναι κοινότοπη και το ίδιο το σενάριο δεν μπορεί να την αναδείξει καλύτερα με τους χαρακτήρες, είτε επειδή οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να το βοηθήσουν περισσότερο, αλλά εδώ δεν υπάρχει η ίδια συναισθηματική απλότητα και βαρύτητα που φέρνει ο Iko Uwais στο The Raid για παράδειγμα ή ακόμα και ο Chow Yun-Fat στο Hard Boiled. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το σιγουρέψω με μια δεύτερη προβολή της ταινίας. Νομίζω το μεγαλύτερο θέμα που έχω με την ταινία είναι ο ίδιος ο τίτλος γιατί δεν την κάνει να ξεχωρίζει καθόλου και δεν πιστεύω και ότι της ταιριάζει κιόλας. Θυμίζει πιο πολύ προσωρινό τίτλο που ξέχασαν να αλλάξουν.
Είναι παράξενοι οι καιροί που ζούμε και η αβεβαιότητα είναι η μόνη σιγουριά που μπορεί να περιμένει κανείς σε μοντέρνους καιρούς, είτε μιλάμε για τέχνες είτε μιλάμε για έναν οποιονδήποτε άλλο τομέα της καθημερινότητας. Στο τέλος, η μοναδική ανταμοιβή για την καλή τέχνη είναι να τη δούμε με όποιον τρόπο γίνεται και μπορεί ο καθένας. Το The Furious μέχρι στιγμής μου προσέφερε τη μεγαλύτερη συναισθηματική κάθαρση της χρονιάς. Είναι μια ταινία που τρέχει ασταμάτητα και δεν κοιτάει πίσω. Η μόνη μου σκέψη μόλις τελείωσε, είναι ότι πρέπει να τη δω ξανά αμέσως. Και αν ποτέ βγει και στις κινηματογραφικές αίθουσες, θα τη δω κι εκεί.
