O σκηνοθέτης Στράτος Τζίτζης, γνωστός μας κυρίως από τα κινηματογραφικά έργα «Σώσε με» και «45m2», κάνει τη φιλοσοφία ανθρώπινη ιστορία και όχι το αντίστροφο. Την εξανθρωπίζει, όπως λέει γελώντας. Και αυτά τα στοιχεία του, ότι είναι δηλαδή γελαστός, προσγειωμένος και βαθιά σκεπτόμενος άνθρωπος, αποτυπώνονται στα έργα του και τα κάνουν πολύ αγαπητά. Αυτό τον καιρό στο θέατρο Olvio ανεβαίνει η «Καύση», η πρώτη θεατρική παράσταση που σκηνοθετεί. Η υπόθεση φαίνεται καταρχήν σαφώς οριοθετημένη: Πέντε άτομα μαζεύονται σ’ ένα σπίτι, όπου κάποιος έχει πεθάνει. Η αδερφή του, η  ουκρανή φιλενάδα του, οι δύο κολλητοί του απ’ τις παλιές ροκ εποχές και η έγκυος γυναίκα του ενός. Ενόσω έξω η Αθήνα καίγεται απ’ τις διαδηλώσεις – εδώ γίνεται αναφορά στα γεγονότα της Marfin το 2010 που όπως φαίνεται έχουν επηρεάσει αποφασιστικά τον σκηνοθέτη – οι δικοί του άνθρωποι διαφωνούν για τον τρόπο ταφής του.

Τελετή στο νεκροταφείο, θάψιμο στον κήπο του σπιτιού ή καύση; Με ατάκες και σπόντες παρεΐστικες, με καυστικές αναφορές στα βασικά ελληνικά πολιτικοκοινωνικά χαρακτηριστικά, χωρίς βαρύγδουπους στοχασμούς και αναζητήσεις, ο καθένας από τους πρωταγωνιστές προσπαθεί να επιβεβαιώσει το λόγο ύπαρξής του και επικράτησης της γνώμης του επί του άλλου.

Όταν επιχείρησα λίγο μετά να περιγράψω το έργο, συνειδητοποίησα ότι μιλάει τελικά για προδοσία: Καθένας απ’ τους πέντε ήρωες, όπως μάλλον και ο πεθαμένος, έχει προδώσει κάτι από τον άλλον και από τον ίδιο του τον εαυτό. Ούτε ένας δεν είναι «αθώος», απολύτως συνεπής. «Δεν είναι καθαροί», μας λέει ο σκηνοθέτης «κρύβουν κάτι που κάποια στιγμή δεν μπορεί, σκάει! Μοιάζει με το τεράστιο χρέος που έκρυβε η Ελλάδα. Λέγαμε ότι υπάρχουν λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν. Από τα οικονομικά ως τις προσωπικές σχέσεις το ψέμα αποκαλύπτεται, η φούσκα σπάει. Κι εξάλλου, όλοι έχουμε μια άλλη πλευρά, πιο σκοτεινή, κι η αποδοχή αυτού είναι που μας κάνει ανθρώπινους και αληθινούς. Πρόκειται λοιπόν  για ένα στοιχείο σημαντικό, στο οποίο οικοδόμησα το έργο».

Η καύση από μόνη της είναι άλλο ένα πονεμένο ζήτημα στην Ελλάδα, καθώς, ενώ έχει ρυθμιστεί νομοθετικά, εξακολουθεί να μην εφαρμόζεται. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη αυτό δείχνει μια χώρα που δεν  καταφέρνει να εξευρωπαϊστεί και να εκδημοκρατιστεί. Επίσης όμως η καύση έχει διπλή σημασία, αυτή του τέλους, της κάθαρσης. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «μια αλληγορία πάνω στη σημερινή κρίση αξιών». Όποτε ακούω την «κρίση αξιών» θυμάμαι τα sos των εκθέσεων ενόψει πανελλαδικών εξετάσεων. Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η κρίση αξιών, πέρα απ’ το ότι αυτή τη φορά είμαστε εμείς στο ρόλο του διαχειριστή της; Η λέξη-κλειδί βρίσκεται επίσης στο σκηνοθετικό σημείωμα και είναι η μεταπολίτευση. Όπως σχολιάζει ο σκηνοθέτης, «στη μεταπολίτευση παίχτηκε το χοντρό παιχνίδι που λέγεται Ανδρέας Παπανδρέου και σοσιαλισμός. Ήρθε η ώρα να εκφραστεί αυτή η ιδεολογία και εκφράζεται με έναν απατεώνα που είναι φεουδάρχης κι ένα φεουδαρχικό κόμμα, που υποκρίνεται μια σοσιαλιστική και δημοκρατική κατάσταση. Πήραν την ιδέα του σοσιαλισμού και κορόιδεψαν, την πρόδωσαν. Να λοιπόν πάλι η προδοσία».

Κι εκεί που όλα καίγονται και καταρρέουν, λίγο πριν πέσει η αυλαία, αναδύεται τελικά το ζήτημα που υποφώσκει σε όλη την παράσταση: Η πίστη, όχι όμως αυτή που βασίζεται σε φόβο και στερεότυπα κατασκευάσματα, αλλά το συστατικό στοιχείο της ζωής και η μόνη διέξοδος. Όχι η πίστη σε όλα αυτά που ξέραμε, αλλά σ’ αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ. «Υπάρχει βέβαια η θρησκευτική αναφορά της πίστης, εφόσον το έργο μιλά για θάνατο και κηδεία, όμως καταλήγω στην ουσιαστική πίστη. Κάποτε αναγκάζεσαι να βγεις από το μικρό και να δεις το σύμπαν. Η γνώση ή η λογική μόνη της δεν μπορεί να στηρίξει μεταφυσικά ζητήματα, όπως από πού ερχόμαστε, πού πάμε και γιατί. Είμαστε γέννημα από κάτι που δεν ξέρουμε, έξω και πέρα από εμάς, το οποίο μας εμπεριέχει κιόλας. Χωρίς πίστη είσαι ανυπόστατος, αποκομμένος, χωρίς σταθερά και βάση, έρμαιο σε ταπεινά, τυχοδιωκτικά ένστικτα. Αν θεωρείς ότι είσαι μόνος σου, δεν έχεις φραγμούς. Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος του σχετικισμού που οδηγεί στον ατομικισμό. Ίσως θα μπορούσαμε να στηρίξουμε την εντιμότητα σε μια αίσθηση ότι οφείλεις σε κάτι σημαντικό, που δεν μπορείς να εξαπατάς… Αλλά για να μην κοροϊδευόμαστε, πρέπει να ξεμπερδεύουμε με την ψευδεπίγραφη πίστη που χρησιμοποιείται σαν άλλοθι. Σ’ αυτή την απάτη στηρίζονται όλα. Το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι δεν μπόρεσε να σταθεί στα πόδια της και συνεχίζει να σταυροκοπιέται, ενώ δεν πιστεύει».

Από τότε που ο Τζίτζης ζει στο Βερολίνο  νομίζω ότι βλέπει τα πράγματα πιο αποστασιοποιημένα και πιο κριτικά. «Πάντα έτσι τα έβλεπα, γι’ αυτό έφυγα», μου λέει. «Αλλά η Ελλάδα δε μ’ αφήνει να ησυχάσω!».

Η θεατρική παράσταση Καύση παρουσιάζεται στο θέατρο Olvio έως τις 27/2/2013.

Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.facebook.com/HKAYSH
http://athens-berlin.blogspot.gr