Η μοναδική φορά που είδα τον Nick Cave ήταν το καλοκαίρι του 1999 στο Εδιμβούργο. Ήμουν φοιτήτρια και είχα βρεθεί στο Fringe Festival, ανάμεσα στις αμέτρητες παραστάσεις, τους μουσικούς και τους καλλιτέχνες που κατακλύζουν κάθε Αύγουστο την πόλη. Από εκείνες τις ημέρες θυμάμαι πολλά αλλά από εκείνο το βράδυ, θυμάμαι μία μόνο εικόνα. Ο Nick Cave καθόταν πάνω σε ένα λευκό πιάνο με ουρά. Φορούσε ένα μωβ κοστούμι. Η σκηνή ήταν στημένη ανάμεσα στα δέντρα και γύρω του ο κόσμος καθισμένος στο γρασίδι σιωπηλός. Ένα σκηνικό που θύμιζε περισσότερο μια τελετή. Σαν να είχαν συγκεντρωθεί εκεί άνθρωποι που μοιράζονταν ένα μυστικό. Μύστες ενός ιδιαίτερου κόσμου, με το σκοτάδι και την ομορφιά σε αρμονική συνύπαρξη δίχως αντιφάσεις.

Εκείνος πάνω στη σκηνή, μια φιγούρα βγαλμένη από κάποιο σκοτεινό παραμύθι του Νότου ή από πίνακα του Chagall. Αυτός όμως είναι ο Nick Cave: ένας αφηγητής που πάντα έμοιαζε να βρίσκεται λίγο έξω από τον πραγματικό κόσμο και λίγο μέσα του. Γεννημένος το 1957 στην επαρχιακή Βικτώρια της Αυστραλίας, ο Nick Cave μεγάλωσε ανάμεσα στην αυστηρότητα της οικογενειακής ζωής, τη λογοτεχνία και τη μουσική. Από νωρίς έδειξε μια εμμονική έλξη προς τις ιστορίες, τη θρησκευτική εικονογραφία, τους μύθους και τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με το συγκρότημα The Birthday Party, έγινε μία από τις πιο ακραίες και εκρηκτικές μορφές της μετα-πανκ σκηνής. Οι συναυλίες τους θύμιζαν περισσότερο τελετουργίες παρά μουσικές εμφανίσεις.

Ήταν η εποχή των προσωπικών δαιμόνων. Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά, η αυτοκαταστροφική ορμή, οι ακραίες συμπεριφορές και μια διαρκής αναζήτηση των ορίων διαπερνούσαν τόσο τη ζωή όσο και το έργο του. Οι ήρωες των τραγουδιών του ήταν συχνά δολοφόνοι, περιθωριακοί, εραστές καταδικασμένοι από το πάθος τους, φιγούρες που κινούνταν ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Ο Cave δεν επιδίωκε να εξηγήσει τον άνθρωπο. Τον παρατηρούσε στις πιο ακραίες εκδοχές του. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε εκείνο το σκοτάδι, υπήρχε πάντα κάτι λυρικό. Κάτι που προμήνυε ότι η διαδρομή του δεν θα σταματούσε στην καταστροφή. Όπως ο Δάντης ξεκινά τη Θεία Κωμωδία χαμένος σε ένα σκοτεινό δάσος, έτσι και ο εκείνος έμοιαζε να περιπλανιέται επί δεκαετίες σε προσωπικές κολάσεις, αναζητώντας το φως. Νομίζω πως τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα αυτή τη διαρκή συνύπαρξη φωτός και σκοταδιού από δύο τραγούδια διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους. Από τη μία το Henry Lee, η σκοτεινή μπαλάντα που ηχογράφησε μαζί με την PJ Harvey το 1996. Βασισμένο σε ένα παλιό αγγλοσκωτσέζικο λαϊκό τραγούδι, αφηγείται μια ιστορία πάθους, ζήλιας και φόνου. Ο έρωτας εδώ δεν σώζει. Καταστρέφει. Οι ήρωες παραδίδονται στα πιο σκοτεινά τους ένστικτα. Είναι ο Cave των Murder Ballads, ο ποιητής που εξερευνά τα σκοτεινά μέρη της ανθρώπινης ψυχής. Μετά ακολουθεί το Into My Arms. Μόνο η φωνή του, ένα πιάνο και λίγες λέξεις που μοιάζουν με προσευχή. Καμία ειρωνεία, καμία οργή, καμία θεατρικότητα. Μόνο η επιθυμία να προστατευθεί το αγαπημένο πρόσωπο από τις δυσκολίες του κόσμου. Ένας ύμνος στην αγάπη.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο τραγούδια απλώνεται ολόκληρη η μουσική του επικράτεια. Ο άνθρωπος που έγραψε για δολοφόνους, φαντάσματα και καταραμένους εραστές είναι ο ίδιος που έγραψε μερικές από τις πιο τρυφερές σελίδες της σύγχρονης τραγουδοποιίας. Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, ο Cave δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο όπου συνυπάρχουν η Βίβλος και το μπλουζ, ο Σαίξπηρ και τα λαϊκά murder ballads, η λογοτεχνία του αμερικανικού Νότου και η πανκ αισθητική. Οι στίχοι του διαβάζονται συχνά σαν μικρά διηγήματα ή ποιήματα, ενώ οι συναυλίες του μοιάζουν περισσότερο με συλλογικές τελετουργίες παρά με μουσικές παραστάσεις.

Το 2015, η ιστορία αλλάζει για πάντα. Ο θάνατος του δεκαπεντάχρονου γιου του, Arthur, αποτέλεσε ένα σημείο καμπής όχι μόνο στη ζωή του αλλά και στο έργο του. Από το Skeleton Tree μέχρι το Ghosteen και αργότερα τα Red Hand Files, ο Cave έπαψε να είναι απλώς ένας τραγουδοποιός που έγραφε για την απώλεια. Έγινε ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να κατανοήσει τι απομένει μετά από αυτήν. Ο ίδιος έχει επισημάνει ότι συνήθως είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε έναν δίσκο ως πιστό καθρέφτη της ζωής ενός καλλιτέχνη τη στιγμή που τον δημιουργεί. Κοιτάζοντας πίσω στη δισκογραφία του, λέει πως δεν μπορεί πάντα να αναγνωρίσει στα τραγούδια του τι ακριβώς συνέβαινε στη ζωή του εκείνη την περίοδο. Κάνει όμως μια εξαίρεση για τους τελευταίους δίσκους του. Από το Skeleton Tree μέχρι το Wild God βλέπει μια αλληλουχία έργων που συνδέονται άμεσα με τον θάνατο του γιου του Arthur και με την προσπάθειά του να επανατοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο μετά από αυτή την απώλεια.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο ίδιος δεν θεωρεί το Wild God μια «νέα αρχή», όπως συχνά γράφτηκε. Ο Cave έχει περιγράψει τη στιγμή που τον άκουσε ολοκληρωμένο και συνειδητοποίησε ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, άκουγε τη χαρά της δημιουργίας να διαπερνά τα τραγούδια. Τη χαρά ανθρώπων που εξακολουθούν να δημιουργούν, να γελούν, να παίζουν και να βρίσκουν νόημα μέσα στον κόσμο παρά τις πληγές τους. Το αντιμετωπίζει ως το τελευταίο, μέχρι στιγμής, κεφάλαιο μιας ιστορίας που ξεκίνησε μέσα από τη συντριβή και συνεχίζει να ξεδιπλώνεται. Μια ιστορία που δεν αφορά μόνο το πένθος αλλά και τη σταδιακή επιστροφή στη ζωή. Αυτή η μετατόπιση δεν αποτυπώθηκε μόνο στη μουσική του. Μέσα από τα Red Hand Files, την ηλεκτρονική πλατφόρμα όπου απαντά εδώ και χρόνια σε ερωτήσεις ανθρώπων από όλο τον κόσμο, ο Cave εξελίχθηκε σε μια φωνή παρηγοριάς. Οι απαντήσεις του για την απώλεια, την πίστη, την αγάπη και το νόημα της ζωής διαβάζονται συχνά σαν μικρά δοκίμια πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση.

Κοιτάζοντας πίσω, σκέφτομαι εκείνο το βράδυ στο Εδιμβούργο. Τον άνθρωπο με το μωβ κοστούμι πάνω στο λευκό πιάνο, ανάμεσα στα δέντρα. Τότε δεν μπορούσα να γνωρίζω τη διαδρομή που θα ακολουθούσε. Ούτε τις απώλειες, ούτε τις μεταμορφώσεις, ούτε τα τραγούδια που θα έγραφε αργότερα. Θυμάμαι όμως την αίσθηση. Την αίσθηση ότι παρακολουθούσα έναν καλλιτέχνη που δεν φοβόταν να κοιτάξει κατάματα τα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Και την πεποίθηση ότι έβλεπα έναν καλλιτέχνη που είχε την παράξενη ικανότητα να κάνει εκατοντάδες ανθρώπους να αισθάνονται πως βρίσκονται ταυτόχρονα μόνοι και μαζί.

Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, το ραντεβού ανανεώνεται. Αυτή τη φορά όχι στο Εδιμβούργο, ανάμεσα στα δέντρα του Fringe Festival, αλλά στην Αθήνα, την Τετάρτη 24 Ιουνίου. Και είμαι βέβαιη πως κάπου μέσα στο πλήθος θα αναζητώ ακόμη εκείνη την ίδια εικόνα: έναν άνθρωπο καθισμένο πάνω σε ένα λευκό πιάνο, να μετατρέπει το σκοτάδι σε τραγούδι.