Στην Ίο των αιώνιων καλοκαιριών, εκεί όπου το φως απλώνεται πάνω στις στέγες και η θάλασσα αγναντεύει τον ουρανό, άνοιξε ένα μουσείο που μοιάζει να αναδύθηκε από την ίδια τη γη. Το Μουσείο Γαΐτη – Σίμωσι (ΜΓΣ) είναι ένα όνειρο που ωρίμαζε για δεκαετίες στη σκέψη και την καρδιά της Λορέττας Γαΐτη. Ένα έργο αφιερωμένο στους γονείς της, τους εμβληματικούς Έλληνες δημιουργούς – τον ζωγράφο Γιάννη Γαΐτη και τη γλύπτρια Γαβριέλλα Σίμωσι – που αναδεικνύει τη βαθιά, προσωπική τους σύνδεση με αυτό τον τόπο.

Η κόρη τους, Λορέττα, αρχιτέκτονας-μουσειογράφος, εμπνεύστηκε από την καθημερινή αφοσίωση των γονιών της στην τέχνη. Κι έτσι, με πείσμα και συγκίνηση, επιμελήθηκε έναν χώρο αντάξιο του έργου τους. Χτισμένο στην περιοχή Τσουκαλαριά, στην κορυφή ενός λόφου, με πανοραμική θέα που κόβει την ανάσα, το νέο μουσείο – καρπός της συνεργασίας της με τον Δήμο Ιητών – είναι ένας ναός του μέτρου, της σιωπής και της δημιουργίας.

Ένα μουσείο-σώμα τέχνης

Η κατασκευή του μουσείου ξεκίνησε το 2007, ύστερα από συμφωνία με τον τότε δήμαρχο του νησιού, Γιώργο Πουσσαίο, και με χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού. Ωστόσο, η πορεία του υπήρξε μακρά και ανηφορική. Τεχνικές δυσκολίες, η απόσταση από την Αθήνα, διοικητικές εμπλοκές – όλα δοκίμασαν την αντοχή του οράματος. Παρ’ όλα αυτά, το μουσείο ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του νυν Δημάρχου Ιητών κ.Γκίκα Γκίκα: ένα θαυμάσιο πέτρινο κτίσμα που δένει αβίαστα με το τοπίο, σεβόμενο την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική.

Η μόνιμη συλλογή εκτείνεται σε δύο βασικά κτίρια, σαν δύο σημεία σε έναν διάλογο τέχνης και ζωής. Στην αριστερή πλευρά δεσπόζει το διώροφο «Κτίριο Γαΐτη». Εκεί, ο επισκέπτης ξεκινά το ταξίδι του από το ισόγειο, όπου παρουσιάζονται έργα της πρώιμης περιόδου του ζωγράφου, και ανεβαίνει στον όροφο – έναν χώρο αφιερωμένο στο εμβληματικό σύμπαν των «ανθρωπάκων». Πίνακες, εγκαταστάσεις και κατασκευές από ζωγραφισμένο ξύλο συγκροτούν μια παράλληλη πραγματικότητα, στην οποία η επανάληψη δεν σημαίνει μονοτονία αλλά ρυθμό.

Σε μια έκταση 2.000 τ.μ., το περίφημο «ανθρωπάκι» του Γαΐτη στέκει και αγναντεύει από κάθε γωνιά το πέλαγος – φύλακας μιας ιστορίας που επιτέλους βρήκε τον τόπο της.

Δίπλα, σχεδόν ενσωματωμένο, συντροφικά, όπως και η ίδια η ζωή τους, ένα υπερυψωμένο προαύλιο με μια μοναχική, δωρική ελιά οδηγεί στο «Κτίριο Σίμωσι». Μπαίνοντας είναι σαν να διασχίζεις έναν εσωτερικό ναό. Οι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι, το δάπεδο και τα βάθρα από λευκό μάρμαρο και στο κέντρο του χώρου τα γλυπτά – ήσυχα, σχεδόν αιωρούμενα – από λευκή ρητίνη. Δώδεκα έργα που η ίδια η καλλιτέχνις πρόλαβε να δει να στήνονται στις βάσεις τους. Μαζί τους γύψινα γλυπτά παλαιότερων περιόδων και λεπτεπίλεπτα κολάζ που υφαίνουν εικόνες σωματικής και ψυχικής μεταμόρφωσης.

Στην αίθουσα που φέρει το όνομά της, εκτίθενται συνολικά 11 γλυπτά και 32 κολάζ με έντονα υπερρεαλιστικό στοιχείο και βιωματικό χαρακτήρα. Πρόκειται για έναν χώρο περισυλλογής – από αυτούς που σε κάνουν να επιβραδύνεις το βήμα, να σταθείς λίγο περισσότερο μπροστά στο σχήμα, το ίχνος.

Γιάννης Γαΐτης και Γαβριέλλα Σίμωσι: Μια κοινή πορεία μέσα στο φως

Ο Γιάννης Γαΐτης είναι για πολλούς ο καλλιτέχνης που δημιούργησε τα θρυλικά «ανθρωπάκια», τα επαναλαμβανόμενα, σχεδόν πανομοιότυπα ανδρικά σώματα – σιωπηλοί διαδηλωτές μιας εποχής ομοιομορφίας, απώλειας ταυτότητας και βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας. Η τέχνη του, ριζωμένη στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία και φορτισμένη με ελληνομεσογειακό στοχασμό, υπήρξε πάντα πολιτική με την πιο ουσιαστική έννοια: μιλούσε για το άτομο μέσα στο σύνολο, για την ανάγκη της διαφοροποίησης μέσα στον καταναγκασμό της ομοιομορφίας.

Δίπλα του, η Γαβριέλλα Σίμωσι, μια σπάνια περίπτωση γυναίκας καλλιτέχνιδας της εποχής της, διαμόρφωνε τον δικό της κόσμο από ύλη και σιωπή. Το έργο της διακρίνεται για την ιερότητα, την επιβλητικότητα και την εσωτερική του κίνηση, σαν να ψιθυρίζει μέσα από το μάρμαρο, το μπρούντζο, την πέτρα.

Μαζί δεν υπήρξαν απλώς ένα ζευγάρι, αλλά συνοδοιπόροι στη δημιουργία, σύντροφοι σε μια ζωή, όπου η τέχνη δεν ήταν επάγγελμα αλλά καθημερινό καθήκον – μια διαρκής, αθόρυβη επανάληψη ουσιαστικών χειρονομιών. «Η ίδια χειρονομία, κάθε μέρα, μέχρι εξαντλήσεως», θυμάται η κόρη τους.

Ίος: Το νησί που έγινε πατρίδα

Η αναζήτηση έφερε τον Γιάννη Γαΐτη στην Ίο. Με καταγωγή από την Τήνο, ο Γαΐτης έζησε και δημιούργησε στο Παρίσι, όμως ερωτεύτηκε την Ίο σε ένα ταξίδι με τον συγγραφέα Ζαν-Μαρί Ντρο. Μια τυχαία στάση, μια σιωπηλή συμφωνία με το άγριο τοπίο. Έτσι ξεκίνησε η σχέση του με το νησί. Από εκείνη τη στιγμή, η Ίος έγινε ένας χώρος δημιουργίας και απομόνωσης για εκείνον.

Το 1964 σχεδίασε το σπίτι του Ντρο και λίγο αργότερα άρχισε να χτίζει το δικό του, λίγα μέτρα πιο πέρα. Πέτρα την πέτρα, μέρα με τη μέρα, για σχεδόν μια δεκαετία. Χωρίς αρχιτέκτονα, χωρίς εργολάβο, μόνο με το βλέμμα στραμμένο στο φως, στο κύμα, στην εσωτερική γεωμετρία. Εκεί, στο σπίτι που στέκει ακόμη απέναντι από εκείνο του φίλου του, δούλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή.

Η Ίος έγινε κάτι περισσότερο από θερινό καταφύγιο. Ήταν ο ναός της καλλιτεχνικής τους πειθαρχίας. Ο τόπος, όπου η Σίμωσι τοποθέτησε τα γλυπτά της στις ταράτσες με θέα στο Αιγαίο. Ο τόπος των πιο ευτυχισμένων καλοκαιριών για τη Λορέττα Γαΐτη – «καλοκαίρια που μύριζαν αλμύρα και τέχνη», όπως λέει. Ο τόπος, όπου επέλεξε να χτίσει, με τα ίδια της τα χέρια το μικρό εκκλησάκι στο οποίο αναπαύονται σήμερα οι γονείς της.