Τι είναι τελικά η Νέα Υόρκη αν όχι ένα απέραντο μουσείο; Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη που δεν περιμένει από εσένα να την ανακαλύψεις. Πάντα θα σε βρίσκει εκείνη. Σου συστήνεται αμέσως δίχως περιορισμούς. Στους δρόμους της, ανάμεσα σε φωνές, ταξί και ουρανοξύστες, η τέχνη είναι παντού παρούσα. Σε κάθε μικρή γωνιά φωλιασμένη σε δημόσιο χώρο, ανάμεσα σε παγκάκια, σε σοκάκια, δέντρα, πάρκα, τοίχους.

Και το πιο σημαντικό: Η Νέα Υόρκη δεν είναι ποτέ ίδια· αλλάζει μαζί σου. Κάθε φορά που την επισκέπτεται κανείς, νιώθει ότι η πόλη έχει κάτι καινούργιο να δείξει. Στο πρόσφατο ταξίδι μου, ανάμεσα σε πολλά που είδα και θαύμασα, το βλέμμα μου στάθηκε σε τρεις σταθμούς: στο Met, στο Guggenheim και στο MoMA. Ανάμεσα σε ρούχα, καθρέφτες και εικαστικές χορδές από μέταλλο, η πόλη φάνηκε πιο ανθρώπινη. Ίσως γιατί, πίσω από τη λάμψη της, εξακολουθεί να ψάχνει κι αυτή τρόπους να πει την αλήθεια της.

Superfine: Tailoring Black Style” και “Jennie C. Jones, Ensemble στο MET

Στις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης (MET), η έκθεση Superfine: Tailoring Black Style ρίχνει φως στην κομψότητα και τη δύναμη της μαύρης κουλτούρας μέσα από τη ραπτική και το στυλ. Κάθε κοστούμι, κάθε αξεσουάρ έρχεται να μοιραστεί ιστορίες ταυτότητας, αντίστασης και δημιουργικότητας. Η ιστορία του στυλ σε άμεση σχέση με τις μεγάλες πληγές της ανθρωπότητας- δουλεμπόριο, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, και ταυτόχρονα με τις δυνατότητες που γεννήθηκαν μέσα από αυτές: νέες μορφές κατανάλωσης, πρόσβαση σε υλικά, ρούχα και αγαθά που συμβόλιζαν γόητρο και ταυτότητα.

Τριακόσια χρόνια μαύρου στυλ και αισθητικής μέσα από την έννοια του dandyism, από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Μέσα από φορέματα και κοστούμια, έργα ζωγραφικής, φωτογραφίες και διακοσμητικά αντικείμενα, η έκθεση δείχνει πώς η εμφάνιση δεν είναι μόνο θέμα γούστου αλλά μια πολιτική πράξη, ένας τρόπος να σταθείς με αξιοπρέπεια και να αντισταθείς σε κοινωνίες που όριζαν τον άνθρωπο μέσα από φυλή, φύλο, τάξη και σεξουαλικότητα.

«Ξόδεψα πάνω από οκτώ λίρες από τα δικά μου χρήματα για ένα κοστούμι από εξαιρετικά λεπτό ύφασμα, για να χορέψω στη γιορτή της λευτεριάς μου.» – Ολάουντα Εκουϊάνο, 1789. Με αυτά τα λόγια μας υποδέχεται η έκθεση. Πρόκειται για λόγια από Το ενδιαφέρον αφήγημα της ζωής του Ολόντα Εκουιάνο (1789), μία από τις πρώτες αυτοβιογραφίες που γράφτηκαν από πρώην σκλάβο.

Η έκθεση οργανωμένη σε δώδεκα θεματικές ενότητες – Champion, Respectability, Heritage, Beauty, Cosmopolitanism, Cool, Outro, Cosmopolitanism, Jook, Freedom, Disguise, Distinction, Presence, Ownership, συνθέτει δώδεκα διαφορετικά πορτρέτα που, ενωμένα, σχηματίζουν την εικόνα μιας κοινότητας όπου μέσα από το στυλ διαμορφώνει χώρους αυτονομίας και ελευθερίας. Διασχίζοντας τις αίθουσες, αντιλαμβάνεσαι το στυλ σαν κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα ρούχο: είναι μια γλώσσα έκφρασης.

Άποψη έκθεσης Superfine: Tailoring Black Style

Το πρώτο κιόλας σύνολο, μια ενδυμασία σκλάβου γύρω στο 1840 από πορφυρό βελούδο με χρυσές λεπτομέρειες, συμπύκνωνε τη διπλή όψη αυτής της ιστορίας: ένα ρούχο πολυτελές, που όμως δεν ανήκε στον ίδιο τον φορέα του, αλλά στον αφέντη του. Από αυτή την αφετηρία, η έκθεση έδειχνε πώς το στυλ σταδιακά έγινε μέσο με το οποίο οι μαύροι άνδρες διεκδίκησαν την αυτονομία τους και την παρουσία τους στον πολιτισμό.

Σε επόμενη ενότητα της έκθεσης αναδεικνύεται η σχέση του στυλ με το σώμα, και ειδικότερα με τον αθλητισμό, έναν χώρο όπου, για τους μαύρους άνδρες, η επιτυχία συχνά υπήρξε η πόρτα όχι μόνο προς τη φήμη, αλλά και προς την στυλιστική αυτοέκφραση. Η μόδα και ο αθλητισμός, δύο πεδία όπου εδώ γίνονται ένα. Τα κοστούμια, τα μοτίβα, τα χρώματα και τα αξεσουάρ των αθλητών μετατρέπονται σε γλώσσα κύρους, δημιουργικότητας και ελευθερίας.

Από τους πρώτους μαύρους αναβάτες ιπποδρομιών, που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το άθλημα στις αρχές του 20ού αιώνα, έως τους μποξέρ Τζακ Τζόνσον και Μοχάμεντ Άλι που επαναπροσδιόρισαν τα όρια της φυλής και της προσωπικής στάσης. Η στολή, η «πανοπλία» του αθλητή, γινόταν μέσο διεκδίκησης, γιορτή επιτυχίας και δήλωση υπερηφάνειας. Και πιο κοντά στο παρόν, η φιγούρα του Ντένις Ρόντμαν ή των σύγχρονων παικτών του NBA, με τα εκκεντρικά σύνολα στα διαδρόμους των γηπέδων αποκαλύπτουν πώς το στυλ των αθλητών έχει γίνει σήμερα ένα από τα πιο ορατά και επιδραστικά πολιτισμικά σύμβολα.

Άποψη έκθεσης Superfine: Tailoring Black Style

Στη στρατιωτική ενδυμασία ως σύμβολο ακρίβειας, κύρους και εξουσίας. Τα πορτρέτα του Τουσέν Λουβερτύρ, του ηγέτη της Αϊτινής Επανάστασης και ιδρυτή της πρώτης ανεξάρτητης μαύρης δημοκρατίας του δυτικού ημισφαιρίου το 1804, ξεχωρίζουν. Λίγο πιο πέρα στην ίδια αίθουσα, μια φωτογραφία του Άντι Λέβιν, με τίτλο Uncle Lionel’s Birthday (2007), κάνει σχόλιο για το στυλ στο σήμερα. Ο “θείος” Λάιονελ Μπατίστ, θρυλικός μουσικός της Νέας Ορλεάνης και ντράμερ της Treme Brass Band, ποζάρει στα εβδομήντα έξι του, ντυμένος με κομψό κουστούμι, χρυσό μενταγιόν και μπαστούνι με μεταλλική λαβή, σήματα της ταυτότητάς του.

Στον αμερικανικό Νότο, η συνήθεια να καρφιτσώνουν χαρτονομίσματα στα ρούχα του εορτάζοντα, μια παράδοση με ρίζες στη Δυτική Αφρική ή την κουλτούρα των Κεζούν, συμβολίζει την τύχη και την ευημερία. Ο “θείος” Λάιονελ εκτός από κομψός ήταν, όπως λένε στη Νέα Ορλεάνη, “money”, ενσάρκωνε δηλαδή την αξία του, τη χαρά της ζωής και την περηφάνια της κοινότητάς του. Η φωτογραφία του Λέβιν, με το χιούμορ της, θυμίζει πως το στυλ μπορεί να είναι και πράξη αγάπης προς τον εαυτό, μια δήλωση αξιοπρέπειας που δεν ξεθωριάζει ούτε μετά θάνατον. Ο “θείος” Λάιονελ γιορτάστηκε για δύο εβδομάδες όταν έφυγε, το 2012.

Φωτογραφία του Andy Levin, Uncle Lionel’s Birthday (2007)
Η φωτογραφία της Νταϊάν Άρμπους, Miss Stormé de Larverie, The Lady Who Appears to be a Gentleman (1961)

Κοντά στα ενδύματα του Superfine, η φωτογραφία της Νταϊάν Άρμπους, Miss Stormé de Larverie, The Lady Who Appears to be a Gentleman (1961), δίνει ένα άλλο βλέμμα στην έννοια της εμφάνισης. Η Στορμ ντε Λαρβεριέ, τραγουδίστρια και γνωστή για την ανδρική παρουσία της σε καλλιτεχνικό ρεπερτόριο γυναικών, φωτογραφίζεται στη Νέα Υόρκη με το άψογα ραμμένο κουστούμι της, ένα σύνολο που φορά από το 1955, όταν αποφάσισε να υιοθετήσει αυτή τη μορφή ως δική της ταυτότητα. Η Άρμπους έγραψε πως η Στορμ θεωρούσε τη μεταμόρφωση “μια λεπτή τέχνη” και προσπαθούσε με επιμονή να τελειοποιήσει τη γραμμή, την εφαρμογή, το σχήμα και το ύφος της ανδρικής της παρουσίας. Η φωτογραφία αυτή, γεμάτη αυτοπεποίθηση, συνοψίζει το πνεύμα ολόκληρης της έκθεσης: το στυλ ως τρόπος να είσαι, να υπάρχεις με ελευθερία, ακόμη κι αν βρίσκεσαι εκτός κοινωνικά αποδεκτού πλαισίου.

Περπατάς στις αίθουσες ανάμεσα σε περάσματα που αποκαλύπτουν απρόσμενες εικόνες: μαύρες φιγούρες σε ολόσωμα κοστούμια-μανεκέν, παπούτσια, καπέλα, κοσμήματα, βαλίτσες, μέχρι και κουμπιά ζωγραφισμένα με σκηνές από φυτείες.

Άποψη έκθεσης Superfine: Tailoring Black Style
Άποψη έκθεσης Superfine: Tailoring Black Style
Άποψη έκθεσης Superfine: Tailoring Black Style

Το 1968, η ποιήτρια Νίκι Τζιοβάνι έγραψε έναν ύμνο στη μαύρη ανδρική ομορφιά, που ξεκινούσε με τους στίχους: “I wanta say just gotta say something / bout those beautiful beautiful / beautiful outasight / black men”. Μιλούσε για άνδρες που έλαμπαν μέσα από το στυλ τους, με αυτοπεποίθηση και φαντασία που ξεχείλιζε.

Βγαίνοντας από τις αίθουσες του Superfine, ένιωθες πως είχες διασχίσει αιώνες. Κι ύστερα, με μια μόνο στροφή του ασανσέρ, αφήνεις πίσω την ιστορία και μπαίνεις σε έναν άλλο ρυθμό – εκεί όπου η Τζένι Σ. Τζόουνς με το Ensemble μιλάει για τη σιωπή με ένα προσωπικό και ιδιαίτερο τρόπο.

Στην ταράτσα του MET και για λίγες ακόμα μέρες η Τζένι Σ. Τζόουνς τοποθέτησε τα γλυπτά της στον ορίζοντα της Νέας Υόρκης, φτιάχνοντας μια σιωπηλή συναυλία από μέταλλο και φως. Ανάμεσα στο Σέντραλ Παρκ και στους ουρανοξύστες, η τέχνη ενσωματώνεται και γίνεται μέρος του skyline. Οι «ακουστικές γλυπτικές» της, οι γραμμές των χορδών μεταμορφωμένες σε εικαστικές απεικονίσεις, γίνονται μια μεταφορά για την ιστορία της τέχνης.

Στην ταράτσα του ΜΕΤ εκεί όπου δεσπόζει η εικαστική εγκατάσταση Ensemble της Τζένι Σ. Τζόουνς

Η Τζόουνς, γεννημένη στο Σινσινάτι το 1968, ερευνά εδώ το «ηχητικό» δυναμικό των εγχόρδων οργάνων, αξιοποιώντας τις γραμμές των χορδών όχι μόνο ως μέσο ήχου, αλλά ως μια συνεχή γραμμή που ενώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Οι γλυπτικές φόρμες της, γεωμετρικές και λιτές, στήνουν έναν διάλογο με τον μοντερνισμό. Ήχος και σιωπή γίνονται έννοιες εξίσου σημαντικές. Στο Ensemble, η ηχητική εμπειρία είναι «άυλη»· δεν ακούμε μουσική, αλλά τη φανταζόμαστε, σαν να διαβάζουμε μια παρτιτούρα σιωπής. Οι λεπτές γραμμές και οι ράβδοι των γλυπτών της παραπέμπουν στη μουσική γλώσσα δημιουργώντας ένα έργο που λειτουργεί κυρίως οπτικά.

Πρόκειται για την τελευταία εικαστική ανάθεση στην ταράτσα πριν ο χώρος κλείσει προσωρινά για την κατασκευή της Tang Wing, πρόκειται για τη νέα πτέρυγα του ΜΕΤ, η οποία θα στεγάσει τη συλλογή μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης του μουσείου, του νέου σπιτιού του μουσείου για τη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη. Η ταράτσα θα ξανανοίξει το 2030, ανανεωμένη, με έναν ακόμη μεγαλύτερο Cantor Roof Garden – επίσημο όνομα της ταράτσας του ΜΕΤ στη Νέα Υόρκη.

O Rashid Johnson μετατρέπει το Guggenheim σε προσωπικό κήπο στοχασμού

Ανεβαίνοντας τη σπειροειδή ράμπα του Guggenheim, η δουλειά του Ρασίντ Τζόνσον σε κερδίζει αμέσως. Ζωγραφική, γλυπτική, εγκαταστάσεις – πάνω από ενενήντα έργα που σου συστήνονται σαν μέλη μιας οικογένειας σε συνάντηση μετά από χρόνια. «Νιώθω σαν να βρίσκομαι σ’ ένα οικογενειακό reunion», έχει πει ο ίδιος.

Η έκθεση A Poem for Deep Thinkers, η πρώτη ατομική παρουσίαση του Τζόνσον στο μουσείο και η μεγαλύτερη της καριέρας του μέχρι σήμερα κινείται ανάμεσα στην ευαισθησία και τη σύγκρουση. Στη σειρά Anxious Men, πάνω σε λευκά πλακάκια –αναφορά στα δημόσια λουτρά του Σικάγο, τόπο ίασης και κοινότητας– χαράζει με μαύρο σαπούνι και κερί φιγούρες, εκρήξεις συναισθήματος για τη μαύρη αρρενωπότητα και την πατρότητα. Στους Broken Men, τα ραγισμένα καθρεφτάκια του κάνουν μια απόπειρα να αποτυπώσουν τη ρωγμή μέσα από την οποία γεννιέται η τέχνη.

Στην κορυφή της σπειροδειδούς σκάλας, η εγκατάσταση Sanguine λειτουργεί σαν καρδιά του εκθεσιακού σώματος. Μεταλλικές δομές, ζωντανά φυτά, βίντεο και βιβλία μαύρων συγγραφέων συνθέτουν έναν τόπο στοχασμού, μια ωδή στη λογοτεχνία, στη ζωή, στη σχέση πατέρα και γιου. Φοίνικες κρέμονται από το ταβάνι, τα φύλλα τους αιωρούνται στο φως που κατεβαίνει από τον θόλο, και για μια στιγμή νιώθεις πως βρίσκεσαι σε έναν κήπο που φυτεύτηκε μέσα στην καρδιά της αγωνίας. Όπως και στο ΜΕΤ, έτσι κι εδώ η τέχνη μοιάζει με μία πράξη κάθαρσης – μια προσπάθεια να κατανοήσεις, να θεραπεύσεις, να συνεχίσεις.

Άποψη της έκθεσης A Poem for Deep Thinkers
Ο Ρασίντ Τζόνσον σε ένα φωτογραφικό αυτοπορτραίτο του
Άποψη της έκθεσης A Poem for Deep Thinkers

522 – Responding to War: Μετά το στυλ και τη σιωπή, έρχεται η μνήμη: Η τέχνη στο MoMA απαντά στον πόλεμο με βλέμμα ανθρώπινο

Μετά τη λάμψη του Met και τη σπειροειδή διαδρομή του Guggenheim, στην αίθουσα 522 του MoMA, η φωνή της τέχνης έχει άλλη πρόθεση. Εδώ συναντάει κανείς εικόνες που μιλούν για τον πόλεμο, για την απώλεια, για τον άνθρωπο που επιμένει να δημιουργεί ακόμη και μέσα στο σκοτάδι. Η αίθουσα Responding to War ανήκει στη μόνιμη έκθεση του MoMA στην ενότητα Collection 1880s–1940s, αφιερωμένη στις καλλιτεχνικές απαντήσεις στον πόλεμο και τις κοινωνικές αναταραχές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

Η θεματική Responding to War σε πιάνει σχεδόν από τα μαλλιά, σε σταματά, σε παροπλίζει. Μπροστά σε πίνακες, φωτογραφίες και εγκαταστάσεις που φέρουν τα ίχνη συγκρούσεων, η ανθρώπινη μαρτυρία γίνεται πρωταγωνίστρια. Τα έργα εδώ αποτυπώνουν τη σιωπή του πολέμου, τον όλεθρο, την απόλυτη καταστροφή, τον πόνο. Είναι μια αίθουσα που κάπως νιώθεις την ανάγκη να διασχίσεις αργά, σαν να περπατάς πίσω από έναν νεκρό λίγο πριν φθάσει στην τελευταία του κατοικία. Μερικά έργα μοιάζουν να μυρίζουν ακόμα στάχτη.

Εγκατάσταση της αίθουσας Responding to War (Ανταποκρινόμενοι στον Πόλεμο) από την έκθεση Συλλογή 1880–1940, ΜΟΜΑ
Εγκατάσταση της αίθουσας Responding to War (Ανταποκρινόμενοι στον Πόλεμο) από την έκθεση Συλλογή 1880–1940, ΜΟΜΑ

Ο Πάμπλο Πικάσο είχε δηλώσει το 1944: «Δεν ζωγράφισα τον πόλεμο, γιατί δεν είμαι ο ζωγράφος που βγαίνει να αποτυπώσει κάτι σαν φωτογράφος». Κι όμως, λίγο αργότερα δημιούργησε το The Charnel House, μια σπαρακτική αναπαράσταση της φρίκης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο δεσπόζει στην αίθουσα. Πλάι του, έργα των Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο και Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος φέρουν την ίδια ένταση: ζωγράφοι που δεν χώρισαν ποτέ την τέχνη από την πολιτική, που μίλησαν με εικόνες γεμάτες από τη βία και την παραμόρφωση της εποχής τους.

Λίγο πιο πέρα, μια γυναικεία κεφαλή παγωμένη από τρόμο τραβάει την προσοχή όλων. Είναι η Montserrat του Χούλιο Γκονθάλεθ, έργο που ξεκίνησε το 1936, με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου, και ολοκληρώθηκε σε χάλκινο μετά τον θάνατό του, το 1942. Το πρόσωπο, μοιάζει να κουβαλά τη φρίκη μιας ολόκληρης χώρας. Ο Γκονθάλεθ στρέφεται εδώ σε μια ωμή, ρεαλιστική μορφή, φτιαγμένη από πόνο.

Η Montserrat –το όνομα ενός βουνού στην Καταλονία αλλά και ενός συνηθισμένου γυναικείου ονόματος της περιοχής– συμβολίζει τα χιλιάδες πρόσωπα του πολέμου. Μια πλήρης φιγούρα της ίδιας γυναίκας είχε στηθεί το 1937 στην είσοδο του Ισπανικού Περιπτέρου της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού, πλάι στην Γκερνίκα του Πικάσο. Μαζί, τα δύο έργα σχημάτιζαν μια κραυγή ενάντια στον φασισμό, που ακόμη και σήμερα δεν έχει χάσει τη δύναμή της.

Κάπου ανάμεσα στα έργα της αίθουσας Responding to War, στέκομαι στο πορτρέτο του Kenneth Fearing (Αμερικανός ποιητής και μυθιστοριογράφος, γνωστός για τη ριζοσπαστική του γραφή) από την Άλις Νιλ. Ένας άνδρας βυθισμένος στη σκέψη, το πρόσωπο σκιασμένο, τα μάτια χαμηλωμένα. Ζωγραφισμένος στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, ο Fearing ενσάρκωνε την αγωνία μιας κοινωνίας που έψαχνε διέξοδο μέσα στον φόβο και την προπαγάνδα. Και είναι συγκλονιστικό πώς αυτό το πρόσωπο, σχεδόν έναν αιώνα μετά, μοιάζει να ξανακοιτάζει τη σημερινή Αμερική, μια χώρα και πάλι βυθισμένη σε πολιτική ένταση, διχασμό, αποφάσεις που τραυματίζουν τη δημοκρατία.

Στην έξοδο, το βλέμμα γυρίζει προς το παράθυρο της 53ης οδού: ο ήλιος της Νέας Υόρκης πέφτει πάνω στο γυαλί, κι εκεί, για μια στιγμή, μέσα από τις φωτεινές αντανακλάσεις όλα φαίνονται πιθανά. Στο Met, το στυλ έγινε πράξη ελευθερίας· στο Guggenheim η αγωνία πήρε μορφή και στο MoMA, η σιωπή έγινε πολιτική θέση.

Η Νέα Υόρκη δεν σε αφήνει ποτέ αδιάφορο· σε κάνει να πάρεις θέση, ακόμη κι αν αυτή είναι απλώς να κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά. Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο πολιτικό πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς σήμερα.