Από τα πρώτα λεπτά της προσγείωσης στη Χίο για πρώτη φορά καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ένα νησί με ατμόσφαιρα έντονη, που έχει να σου πει πολλά και είναι εκεί να σε παρασύρει αρκεί να έχεις τον χρόνο να την αφουγκραστείς, να την αφήσεις να σε οδηγήσει. Είναι το άρωμα της μαστίχας που νιώθεις σαν να αναδύεται από κάθε γωνιά της; Είναι η κατάφυτη έκτασή της που απλώνεται όπου και να γυρίσεις τη ματιά σου; Είναι που κοιτώντας προς τη θάλασσα διαγράφεται ολοκάθαρα η ακτή του Τσεσμέ σαν να μπορείς με δυο βουτιές να την αγγίξεις και να νιώσεις τις μνήμες που κουβαλά; Είναι τα λόγια όσων την έχουν επισκεφθεί ξανά και ξανά και μιλούν για έναν τόπο που κάθε φορά σου επιφυλάσσει κάτι διαφορετικό;
Είναι τόσα που ένα τριήμερο ομολογουμένως δεν αρκεί για να τα γευτείς. Εκείνες οι μέρες όμως που βρεθήκαμε στη Χίο, στις αρχές του Σεπτέμβρη, για το κλείσιμο του 4ου Φεστιβάλ Χίου μάς έδωσαν μια συμπυκνωμένη εμπειρία με το άρωμά της που ήταν ό,τι έπρεπε για να με κάνει να την βάλω στην καρδιά μου μαζί με τα νησιά που θέλω να βρεθώ ξανά.
Από τις 25 Αυγούστου έως τις 7 Σεπτεμβρίου, η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με επικεφαλής τον Κώστα Μουτζούρη υποδέχθηκε για 4η συνεχόμενη χρονιά το Φεστιβάλ Χίου (The Chios Festival) σε καλλιτεχνική διεύθυνση της Δήμητρας Μουτζούρη, έναν θεσμό με πολιτιστικές εκδηλώσεις και δράσεις που αναμειγνύουν την ιστορία και την παράδοση του τόπου με κάθε πτυχή του πολιτισμού, την εξωστρέφεια εντός αλλά και εκτός του νησιού.
Σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών, της επιστήμης και της επιχειρηματικότητας βρέθηκαν στο νησί και με οδηγό το έργο τους άνοιξαν έναν δημιουργικό δίαυλο επικοινωνίας με τους ντόπιους αλλά και όσους βρέθηκαν στο νησί και έδωσαν έναν δυνατό παλμό από άκρη σε άκρη.
Βραδιά αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη στη Χώρα της Χίου
Το τελευταίο τριήμερο του φεστιβάλ ξεκίνησε κινηματογραφικά. Στη διαδρομή προς το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο στη Χώρα της Χίου ξεπροβάλλει το αναπαλαιωμένο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης στην οδό Πολυτεχνείου με τα ξύλινα παράθυρα. Φτάνουμε στην πλατεία και οι μελωδίες από το «Της Γερακίνας Γιός» μας βάζουν ήδη στη κλίμα. «Ούτε στρώμα να πλαγιάσω, ούτε φως για να διαβάσω…» και στο γεμάτο από κόσμο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο ξεκινάει το «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου και μια βραδιά αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη αρχίζει.

Το «Υπάρχω» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 2024 και αναδείχθηκε σε μία από τις πιο εμπορικές ταινίες των τελευταίων ετών με πάνω από 1 εκατομμύριο εισιτήρια στην Ελλάδα και διανομή σε 24 χώρες του εξωτερικού μεταξύ αυτών η Γερμανία, η Τουρκία, το Ισραήλ, το Βέλγιο, η Αγγλία, ο Καναδάς, η Αμερική, η Νότια Αφρική.
Και αποδείχθηκε ότι κέρδισε τον ελληνισμό κάθε ηλικίας από όπου και αν προέρχεται, όχι μόνο γιατί μας έβαλε με τον δικό της τρόπο στη ζωή ενός καλλιτέχνη-συμβόλου που η φωνή του μιλάει στις καρδιές μας, στο DNA μας αλλά και λόγω του πρωταγωνιστή της, Χρήστου Μάστορα.
«Το πιστεύω κι εγώ ότι αν δεν ήταν ο Χρηστος ούτε τόσο καλά θα είχε πάει η ταινία, ούτε θα είχε ενώσει όλες αυτούς τους ανθρώπους, να βλέπεις παππού και εντεκάχρονο παιδάκι να τραγουδάνε. Δηλαδή αυτό με τις νεότερες γενιές το χρωστάμε στον Χρήστο», επισημαίνει η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη στη συζήτηση που ακολούθησε μετά την προβολή.
Η ταινία ακολουθεί την πορεία από τον μικρό Στέλιο τη στιγμή που σκοτώνουν τον πατέρα του μπροστά στα μάτια του, μένει με τη μητέρα του και τον μικρό αδερφό του και γίνεται ο άντρας της οικογένειας, φτάνοντας στον Καζαντζίδη, μέχρι και τη στιγμή που σταματά το τραγούδι.
«Εμένα αυτό μου άρεσε πάρα πολύ, ότι ο Καζαντζίδης είχε απόψεις, είχε δεκάλογo, είχε δηλαδή τις δικές του δέκα εντολές, οι οποίες μπορεί του χρόνου να ήταν άλλες, αλλά τις είχε», σημειώνει ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος. «Ήταν οικολόγος πριν υπάρξει η λέξη οικολογία. Αγαπούσε τη φύση, την ήσυχη ζωή. Δεν του άρεσαν τα φράγκα. Δεν του άρεσε η επίδειξη. Γινόταν αυθαίρετος. Νόμιζε ότι η επιτυχία θα τον αλλοτριώσει. Και αποδείχτηκε ότι περίμενε ότι θα γίνει αυτό και γι’ αυτό και τα παράτησε. Είναι ένας ήρωας δηλαδή, ο οποίος έπρεπε να βρεθεί το κλειδί του ταυτόχρονα, πάντα αγαπώντας τον. Εγώ στη συνέχεια τον αγάπησα, όχι πριν ασχοληθώ με την ταινία. Τον Καζαντζίδη, του σεναρίου αγάπησα, γιατί έπρεπε και να είναι αυθαίρετος και να είναι αξιαγάπητος.»

Και η Κατερίνα Μπέη συμπληρώνει βάζοντάς μας ακόμα περισσότερο στο σύμπαν του: «Ήταν ένας άνθρωπος τόσο αντιφατικός, τόσο φωτεινός και τόσο σκοτεινός μαζί και είχε τόσα διφορούμενα. Ένα κοινό που τον λάτρευε σαν Θεό, που δεν διανοείται ότι υπάρχει δεύτερος. Και αντίστοιχα υπήρχε και ένα άλλο κοινό, το πιο νέο κοινό, που δεν τον είχε ζήσει, που μπορεί να βλέπει συνεντεύξεις του από όταν είχε μεγαλώσει, που ήταν επιθετικός, που είχε θυμό και δεν καταλάβαιναν τι ήταν ο Καζαντζίδης. Αυτό λοιπόν ήταν μια τεράστια πρόκληση. Πώς να ασχοληθείς με έναν ήρωα ώστε και το ένα κοινό και το άλλο κοινό να βρει κάτι ενδιαφέρον ώστε να θέλει να δει την ταινία. Μου αρέσει όταν κάνουμε ταινίες να τις βλέπει ο κόσμος, όχι να τις κάνουμε μόνοι μας και να λέμε τι ωραία. Αυτή ήταν η μεγάλη πρόκληση πώς θα πάρεις έναν δύσκολο ήρωα και θα βγάλεις και τα φωτεινά του και τα σκοτεινά του, ώστε αυτό που μένει στον κόσμο να είναι η κατανόηση, να καταλαβαίνεις γιατί αυτός ο ήρωας αν έκανε κάτι που ίσως ας πούμε να φαίνεται τραβηγμένο ή λίγο ακραίο, από τι είναι, από ποια αφετηρία και πώς δικαιολογείται. Ξεκινάμε από τα παιδικά του χρόνια, πώς έζησε αυτό το παιδάκι, με τι προσδοκίες φορτώθηκε, πώς ήταν αυτή η σχέση του με τη μάνα του και όλα αυτά πώς τον διαμόρφωσαν και τον έκαναν να μην μπορεί να χαρεί, να είναι ένας ήρωας που τα είχε όλα, αλλά στην ουσία δεν ευχαριστιόταν τίποτα.»
Η σχέση με τη μητέρα του, τα πρώτα βήματα στο τραγούδι, η Καίτη Γκρέυ, η άνοδος και όσα διεκδίκησε για τους καλλιτέχνες, οι προσωπικότητες που συνάντησε στο δρόμο του, ο έρωτας, η Μαρινέλλα, το ησυχαστήριό του, η βάρκα και το ψάρεμα, η Βάσω, οι ατελείωτοι στίχοι και μελωδίες που έμειναν ανεξίτηλα, περνάνε μπροστά από τα μάτια μας.
Η Ασημένια Βουλιώτη μιλώντας μας για τον τρόπο που προσπάθησε να προσεγγίσει τη Μαρινέλλα στην πρώτη της ταινία σημειώνει: «Είναι μεγάλη τιμή για μένα στην πρώτη μου ταινία να μου δοθεί ένας τέτοιος ρόλος και μεγάλο challenge το να κάνεις ένα υπαρκτό πρόσωπο και να μην αρχίσεις να φτιάχνεις έναν ρόλο με τη φαντασία αλλά με βάση το κείμενο. Προσπάθησα να μελετήσω τον τρόπο που κινούταν, τον τρόπο που τραγουδούσε, γιατί αυτό άλλαζε με τα χρόνια, αλλιώς τραγουδούσε όταν ήταν μικρή, όταν ξεκίνησε 17 χρονών από την Θεσσαλονίκη, αλλιώς έφτασε να τραγουδάει όταν ήταν στο πάλκο μαζί με τον Καζαντζίδη. Προσπάθησα να την καταλάβω, να την αφουγκραστώ και να του δώσω σώμα. Τον αγάπησε τον Καζαντζίδη. Εγώ αυτό νιώθω.»
Βγαίνοντας από την αίθουσα η φωνή του κολλημένη στο μυαλό. Η ατμόσφαιρα που χτίζει το «Υπάρχω» δεν γίνεται να μην σε συνεπάρει, βουτηγμένο στη ζωή του, σε όσα λέγονται και σε όσα όχι, για 2 ώρες δημιουργεί ένα κράμα με τις αναμνήσεις μας, αυτές που κουβαλά το μέταλλο της φωνής του.
Η βραδιά όμως δεν θα μπορούσε να έχει πιο ταιριαστό κλείσιμο. Χιώτες καλλιτέχνες στήνουν τα όργανά τους στην πλατεία και μας καλούν σε μια γιορτή αφιερωμένη στα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη.

Στο Πετροκάραβο Βροντάδου με το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – Σώματα που χορεύουν στον ουρανό
Στο δρόμο για τo επόμενο spot του 4ου Φεστιβάλ Χίου, στον Βροντάδο, την παραλιακή κωμόπολη στην ανατολική πλευρά του νησιού γνωστή για την ναυτική της παράδοση, μια στάση στους Μύλους μοιάζει απαραίτητη. Ένα από τα βασικά τοπόσημα του νησιού, ναι από αυτά που θα βρεις σε καρτ ποστάλ και κάθεσαι και βγάζεις φωτογραφίες με τις ώρες. Από κοντά μοιάζουν επιβλητικοί έτσι όπως στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλον και το απογευματινό φως ζωγραφίζει τις σκιές πάνω στην πέτρα.
Συνεχίζοντας για το Πετροκάραβο Βροντάδου, όπου έχει στηθεί μία σκηνή δίπλα στη θάλασσα και από την άλλη πλευρά η σκιά της ορεινής Χίου, όλα σε ένα κάδρο. Ο αέρας δυνατός και λίγο πριν τις 7 το απόγευμα ο κόσμος αρχίζει να παίρνει τις θέσεις του, ενώ βλέπουμε τους χορευτές του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής να ετοιμάζονται να ανέβουν στη σκηνή.

Η συνθήκη της επιστροφής και η εποχή του καλοκαιριού ενώνονται και οι χορογραφίες του Γιάννη Μανταφούνη και του Κωνσταντίνου Ρήγου συνομιλούν στο δίπτυχο χορού “Return of the summer” στο πλαίσιο της περιοδείας «Η Λυρική ταξιδεύει στην Ελλάδα».
Στο εναρκτήριο “Point of No Return” του Γιάννη Μανταφούνη τα σώματα χορεύουν πάνω στη μουσική του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Γιώργου Κουμεντάκη.

Κλασικά και σύγχρονα στοιχεία αναμειγνύονται. Από τα πρώτα λεπτά νιώθεις σαν η σκηνή αυτή να γεμίζει με κάτι οικείο αλλά και κάτι εξωπραγματικό την ίδια στιγμή. Σαν να παρακολουθείς ένα θέαμα φτιαγμένο μόνο για εκείνη και την ενέργειά της, ενώ παράλληλα μοιάζει τόσο απόκοσμο και ονειρικό όταν τελικά τη συναντά που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όντως συμβαίνει.
Περαστικοί όλων των ηλικιών, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά, αφήνουν τη μουσική και αυτό που βλέπουν να ξετυλίγεται να τους οδηγήσει και κάνουν μια στάση για να το απολαύσουν.

Πρώτη υπόκλιση και οι χορευτές αλλάζουν επί σκηνής, η παλέτα στο χρώμα του δέρματος και γίνεται μια μετατόπιση προς κάτι πιο εσωτερικό, πιο αισθαντικό. Ο έρωτας, η μοναξιά, η αναζήτηση, το ταξίδι. Ακούγεται το “Les Nuits d’été” (Καλοκαιρινές νύχτες) του Εκτόρ Μπερλιόζ, ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του συνθέτη που γράφει έξι τραγούδια για φωνή και πιάνο, πάνω σε ποίηση Τεοφίλ Γκωτιέ, με στόχο να αποδώσει μουσικά, μέσα από τις λεπτεπίλεπτες ερωτικές μελωδίες του, την αγάπη στην πιο εξιδανικευμένη μορφή της. Πάνω σε αυτόν τον κύκλο τραγουδιών σε ερμηνεία του βαρύτονου Τάση Χριστογιαννόπουλου, συνοδευόμενου στο πιάνο από τη Σοφία Ταμβακοπούλου, ο Κωνσταντίνος Ρήγος δημιουργεί με το Μπαλέτο της ΕΛΣ ένα έργο για το εσωτερικό καλοκαίρι του καθενός μας.



Και καθώς αρχίζει να σουρουπώνει και τα χρώματα στο φόντο να γίνονται πορτοκαλί σχηματίζεται στο κάδρο το πιο αποκαλυπτικό αυτής της εμπειρίας. Σώματα που μοιάζουν να χορεύουν στον ουρανό, να ανακατεύουν τα χρώματά του και να τον φωτίζουν με τις κινήσεις τους λίγο πριν πέσει το σκοτάδι. Από το κάδρο ακίνητη η ξύλινη βάρκα που είναι πάντα πίσω τους, ο άξονάς τους, το βουνό και η θάλασσα στο πλάι τους να τα αγκαλιάζουν και ο αέρας να τα καθοδηγεί.

Γαστρονομική γιορτή στο Άη Γιώργη Συκούση
Η τελευταία μέρα του 4ου Φεστιβάλ Χίου είχε νότα γαστρονομική και αέρα εξωστρέφειας. Ανηφορίζουμε προς τον Άγιο Γεώργιο Συκούση, ένα από τα ξακουστά μαστιχοχώρια της κεντρικής Χίου. Μεσαιωνικό, γεωργικό χωριό με 360 μόνιμους κατοίκους τον χειμώνα. Το όνομά του το πήρε από τα σύκα, ενώ η περιοχή φημίζεται και για τα τριαντάφυλλα με το οποία ασχολούνται οι κάτοικοι, όπως επίσης και με τις ελιές.
Στη γεμάτη από κόσμο πλατεία του χωριού έχει στηθεί γαστρονομική γιορτή. Οι γυναίκες του χωριού πλάθουν με αλεύρι, νερό, αλάτι και λίγο λάδι. Φτιάχνουν τα παραδοσιακά χερίσια μακαρόνια που θα συνοδεύσουν το χοιρινό με τα σύκα. Ένα από τα ωραιότερα πιάτα που σερβίρει η Χίος λένε και έχοντας δοκιμάσει δεν γίνεται παρά να συμφωνήσεις.


Τα σύκα άλλωστε είναι στην καλύτερή τους εποχή, οι ντόπιοι τα απλώνουν στην ταράτσα τους να λιαστούν για να αποξηραθούν. Από το τραπέζι δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι παστελαριές, τα σύκα δηλαδή με το σουσάμι, την κανέλα και το αμύγδαλο το καβουρδισμένο, αλλά και η σούμα για το σβήσιμο όσο ο Μορφωτικό Σύλλογος με τις παραδοσιακές στολές του γεμίζει την πλατεία με μουσικές και χορευτικά στήνοντας ένα χιώτικο γλέντι για τους ντόπιους αλλά και τους επισκέπτες του Άη Γιώργη Συκούση.

Ένα από τα ξεχωριστά τοπόσημα του χωριού είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος βρίσκεται σε διαδικασία αναστήλωσης τα τελευταία 10 χρόνια. Η Αλεξάνδρα μας μιλάει για την ιστορία του ενώ μας ξεναγεί στο χωριό. Τον 11ο – 12ο αιώνα ο Άγιος Γεώργιος ξεκίνησε σαν μοναστήρι και στη συνέχεια επεκτάθηκε με το πίσω τμήμα του που είναι από τον 16ο αιώνα, όταν δημιουργήθηκε και το χωριό. Λίγο πιο κάτω ο Άγιος Νικόλαος με τα μπλε κάγκελα και την εκπληκτική θέα στην κατάφυτη έκταση της Χίου.
Οι νέοι του χωριού, όπως μας λέει η Αλεξάνδρα δεν κατεβαίνουν συχνά στην Χώρα παρά μόνο όταν θέλουν να επεκτείνουν την διασκέδασή τους. Συνηθίζουν να κάθονται στα καφενεία του χωριού, ενώ στο πλαίσιο του Μορφωτικού συλλόγου μαθαίνουν από μικρή ηλικία παραδοσιακή μουσική και χορό αλλά και τα παραδοσιακά όργανα, τσαμπούνα και τουμπί.
Η μεσαιωνική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη όσο διασχίζεις τα σοκάκια με τις καμάρες και τα πετρόχτιστα σπίτια και η γνωριμία με τον Άγιο Γεώργιο τον Συκούση δεν θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα από μία σούμα στο κουτούκι της κυρίας Μαρίας.
Φινάλε με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον Ανάβατο – Μια μυσταγωγία σε ολική έκλειψη σελήνης
Το φινάλε του 4ου Φεστιβάλ Χίου ξεδιπλώνεται εν αναμονή της ολικής έκλειψης σελήνης. Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος λούζουν το νησί και εμείς ανηφορίζουμε προς τον Ανάβατο. Στη διαδρομή αποκαρδιωτική εικόνα με τις καμένες εκτάσεις που σκορπίζονται σε όλο το βουνό. Πριν την άφιξή μας στον οικισμό οι ουρές από τα αμάξια σε όλο το μήκος του δρόμου δίνουν ήδη τον παλμό, θα ακολουθήσει μια δυνατή βραδιά.
Στην κατάμεστη κεντρική πλατεία του χωριού συναντάμε την 83χρονη κυρία Σμαράγδα, την μοναδική μόνιμη κάτοικο τον χειμώνα, με πατέρα από τη Σμύρνη και μητέρα από τα Σφακιά, η οποία μας λέει: «Εδώ μου αρέσει η ηρεμία, η ησυχία. Δεν είναι δύσκολο, όταν έχεις ενδιαφέροντα. Λίγη ζωγραφική, λίγη χειροτεχνία και διάβασμα».
Απευθυνόμενοι στον κόσμο ανέφερε: «Να τον αγαπάτε τον Ανάβατο γιατί έχει μεγάλη ιστορία και πρέπει να τον αναδείξουμε, όσο μπορούμε να μη χαθεί.»


Ο Περιφερειάρχης Κώστας Μουτζούρης σφραγίζει τον επίλογο της 4ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ Χίου επισημαίνοντας: «Θα το επαναλάβουμε», με την Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Δήμητρα Μουτζούρη να σημειώνει: «Είναι ένα φεστιβάλ το οποίο είναι ένα πολύπτυχο από διάφορα είδη, ας το πούμε θεάματος, και είναι πραγματικά αποκαλυπτικό. Όταν συζητούσαμε για το φεστιβάλ λοιπόν, έπεσε στο τραπέζι μια μεγάλη επιθυμία όλων, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η σκηνή με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να παίζει εδώ στον Ανάβατο και νομίζω ότι τώρα αυτή η φαντασία που είχα αισθάνομαι ότι δικαιώθηκε χάρη σε εσάς που το αγκαλιάσατε τόσο πολύ. Και έτσι περιμένω και εγώ μαζί σας να ζήσουμε μια μαγική βραδιά. Κρίμα που δεν θα βλέπουμε το φεγγάρι, αλλά μπορούμε να το φανταστούμε να μας λούζει με το φως του, ενώ θα ακούμε την Μήδεια από την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.»
Και κάπου εκεί το φεγγάρι αρχίζει να ανεβαίνει σιγά σιγά σε έκλειψη. Απόλυτη σιωπή και από το βάθος του σκοταδιού εμφανίζεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μαζί με τον μαέστρο Μάρκελλο Χρυσικόπουλου. Η «συνάντησή» τους γίνεται πάνω στο μονόπρακτο μελόδραμα «Μήδεια» του Τσέχου συνθέτη Jiří Antonín Benda με φόντο τα φωτισμένα πετρόχτιστα σπίτια του Ανάβατου σε χρωματισμούς που εναλλάσσονται. Σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα εκείνη απαγγέλει το κείμενο βασισμένο στο κλασικό αρχαιοελληνικό μύθο και εκείνος τη συνοδεύει στο πιάνο. Έξι πρόσωπα η Μήδεια, ο Ιάσων, τα δύο παιδιά τους, η παιδαγωγός και ένας ακόλουθος. Μεταπηδά από το ένα στο άλλο, δίχως κινήσεις, μόνο με τη φωνή της, τη λαμπερή, επιβλητική και αγέρωχη φιγούρα της μα πάνω από όλα το βλέμμα της.



Είναι από τις στιγμές που αναρωτιέσαι πώς γίνεται δύο μάτια να σε καθηλώσουν για περίπου μία ώρα. Πώς γίνεται ένα κείμενο μαζί με όλα του τα συναισθήματα να ξετυλίγεται μέσα από δύο μάτια; Το χειροκρότημα στο τέλος έλεγε με την πιο δυνατή φώνη «ευχαριστούμε για αυτή την εμπειρία, για το πιο δυνατό φινάλε μπολιασμένο με την δόνηση ενός τέτοιου τόπου και την ενέργεια μιας ατμοσφαιρικής βραδιάς υπό ολική έκλειψη σελήνης.

Αποχαιρετούμε το 4ο Φεστιβάλ Χίου με την ευχή να συνεχίσει να γεμίζει κάθε γωνιά του νησιού με τέχνη και με την υπόσχεση ο δρόμος να μας ξαναφέρει στη μυροβόλο γη της.
