Η πιο παραδοσιακή μορφή σεναρίου είναι αυτή στην οποία ένας ήρωας πολεμάει μια απειλή, η οποία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο στον οποίο ο ήρωας βρίσκεται. Πολλές φορές μάλιστα, κυρίως στην αρχή της ιστορίας, το έργο ξεκινάει και βλέπουμε πώς ήταν ο κόσμος πριν εμφανιστεί η απειλή, όπου όλοι γελάνε κάτω από καταγάλανους ουρανούς, δίπλα σε πολύχρωμες πεταλούδες και μονόκερους, και ύστερα επιτίθεται το «κακό» και ο πολύχρωμος κόσμος αλλάζει και οι σκηνές ντύνονται με μουντά χρώματα για να ταιριάξουν με το γεγονός.
Αυτή είναι η εύκολη περίπτωση· είναι εύκολο να θες να συντηρήσεις έναν κόσμο με ουράνια τόξα και πεταλούδες και να μην θες να τον δεις στάχτη. Εκεί δεν απαιτούνται πολλά από τον θεατή ή τον αναγνώστη, καθώς αυτόματα θα υποστηρίξει την πλευρά του ήρωα που θέλει να επαναφέρει τον κόσμο στην προηγούμενή του δόξα, γιατί ποιος θέλει να ζει μέσα σε συντρίμμια;
Στην πρώτη περίπτωση, εκεί που απειλείται ο κόσμος που ξέρουμε, θα συναντήσουμε τον κακό που θα έχει μαζέψει ακόλουθους για να κάνουν τα θελήματά του. Τι θέλει ο κακός μας; Υποδούλωση; Πλούτη; Και αυτές είναι εύκολες περιπτώσεις που ο θεατής δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολλά. Αν χρειάζεται όμως κάτι πιο σύνθετο, όπως το να εκδικηθεί ένα σύστημα το οποίο τον εγκατέλειψε και τον εξανάγκασε σε μια ζωή αθλιότητας και υποταγής; Τότε ο κακός γίνεται γκρίζος χαρακτήρας και ξαφνικά τα αιτήματά του δεν ακούγονται τόσο παράλογα. Πώς θα επιτύχει όμως τον στόχο του και θα καταφέρει να αλλάξει τον κόσμο που γνωρίζουμε; Με τρομοκρατία και δολοφονίες; Τότε ο κακός φεύγει από το γκρίζο και επιστρέφει στην ανταγωνιστική θέση στην οποία τον συναντήσαμε, γιατί, όσο και όλοι μας να αποζητάμε κοινωνικές αλλαγές, δεν είναι λύση να θυσιάζεις ανθρώπους για να επιτύχεις τους στόχους σου.

Τέτοιου είδους κακούς συνήθως συναντάμε σε ταινίες με σούπερ ήρωες. Στο Black Panther, ο Έρικ Κίλμονγκερ είναι ένα εγκαταλελειμμένο παιδί από τη Γουακάντα που αναγκάστηκε να μεγαλώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από μικρός έβλεπε τους Αφροαμερικανούς να υποφέρουν και στόχος του είναι να πάρει τον θρόνο της Γουακάντα –που κρύβει τον πλούτο της από τον υπόλοιπο πλανήτη και δεν βοηθάει ανθρώπους εκτός χώρας– και να βοηθήσει όσους μεγαλώνοντας έβλεπε να υποφέρουν. Ο εχθρός του; Ο Black Panther, ένας μονάρχης σούπερ ήρωας.
Ο Κίλμονγκερ είναι ξεκάθαρα γραμμένος για να είναι το αουτσάιντερ του έργου και στις περισσότερες ταινίες θα ήταν και ο πρωταγωνιστής, τώρα όμως είναι ο κακός μας. Από τη στιγμή όμως που ξεκάθαρα έχει δίκιο, πώς το σενάριο θα μας πείσει πως είναι κακός; Μα φυσικά θα είναι διατεθειμένος να σκοτώνει όποιον του στέκεται εμπόδιο και να θυσιάσει οποιονδήποτε για να επιτύχει τον στόχο του. Έτσι, ο θεατής είναι με το μέρος του συστήματος το οποίο ο ήρωας προσπαθεί να προστατέψει. Στο τέλος και ο ίδιος ο ήρωας θα εξελιχθεί από τη δοκιμασία του, αλλά όχι τόσο ώστε να γίνουν δραστικές αλλαγές για να αποτρέψουν παιδιά να μεγαλώσουν όπως ο Κίλμονγκερ, αλλά ίσα ίσα για να πούμε πως κάτι κάνουμε.
Κάτι παρόμοιο συναντάμε και στον χαρακτήρα Vulture στο Spider-Man: Homecoming, όπου είναι ένας άνθρωπος της εργατιάς που καπιταλιστές όπως ο Τόνι Σταρκ (Iron Man) εκμεταλλεύονται και τους συμπεριφέρονται σαν μυρμήγκια όσο εκείνοι τρώνε πλουσιοπάροχα. Πώς θα μας κάνει το σενάριο να πάρουμε το μέρος του Spider-Man; Ο Vulture δεν έχει πρόβλημα να σκοτώσει τον οποιανδήποτε προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει, άρα ο Spider-Man πρέπει να προστατέψει το σύστημα ακριβώς όπως είναι δίχως να υπάρξει καμιά πραγματική κοινωνική αλλαγή.
Στη σειρά Χάρι Πότερ, ο Βόλντεμορτ καταλαμβάνει το Υπουργείο Μαγείας, ένα Υπουργείο που από την αρχή της σειράς ήταν γεμάτο από εξτρεμιστές μάγους που κάποτε ήταν με το μέρος του ακραίου σκοτεινού μάγου και άλλαξαν στρατόπεδα όταν έβλεπαν πως τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ήθελαν –ακριβώς όπως και στην πραγματικότητα με τους συνεργάτες των Ναζί. Στον κόσμο του Χάρι Πότερ η σκλαβιά είναι νόμιμη και το Υπουργείο τους είναι αυτό που επωάζει το αυγό του φιδιού μέχρι και την επάνοδο του Βόλντεμορτ.


Ποια είναι η λύση των ηρώων μας σε όλη αυτή την κοινωνική αδικία, μια αδικία που αξίζει να επισημανθεί πως δημιούργησε τον Βόλντεμορτ με παρόμοιο τρόπο που δημιουργήθηκε και ο Κίλμονγκερ στο Black Panther; Αλλαγή νόμων, αλλαγή συστήματος; Όχι, η λύση είναι να αλλάξει ο άνθρωπος που κάθεται στη θέση εξουσίας, γιατί το σύστημά τους λειτουργεί και δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Αφού λοιπόν νικήσουν το κακό οι ήρωές μας, τώρα το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να καλύψουν εκείνοι τις θέσεις των «κακών» και να ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Η σκλαβιά υπάρχει, επικρατεί ακόμα κοινωνική ανισότητα, αλλά επειδή είναι οι «καλοί» αυτό αυτόματα σημαίνει πως θα είναι και καλύτεροι ηγέτες από τους προηγούμενους.
Στο Elemental της Pixar, μια ταινία κινουμένων σχεδίων, όπου τα στοιχεία της φύσης είναι ανθρωπόμορφα και μένουν όλα στην ίδια πόλη, οι κάτοικοι της φωτιάς είναι όλοι μετανάστες από μια μακρινή χώρα. Στη γειτονιά τους, λόγω του στοιχείου τους, το νερό απαγορεύεται γιατί μπορεί να τους σβήσει, αλλά η ζωή όλων απειλείται όταν αρχίζουν να έχουν όλο και πιο συχνές διαρροές από το κοντινότερο φράγμα. Το κράτος δεν κάνει τίποτα για να το επισκευάσει και το μόνο που το απασχολεί είναι να κλείσει το μαγαζί του πατέρα της πρωταγωνίστριας λόγω ελλαττωματικών σωλήνων, οπότε εκείνη αναλαμβάνει την επισκευή του φράγματος μόνη της. Το μπάλωμα στο φράγμα δεν κρατά και η γειτονιά πλημμυρίζει βάζοντας όλους τους πολίτες σε κίνδυνο.
Από αυτή και μόνο την περιγραφή έχουμε μια ιστορία για την εγκληματική αμέλεια της κυβέρνησης προς τους πολίτες της, για τις κακοσυντηρημένες υποδομές μιας γειτονιάς μεταναστών που το σύστημα τους αντιμετωπίζει ως πολίτες β’ κατηγορίας. Ασχολείται καθόλου ο σεναριογράφος με αυτά τα στοιχεία που ο ίδιος σύστησε στην πλοκή; Όχι! Όπως οι περισσότερες ταινίες της Disney/Pixar μετατρέπεται σε ένα νερόβραστο μήνυμα για το πώς πρέπει να ακολουθούμε τα όνειρά μας και όλες αυτές οι καταστροφές είναι αποτελέσματα ατομικών ευθυνών, καθώς η πρωταγωνίστρια αισθάνεται υπεύθυνη για ό,τι συμβαίνει. Η κυβέρνηση της πόλης της δεν ανακατεύεται ποτέ και ο σεναριογράφος χρησιμοποιεί την πλημμύρα σαν μια άλλη εξωτερική απειλή που έρχεται αντιμέτωπη με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες των χαρακτήρων. Οπότε, στο τέλος αφού ο καθένας παίρνει αυτό που θέλει και η πρωταγωνίστρια φεύγει για να κυνηγήσει τα όνειρά της τίποτα δεν αλλάζει στη γειτονιά και κανένας δεν παίρνει την ευθύνη για την καταστροφή της γιατί απλά δεν έχει σημασία πλέον.

Το τελευταίο παράδειγμα, το πιο πρόσφατο και η αφορμή γι’ αυτό το άρθρο, είναι το KPop Demon Hunters του Netflix. Στο έργο, οι Huntr/x είναι μια Kpop μπάντα που ταυτόχρονα κυνηγάει δαίμονες, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση στην οποία τραγουδίστριες του mainstream είδους της εποχής τους προστατεύουν τον κόσμο από το κακό. Η ταινία είναι διασκεδαστική και το animation εξαιρετικό, αλλά δυστυχώς, εκεί που η ταινία έχει άπειρες ευκαιρίες να εξελιχθεί και να πρωτοτυπήσει, καταλήγει να μην ξεφεύγει ποτέ από το πλαίσιο «πλούσια μουσικά είδωλα που παραμένουν πλούσια και διάσημα ενώ πολεμάνε δαίμονες». Όπως και στο Elemental, το σενάριο συνέχεια φυτεύει πληροφορίες στο κεφάλι σου και συνεχώς πιστεύεις πως σε οδηγεί σε κάποιο σχόλιο για την κοινωνία που διαδραματίζεται το έργο, αλλά όλα αποσκοπούν στο κοινότοπο μήνυμα «βρες τη φωνή σου» και στο τέλος δεν υπάρχει καμία μα καμία κοινωνική αλλαγή στο status quo που έβαλε σε κίνδυνο τους ήρωές του.
Για εμένα, το KPop Demon Hunters είναι, ή θα έπρεπε να ήταν, μια ταινία για τις αιρέσεις. Ένας καινοτόμος τρόπος για να εξηγήσεις σε νέους ανθρώπους πώς λειτουργούν τα δόγματα και πώς όλα προσπαθούν να κερδίσουν την προσοχή σου και τα λεφτά από το πορτοφόλι σου. Συγκεκριμένα, υπάρχουν τέσσερις αιρέσεις στον κόσμο της ταινίας:
Η πρώτη είναι η αίρεση της μουσικής βιομηχανίας που πάντα πάλευε και θα συνεχίσει να παλεύει για την πλύση εγκεφάλου στο νεανικό κοινό, με συγκροτήματα που εξαφανίζονται από τη μία εβδομάδα στην άλλη. Εδώ υπήρχε μια ευκαιρία να γίνει σχόλιο στη mainstream μουσική σκηνή για το πώς μπορεί να μετατρέψει την τέχνη σε ένα φτηνό εμπόρευμα, αλλά αυτό το σχόλιο ενώ είναι πασιφανές για όσους καταλαβαίνουν τι βλέπουν, η ταινία αγνοεί τον δρόμο που έχει φτιάξει και συνεχίζει να συμπεριφέρεται στη μουσική σαν απλό εμπόρευμα και έναν τρόπο που επιτρέπει στο status quo να «προστατεύει» τους ανθρώπους. Πώς γίνεται να αγνοηθεί η εκμεταλλευτική φύση της βιομηχανίας όταν έχουμε εκατοντάδες παραδείγματα καλλιτεχνών που έχουν πέσει θύματα αυτής της εκμετάλλευσης;

Έπειτα, έχουμε την αίρεση των fandoms. Η λέξη “fans” ίσως ακούγεται δεκάδες φορές μέσα στα 100′ της ταινίας, αλλά ο φαν δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πιόνι, ένα εργαλείο που η μόνη του δουλειά είναι να δοξάζει, να λατρεύει και εν τέλει να πληρώνει τις «θεότητες» της μουσικής βιομηχανίας. Ο φαν στον κόσμο του KPop Demon Hunters δεν έχει προσωπικότητα, δεν έχει γούστο, δεν είναι σκεπτόμενο άτομο που απολαμβάνει καλή μουσική, απλά αγοράζει και αγοράζει και αγοράζει. Η συμπεριφορά των fans θυμίζει τη λατρεία που έδειχναν κάποτε για το δωδεκάθεο και συνεχίζουν να την εκδηλώνουν με υλικά αγαθά.Μετά είναι η αίρεση των κυνηγών δαιμόνων που είναι και το status quo στην ταινία. Όπως και η μουσική βιομηχανία κάνει πλύση εγκεφάλου στο κοινό, έτσι το σύστημα γαλουχεί τις Huntr/x να πιστεύουν πως είναι οι ηρωικές θεότητες που μόνο αυτές μπορούν να το προστατέψουν. Η μουσική είναι ένα όπλο, όχι ένας τρόπος επικοινωνίας που έχει τη δύναμη να φέρει κοντά διαφορετικούς ανθρώπους. Τελευταία έχουμε την παράταξη των δαιμόνων που είναι το αντίπαλο στρατόπεδο. Χρησιμοποιεί τις ίδιες τεχνικές με τους κυνηγούς, αλλά είναι βαφτισμένοι «κακοί» και «δαίμονες», άρα ό,τι κάνουν έχει αρνητικό πρόσημο.
Στην αρχή της ταινίας οι Huntr/x είναι πλούσιες και μένουν σε ουρανοξύστη με όλη την πόλη πιάτο και στο φινάλε το lifestyle τους παραμένει ίδιο. Όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, το μόνο που έχουν μάθει είναι «πώς να βρουν τις φωνές τους» και να είναι μεγαλύτερες θεότητες απ’ ό,τι ήδη ήταν. Οι φανς τους έχουν αναπτύξει μια παρακοινωνική σχέση μαζί τους, αλλά επειδή αυτές τους χρειάζονται περισσότερο αυτό απεικονίζεται ως κάτι θετικό. Οι σούπερ-σταρ παραμένουν σούπερ-σταρ και οι ακόλουθοί τους παραμένουν τυφλοί στα είδωλά τους και στο δόγμα τους. Καταναλώνουν και καταναλώνουν και όταν έρθει το επόμενο συγκρότημα, θα το καταναλώσουν κι αυτό. Δεν υπάρχει τέχνη.
Όλη αυτή η ανάλυση, δεν σημαίνει πως τα έργα είναι καλά ή κακά, αλλά ότι ο mainstream κινηματογράφος είναι ένας καθρέπτης της κοινωνίας μας όπου αντικατοπτρίζεται ο φόβος μας για αλλαγή. Είναι τυχαίο που όλα αυτά τα έργα αναδεικνύουν μορφές κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά καταλήγουν να υπερασπίζονται το σύστημα που τις γέννησε, σαν να μην μπορούν να φανταστούν έναν κόσμο χωρίς αυτές; Η αλλαγή που μπορούμε να δούμε στον κόσμο είναι μεγαλύτερη απ’ αυτή που μπορούμε να δούμε μονάχα σε ένα άτομο. Στα έργα υπάρχει ο εκλεκτός, ο ήρωας και ο πρωταγωνιστής και επειδή έχουν αυτές τις ιδιότητες σημαίνει πως είναι και άξιοι για τις απολαβές που θα έχουν μόλις ολοκληρώσουν τους άθλους τους, αλλά δεν αλλάζει το σύστημα, απλά παίρνουν τις θέσεις αυτών που δημιούργησαν τους άθλους.
Έτσι και στην πραγματικότητα αγνοούμε τη ρίζα του προβλήματος και επικεντρωνόμαστε σε προσωπικότητες. Καπιταλισμός, νεοφιλελευθερισμός, όλα τα πολυσύλλαβα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα που πηγάζουν από εποχές που ήταν νόμιμο άνθρωποι να έχουν σκλάβους και δούλους, συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να διαχωρίζουν ανθρώπους σε αυτούς που τους επιτρέπεται να έχουν ό,τι επιθυμούν και σε αυτούς που τους επιτρέπεται να μαζέψουν τα ψίχουλα από το τραπέζι των πρώτων. Τα συστήματα αυτά είναι υπαίτια για την άνοδο της ακροδεξιάς στον πλανήτη όσο και τα συστήματα στους κόσμους των σεναρίων είναι υπεύθυνα για τους σατανικούς ανθρώπους που δημιουργούν και όμως είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε έναν κόσμο χωρίς αυτά; Είναι τόσο εύκολο να συμπεριφερόμαστε πως δεν υπάρχει μέλλον χωρίς τον αρχικό κακοποιητή όλων;
