Αγόρι γνωρίζει κορίτσι στη δουλειά. Η Eλένα είναι χορεύτρια, που ανάμεσα στα άλλα κάνει μαθήματα χορού σε κωφούς, ο Ντόβιντας είναι ο διερμηνέας στη νοηματική. Το μάθημα τελειώνει, χαιρετιούνται, φεύγει πρώτος. Γυρνά όμως. Περιμένει να βγει κι εκείνη έξω. Της προτείνει να πάνε κάπου μαζί, να κάνουν κάτι μαζί. «Τώρα;», τον ρωτάει, «Τώρα», της απαντάει. Πάνε μια βόλτα, περπατάνε, μιλάνε. Εκείνη εκμυστηρεύεται στους φίλους της ότι είναι σαν να τον ξέρει χρόνια. Αλλά σιγά μην βγει κάτι καλό. Κι άλλωστε μόνο σχεσάκιας δεν έχει υπάρξει ως τώρα στη ζωή της.
Την επόμενη φορά θα βρεθούν και στο σπίτι της. Τα σώματά τους θα αρχίσουν να ακουμπιούνται, τα βλέμματά τους θα γίνουν πολύ έντονα, είναι ένα βήμα πριν φιληθούν. Τότε θα της δώσει μια πολύ βασική πληροφορία για τον εαυτό του. Είναι ασέξουαλ. Δεν είναι ανίκανος, ικανός σεξουαλικά είναι, απλά δεν νιώθει σεξουαλική επιθυμία για άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν του αρέσουν άλλα πράγματα. Σαν τι; Σαν το να έχει σχέση. Και η Ελένα του αρέσει πολύ. Και θα ήθελε πολύ να γίνουν και ζευγάρι.
Μπορεί μια κανονική κατά τα άλλα σχέση ζευγαριού να μην έχει το θεμελιώδες συστατικό της πλήρους σεξουαλικής επαφής (και όχι επειδή αρχίζει και περιορίζεται ως σπανίζει στο πέρασμα των ετών, αλλά από την αρχή της σχέσης και δη διακηρυγμένα); Τι θα συνεπαγόταν μια τέτοια έλλειψη, μια τέτοια στέρηση; Πιθανότατα θα άρχιζε να χάσκει ανεκπλήρωτη η ψυχοσωματική ανάγκη του ενός ή της μιας (και εν προκειμένω της μιας) να κάνει έρωτα με το ταίρι της, με τον άνθρωπο που αγαπά και επιθυμεί. Και η συγκεκριμένη ανάγκη έχει δύο σκέλη που, όσο κι αν συνδέονται, είναι διακριτά μεταξύ τους: το να θέλεις ερωτικά εσύ τον σύντροφό σου και το να θέλεις να σε θέλει ερωτικά κι εκείνος. Σε μια σχέση δεν σου αρκεί να θέλεις, θέλεις και να θέλεσαι.
Στο “Slow” όμως ο ένας από τους δύο δεν θέλει. Σύμφωνοι, δεν έχει να κάνει ειδικά με την Ελένα, έχει να κάνει με τον ίδιο τον Ντόβιντας. Πόσο αλλάζει όμως αυτό τα δεδομένα, όταν όλα όσα νιώθει εκείνη για τον Ντόβιντας έχει την ανάγκη να τα σωματοποιήσει μαζί του προκειμένου να νιώσει ολοκληρωμένη, όταν όλα όσα νιώθει εκείνη για τον Ντόβιντας την οδηγούν στην επιθυμία να κάνει έρωτα μαζί του, ενώ την ίδια ώρα εκείνου δεν του λείπει τίποτα μέσα στη σχέση τους, εκτός βέβαια από όσα ξέρει ότι λείπουν σε εκείνη; Φέροντας ίσως κάπως μακρινά στο μυαλό και τον Μπεν του «Αφήνοντας το Λας Βέγκας», ο Ντόβιντας βρίσκει έναν άνθρωπο με τον οποίο συνδέεται εντελώς αληθινά, αλλά η σχέση είναι ένα πράγμα και το αν θέλει ή μπορεί να προσπαθήσει να αλλάξει για χάρη της σχέσης του, ένα άλλο.
H αρχική ιδέα που χτίζει τη συγκεκριμένη συνθήκη ανάμεσα στους δύο ήρωες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά η σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος του “Slow” Μαρίγια Καβταράντζε επαναπαύεται σε έναν βαθμό σε αυτήν, χωρίς να την αναπτύσσει επαρκώς και χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να εξετάσει πιο λεπτομερειακά και πιο «πραγματικά» τι θα συνεπαγόταν μια τέτοια συνθήκη. Ένα ας πούμε πιθανό ερώτημα που μένει ανεξερεύνητο είναι το εξής: Αφού δεν υπάρχει ζήτημα ανικανότητας, γιατί δεν δοκιμάζεις να δώσεις στη σύντροφό σου αυτό που έχει ανάγκη; Κι ας μην το έχεις ανάγκη εσύ, κι ας μην σου είναι ούτε κατ’ ελάχιστο όσο ηδονικό θα ήταν σε εκείνη. Πώς δηλαδή, ενώ νιώθεις πολύ δυνατά ρομαντικά συναισθήματα για τη σύντροφό σου, πώς ενώ την αγαπάς, δεν μπαίνεις στη διαδικασία να την ικανοποιείς; Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι απλό, μπορεί κάλλιστα εκείνη την ώρα η ασεξουαλικότητά σου να υπερισχύει και να το καθιστά είτε αδύνατο είτε τόσο μηχανικό και αποξενωμένο από σένα, ώστε να χαλάει κι εσένα κι εκείνη. Λέω πάντως ότι δεν πολυμπαίνουμε στα συγκεκριμένα χωράφια. Δεν βλέπουμε έστω σχετικές θεωρητικές συζητήσεις μεταξύ τους. Κι οι μεμονωμένες περιπτώσεις όπου κάτι σεξουαλικό πάει να γίνει, μοιάζουν δραματουργικά αμήχανες, μοιάζουν να μην αντιμετωπίζουν κατά μέτωπο την πιθανή πραγματικότητα μιας τέτοιας σχέσης, αλλά να προσπαθούν κάπως να την αντιπαρέλθουν ντριμπλάροντάς την.
Πρόκειται για μειονέκτημα μεν, κατά τη γνώμη μου όμως όχι καθοριστικό, ένα μειονέκτημα το οποίο μπορούμε να ξεπεράσουμε, προκειμένου να ασχοληθούμε μαζί με την ταινία με κάτι σημαντικότερο. Ακόμα λοιπόν κι αν το “Slow” δεν μπαίνει στην πιθανή πρακτική αλήθεια μιας τέτοιας σχέσης, η κεντρική συνθήκη που έχει δημιουργήσει παραμένει γοητευτική, γόνιμη, ερεθιστική: από τη μια, η καταστατική έλλειψη σεξουαλικής διάθεσης του ενός συντρόφου εμποδίζει αυτούς τους ανθρώπους να ζήσουν μια εντελώς πλήρη σχέση, από την άλλη νιώθουν και οι δύο κάτι πάρα πολύ ισχυρό ο ένας για τον άλλο. Πληρότητα εναντίον υπερβατικότητας; Άκυρο άραγε δίλημμα; Ίσως κι όχι: όταν μια σχέση είναι πλήρης, τότε δε χρειάζεται να κάνεις καμία υπέρβαση. Υποχωρήσεις και μικροσυμβιβασμούς στην πορεία μάλλον ναι, υπερβάσεις όμως όχι.
Σε μια σχέση σαν της Ελένα με το Ντόβιντας οι εκδοχές εκ των πραγμάτων τρεις. Να μάθουν να ζουν με αυτό, κι εκείνη τελικά να μην τη νοιάζει η συγκεκριμένη έλλειψη. Να μάθουν να ζουν με αυτό, κι εκείνη να κάνει έρωτα με άλλους, είτε κρυφά από τον ίδιο, είτε ομολογημένα, συζητημένα, ξεκαθαρισμένα. Να μην μπορέσουν τελικά να ζουν με αυτό, να μην μπορέσουν να το ξεπεράσουν. Αν αυτές οι τρεις εκδοχές μπορούν να συντμηθούν στις δύο βασικότερες (πρώτον, την παλεύουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μαζί, ή, δεύτερον, δεν την παλεύουν μαζί), τότε έρχεται το επόμενο και ίσως και ουσιαστικότερο ερώτημα: Τι σημαίνει να αγαπάς τον άλλο; Να ζεις μαζί του μέσα σε μια αμοιβαία αλληλοσυμπλήρωση όπου όλα είναι σε γενικές γραμμές αρμονικά και τίποτα ιδιαίτερα ζόρικο; Να επιλέγεις να ζεις μαζί του, παρότι υπάρχουν δομικά προβλήματα, κάνοντας μεγάλες υπερβάσεις; Αν δεν μπορείς να ζεις μαζί του, να μην βάζεις ένα χι, αλλά να συνεχίσεις παρά ταύτα να ζεις μέσα στην αγάπη για εκείνον; Και ποιες οι διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα είδη αγάπης; Είναι κάποιο υπέρτερο, κάποιο υποδεέστερο, κάποιο πιο απόλυτο, κάποιο πιο σχετικιστικό, κάποιο πιο ξεκάθαρο, κάποιο με αστερίσκους, ή μήπως τελικά όλα είναι εξίσου αντιπροσωπευτικές εκφάνσεις της, καθώς κανονικότητα και κανόνες στην αγάπη δεν χωρούν;
Oι ταινίες όμως δεν είναι ούτε οι κεντρικές ιδέες τους, ούτε οι θεματικές τους. Αυτά σε πάνε μέχρι ένα μέρος της διαδρομής. Το “Slow” μετατρέπεται σε μια πολύ επιδραστικότερη κινηματογραφική εμπειρία εξαιτίας των δυο πρωταγωνιστών του και του σκηνοθετικού βλέμματος επάνω στα πρόσωπά τους και τα σώματά τους. Κυρίως επάνω τους, αλλά όχι μόνο επάνω τους: υπάρχει για παράδειγμα μια μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα που κάνει μασάζ στην Ελένα και οι φλέβες των χεριών της πάνω στην πλάτη της Ελένα.
Έψαχνα να βρω πού αλλού έχω δει τον Κεστούτις Τσισένας που υποδύεται τον Ντόβιντας. Πουθενά είναι η απάντηση. Και ξαφνιάστηκα γιατί μου είναι τόσο οικείος. Ένιωθα κι εγώ σαν την Ελένα ότι τον ήξερα χρόνια. Η αύρα που εκπέμπει δεν είναι αποκλειστικά δική του. Είναι η αύρα του “Slow”, είναι η αύρα που έχει ενεργοποιηθεί μέσα στο αισθητικό περιβάλλον της ταινίας.
Η μεγάλη αποκάλυψη όμως του “Slow” είναι η Γκρέτα Γκρινεβιτσιούτε. Χορεύτρια και χορογράφος το κύριο επάγγελμα της, όχι κανονική – κανονική ηθοποιός (πολύ ταιριαστά σε μια ταινία που αμφισβητεί την κανονικότητα των σχέσεων και της αγάπης), η Καβταράντζε κινηματογραφεί το πρόσωπό της αχόρταγα κι αυτό μεταμορφώνεται διαρκώς, αναλόγως με τη γωνία με την οποία το κοιτάει η κάμερα. Ένα πραγματικό θαύμα. Η Ελένα χαϊδεύει το νερό και η κάμερα χαϊδεύει το χέρι της και το νερό, η Ελένα βγάζει τα δαχτυλίδια της και πιάνει κότσο τα μαλλιά της, μια γυναίκα πίσω από την κάμερα κινηματογραφεί μια άλλη γυναίκα, κι όλη αυτή η τρυφερότητα και η εκφραστικότητα και το παιχνίδισμα και η ευπλαστότητα του προσώπου της Γκρινεβιτσιούτε. Ξανά: ένα πραγματικό θαύμα.
Στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Ελένα κάνει σεξ με έναν άντρα που γνώρισε λίγο πριν. Εκείνος της ζητάει να του πει πως τον αγαπάει. Μα δεν σε ξέρω. Ναι, αλλά μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσω. Πολύπλοκο ζώο η ανθρώπινη σεξουαλικότητα, πολύπλοκο ζώο κι η αγάπη των ανθρώπων. «Σ΄ αγαπώ» που λέγονται χωρίς να εννοούνται και «σ’ αγαπώ» που εννοούνται χωρίς να λέγονται. Τι υπήρξε κάποτε και τι θα υπάρξει στο μέλλον. Η ροή των πραγμάτων, η ροή των σχέσεων, η ροή της αγάπης. Ενάντια στο χι.





