Από το πρώτο άκουσμα ο δίσκος μου δίνει ένα βαθιά ρομαντικό συναίσθημα. Τόσο που με έκανε να αναρωτηθώ και να θυμηθώ πως ήταν παλιά οι σχέσεις των ανθρώπων. Χωρίς τα κουτάκια που πρέπει να τικάρεις από αυτά που θα έπρεπε ήδη να έχεις ζήσει, σε αυτά που σε παίρνει να καθυστερήσεις και από εκεί στο ατελείωτο ΦΟΜΟ και έπειτα το αβάσταχτο «πάμε γι’ άλλα». Με ενθουσίασαν τα «Πατίνια στο Φεγγάρι» της Σίλια! Vintage electro pop με ελληνικό στίχο στα καλύτερα του.

Μου αρέσει η τοποθέτηση της φωνής της, η πρόζα, η αφήγηση, η απαλότητα. Αυτός ο ρομαντισμός που στην εποχή μας ανακαλείται μόνο από τις αναμνήσεις μας και στο 2025 βρίσκει χώρο στις συζητήσεις μας πια μόνο ως ο «ξεπερασμένος». Οι στίχοι της είναι παράξενες ιστορίες της πόλης και της υπαίθρου οι οποίες σχεδόν ποτέ, δεν έχουν κανένα τέλος, αλλά ούτε ψάχνουν κιόλας. Στο φεγγάρι; Στην πόλη; Σε ένα στενό στο κέντρο της Αθήνας; Στη θάλασσα; Δεν ξέρω που να σας προτείνω να το ακούσετε. Κάνει match σε πολλές διαφορετικές συνθήκες και θυμίζει κάτι από φθινόπωρο ή τέλος Αυγούστου.

Thanos Athanassiou

Δεν συνηθίζω να αναφέρομαι σε viral στιγμές στη μουσική γιατί κάπως για εμένα αυτή η επανάληψη καταντάει αφόρητη και αυτή η επανάληψη του ίδιου τραγουδιού μόνο κακό μπορεί να δημιουργήσει σε κοινό και καλλιτέχνη. Αλλά κάπου εδώ μπαίνει ένα μεγάλο «ΑΛΛΑ»! Ποιος μπορεί να παρακάμψει τον «Ορίζοντα» και τη «Βανίλια» και τον Monsieur Minimal, ο οποίος κάνει το perfect match στον retro συναισθηματισμό της Σίλια. Stories και φωτογραφίες και λεζάντες με αφιερώσεις με μένσιον ή και αμένσιωτες. Μηνύματα έμμεσα αλλά και άμεσα με ψίθυρους κατευθείαν σε αυτιά σιγομουρμουρίζοντας τους στίχους αυτών των άκρως pop και ταυτόχρονα all time classic ραδιοφωνικών στιγμών.

Με αφορμή λοιπόν έκτος από τις μεγάλες της επιτυχίες και την παρουσίαση του δίσκου της «Πατίνια στο Φεγγάρι» την Παρασκευή 17 Οκτωβρίου στο Ρομάντσο, μιλήσαμε με τη Σίλια Κατραλή για ταξίδια και προορισμούς, το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι και το μαγικό χρώμα του ηλιοβασιλέματος.

Σίλια φτιάχνεις ιστορίες που δεν έχουν τέλος, αλλά δεν ψάχνουν κιόλας. Δηλαδή; Μόνος σκοπός το ταξίδι και όχι ο προορισμός; Μήπως και αυτό το σκόπιμο ανεκπλήρωτο των ιστοριών σου είναι από μόνο του ένα τέλος;

Μόνος σκοπός είναι να βρούμε να παρκάρουμε όταν φτάσουμε! Όχι αστειεύομαι. Θέλω να πω πως στα τραγούδια υπάρχει ένας έντονος προβληματισμός για διάφορα πράγματα τα οποία παραμένουν άλυτα, όπως συνήθως συμβαίνει και στη ζωή αν το σκεφτείς. Δεν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα ή κάποια κατακλείδα σε όλη αυτή την αναζήτηση ή τουλάχιστον δεν την έχω βρει εγώ. 

«Κάτι ζωντανό που θα το βρω και θα με βρει» τραγουδάς. Πώς ορίζεις το «κάτι ζωντανό» που αναμένεις και πώς θεωρείς ότι θα αναγνωρίσει κάποι@ το δικό σου «κάτι ζωντανό»;

Προσκρούει σε έναν προβληματισμό μου, κι αυτό το τραγούδι, πως πολλές φορές βιώνουμε την καθημερινότητα σαν ημιθανείς και όχι σαν έμβια όντα που μάχονται για όλο αυτό με προσδοκία και πείσμα και με σκοπό μια αλλαγή. 

Στον «ορίζοντα» λες να πουλάνε «παγωτό Βανίλια»; 

Αρκετά πιθανό. Φαντάζομαι ένα απόκοσμο αχανές μέρος με  ηλιοβασίλεμα που το μόνο που θα μπορείς να αγοράσεις είναι παγωτό. Επειδή εκεί όλα τα άλλα δεν αγοράζονται. Κάτω από αυτό το φως που παίρνει ο ουρανός όταν ο ήλιος ξεκινάει την πτώση του γίνονται όλα θέματα ακαδημαϊκά έτσι κι αλλιώς.

Σίλια στο φεγγάρι εκτός από πατίνια τι άλλο θα ήθελες να κάνεις;

Θα ήθελα απλώς να σταθώ εκεί φτωχότερη από ελπίδες, αλλά απαλλαγμένη από αυταπάτες με την προοπτική μιας σιωπής, η οποία θα μου επιτρέψει να ακούσω έναν ήχο, μια κραυγή σαν αυτή που έβγαλε ο κόσμος τη μέρα που γεννήθηκε. Αλλά όσα λιγότερα πούμε για τα άστρα και τους δορυφόρους τους τόσο το καλύτερο. 

Ποια ιστορία αφηγείται το δικό σου πορτρέτο «Ντόριαν»; 

Μια ιστορία που έρχεται και παρέρχεται μέσα από διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικές συνθήκες αλλά πάντα στο ίδιο μέρος μα με τον ίδιο τρόπο η γνωστή ιστορία του Όσκαρ Γουάιλντ έρχεται και με βρίσκει σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς προφανείς λόγους. Στο ομώνυμο τραγούδι με την katscenes ουσιαστικά αναγάγουμε την γνωστή ιστορία στο πλαίσιο της καθημερινότητας. Όλοι έχουμε υπάρξει Ντόριαν σε περιόδους της ζωής μας. Κάπως με έναν τρόπο νικάμε πού και πού τη ματαιότητα αλλά μόνο στα σημεία. Και τι άλλο θα μπορούσε να γίνει άλλωστε τόσο αταίριαστοι που είναι σαν ζευγάρι ο χρόνος και ο εγκέφαλος; 

Γιατί ρε Σίλια να προσποιηθώ ότι όλα είναι εντάξει άμα φύγει; Να μην το σπάσω το μικρό γιαπωνέζικο αμάξι;  Και ας είναι και Τετάρτη και Πέμπτη και Καθαρά Δευτέρα…

Δεν χρειαζόμαστε άλλες εχθροπραξίες νομίζω. Σύμφωνα με κάποιες προσεγγίσεις στη σύγχρονη ψυχολογία έτσι κι αλλιώς το πρώτο στάδιο ενός χωρισμού είναι η άρνηση, πριν ακόμα από το πένθος. Νομίζω πως ολόκληρο το τραγούδι αυτό είναι μια άρνηση, ένα delusion στον απόηχο μιας κάποιας νοθευμένης παραπλανητικής ευτυχίας. 

Πώς θα καταφέρουμε να διώξουμε τις μαριονέτες από τις στοιχειωμένες πόλεις;

Δεν είμαι σίγουρη πως μπορούν να φύγουν μάλλον πολύ περισσότερο θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτές, όπως μάθαμε να ζούμε με τόσα άλλα γύρω μας.