Ολοκληρώθηκε πριν μερικές μέρες η νέα σειρά της Apple TV+ «Αθώος Μέχρι Αποδείξεως του Εναντίου» (“Presumed Innocent”) οκτώ επεισοδίων διαρκείας από σαράντα ως πενήντα λεπτά το καθένα. Σε όσους θυμίζει κάτι ο τίτλος (κι ο ελληνικός κι ο αυθεντικός) πολύ σωστά το θυμίζει, πολύ σωστά θυμίζει την ταινία του 1990 με τον Χάρισον Φορντ, αφού και η ταινία και η σειρά βασίζονται στο επίσης ομώνυμο best seller του Σκοτ Τάροου, γραμμένο το 1987.
Ο εισαγγελέας Ράστι Σάβιτζ αναλαμβάνει να ερευνήσει την άγρια δολοφονία της συναδέλφου του Κάρολιν Πολίμους. Βρίσκεται στο σπίτι της νεκρή, χτυπημένη στο κεφάλι από λαβίδα του τζακιού και δεμένη τελετουργικά, όπως το θύμα μιας παλιότερης δολοφονίας την οποία είχαν χειριστεί από κοινού οι δυο τους. Η δολοφονία λαμβάνει χώρα εν μέσω εκλογών για την ανάδειξη νέου επικεφαλής εισαγγελέα διώξεων (στις ΗΠΑ υπάρχουν Πολιτείες στις οποίες η θέση προκύπτει από εκλογές), ο νυν επικεφαλής έχει ως δεξί του χέρι τον Ράστι, ο αντίπαλός του έχει ως δεξί του χέρι έναν συνάδελφο του Ράστι, τον Τόμι Μόλτο, που βρίσκεται μια ζωή στη σκιά του και τον φθονεί ολόψυχα. Η διερεύνηση και εξιχνίαση λοιπόν της δολοφονίας λαμβάνει και πολιτικά χαρακτηριστικά και ο Ράστι δεν θα αργήσει να μετατραπεί από κατήγορος σε κατηγορούμενο, καθώς μια σειρά στοιχείων στρέφουν τις υποψίες προς το μέρος του. Αλλά ο ίδιος διακηρύσσει την αθωότητά του, διατηρεί το τεκμήριο της αθωότητας, είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, οι ένορκοι θα πρέπει να πειστούν για την ενοχή του πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας κι όλα αυτά.
Η σειρά θα διαφοροποιηθεί στην πορεία αρκετά ως πολύ από την ταινία. Πέραν όμως της διαφοροποίησης της πλοκής, υπάρχει και μια διαφοροποίηση στη ματιά, που έχει δύο σκέλη και όπου και τα δύο δεν είναι κατά τη γνώμη μου τυχαία, αλλά αντανακλούν διαφορές ανάμεσα στις δύο εποχές. Με τις αντιλήψεις λοιπόν του 2024, η απεικόνιση των γυναικείων χαρακτήρων στην ταινία του 1990 θα μπορούσε να θεωρηθεί αν όχι προβληματική, πάντως μια απεικόνιση που καλύτερο θα ήταν να έδινε τη θέση της σήμερα σε μια άλλη, κολακευτικότερη. Όπως και όντως γίνεται. Η κινηματογραφική Πολίμους του 1990 ήταν “bad news”, μια καριερίστρια που μετακινούνταν από κρεβάτι σε κρεβάτι για να ανέβει θέσεις. Όσο για τη σύζυγο του Ράστι, όταν δεν ήταν διακοσμητική στην ιστορία, αποκτούσε ιδιότητες όχι ακριβώς συμβατές με ένα σωστό γυναικείο πρότυπο.
Αλλά, για να έρθουμε και στο δεύτερο σκέλος, και συνολικά μιλώντας, ο εξωραϊσμός δεν περιορίζεται μόνο στους γυναικείους χαρακτήρες, ο κόσμος της σειράς είναι πολύ πιο γυαλισμένος, λιγότερο σύνθετος, λιγότερο βρώμικος, λιγότερο δημόσιος, πολύ περισσότερο ιδιωτικός και διαπροσωπικός. Στην ταινία όλοι είναι σε μια γκρίζα ζώνη, αν όχι ακριβώς διεφθαρμένοι πάντως συζητήσιμης στάσης, παίζουν ενάντια στους κανόνες, κοιτάνε τα συμφέροντά τους. Στη σειρά η ευρύτερη ματιά φεύγει, το όποιο πολιτικό στοιχείο φεύγει, οι άνθρωποι είναι ιδιώτες, η φιλία είναι ιερή, τα λάθη και τα πάθη είναι διαπροσωπικά, τα κίνητρα των ανθρώπων ξεκινάνε και τελειώνουν στην ψυχολογική τους ανάλυση, οικονομικοκοινωνικοί παράγοντες δεν πολυπαίζουν. Ο κόσμος του 1990 είναι ένας πολιτικός και δημόσιος κόσμος, ο κόσμος του 2024 είναι ένας ατομικός και διαπροσωπικός κόσμος, τα παιχνίδια εξουσίας και το με κρατάς – σε κρατώ είναι ζητήματα που δεν συγκινούν και τόσο πια, τώρα συγκινούν όσα μπορείς να μοιραστείς με την ψυχοθεραπεύτριά σου για τον εαυτό σου και για το γιατί φέρεσαι έτσι κι όχι αλλιώς.
Την ταινία την υπέγραφε ο πάρα πολύ μεγάλος Άλαν Τζέι Πάκουλα. Οι καλύτερες στιγμές του Πάκουλα μπορεί να βρίσκονταν ήδη στο παρελθόν (μιλάμε για έργα – σταθμούς από το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» ως την «Εκλογή της Σόφι» κι απ’ το “Klute” και το “Parallax View”), αλλά ακόμα κι έτσι έχουμε εδώ δύο ώρες και κάτι ψιλά που κολυμπάνε στην ατμόσφαιρα. Από τη φωτογραφία του Γκόρντον Γουίλις, ως το εξαιρετικά λειτουργικό μοντάζ του Ίβαν Λότμαν και φυσικά το μουσικό θέμα του Τζον Γουίλιαμς που με ελάχιστες νότες ξέρει πώς να πιάσει το θεατή αιχμάλωτο.
Οι δύο κινηματογραφικές ώρες και κάτι ψιλά δίνουν τη θέση τους στις κοντά έξι τηλεοπτικές ώρες. Και χωρίς να μπορείς να καταλογίσεις στη σειρά πλάτειασμα σε όσα λέει και δείχνει, σίγουρα η ατμόσφαιρα υποχωρεί ως προτεραιότητα, η οικονομία στην αφήγηση αποχωρεί ως επιλογή, επικρατεί μια άλλη συνολική λογική. Είναι σαφές πόσο διαφορετικά είναι τα δύο μέσα, δεν υπάρχουν φιλοδοξίες για κάτι παραπάνω, όπως αυτές της χρυσής εποχής των σειρών που μάλλον μας έχει αφήσει πια. Από εκεί και πέρα, αυτοτελώς κρινόμενη, πρόκειται για μια συμβατική μεν, παραπάνω από αξιοπρεπή όμως σειρά, που παρακολουθείται με πολύ ενδιαφέρον, έχοντας τον τρόπο να σε κρατάει διαρκώς στην τσίτα. Θα ήταν δύσκολο να γίνει και αλλιώς, γιατί από πίσω της συναντάμε την υπογραφή του Ντέιβιντ Κέλι (για τον οποίο μιλούσαμε και πρόσφατα), ο οποίος παίζει στα δάχτυλα επί δεκαετίες τις σειρές που έχουν να κάνουν με δικαστήρια, δικηγόρους, δίκες, κλόζινγκ άργκιουμεντς και ρίζοναμπλ ντάουτς.
Εκτός όμως αυτών, υπάρχει ένας διόλου ευκαταφρόνητος τομέας, όπου η σειρά δεν έχει να ζηλέψει κάτι απ’ την ταινία: στους ηθοποιούς της συγκριτικά με τους ηθοποιούς που υποδύονται τους αντίστοιχους ρόλους. Ίσως όχι τόσο με τον Τζέικ Γκίλενχαλ, που μπορεί γενικά να έχει μεγαλύτερες υποκριτικές δυνατότητες από τον Χάρισον Φορντ, μπορεί επίσης να έχει τη λάμψη του σταρ και να γράφει πολύ στην οθόνη, αλλά το πρόσωπο του Χάρισον Φορντ γράφει στην μεγάλη οθόνη όσο ελάχιστα άλλα πρόσωπα έγραψαν ποτέ. Ίσως ναι ίσως κι όχι με τον καρατερίστα σειρών Μπιλ Καμπ, που υποδύεται τον ίδιο ρόλο του εισαγγελέα με τον καρατερίστα ταινιών Μπράιαν Ντένεχι, δύσκολη σύγκριση, ας αφήσουμε το αποτέλεσμα ισόπαλο. Σίγουρα, μα σίγουρα, όχι με τη Ρενάτε Ρέισβε, στη σύγκρισή της με τη Γκρέτα Σκάκι. Δεν φταίει σε κάτι η ίδια. Στον «Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο» ήταν εξαιρετική. Αλλά ο αισθησιασμός και η σεξουαλικότητα που έβγαζε η Γκρέτα Σκάκι, τόσο η ίδια ως φυσική παρουσία, όσο και μέσω του τρόπου που μπορούσε να τα μεταδώσει ο Πάκουλα με το απλούστερο των πλάνων, απουσιάζουν εκκωφαντικά. Εδώ είναι σχεδόν αμήχανο αυτό που παρακολουθούμε από την τηλεοπτική Πολίμους, πολύ περισσότερο όταν φέρνουμε στο μυαλό μας την εικόνα της κινηματογραφικής. Αλλά βέβαια μπορεί η σεξουαλικότητα και ο αισθησιασμός της Σκάκι να αφορούσαν με τη σειρά τους μια εποχή male gaze και μιας αντικειμενικοποίησης που αφήσαμε πίσω μας, με αποτέλεσμα να έχουμε μεν μια σειρά ερωτικών σκηνών, αλλά την ίδια τη Ρέισβε να φορά ρούχα, στυλ και αέρα δασκάλας σε ορεινό χωριό της δεκαετίας του πενήντα.
Σίγουρα, μα σίγουρα, ναι στη Ρουθ Νέγκα, που τρώει για πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο τη Μπόνι Μπεντέλια στη μεταξύ τους σύγκριση. Σε αντίθεση με ό,τι γίνεται στην ταινία, στη Νέγκα δίνεται και χώρος και χρόνος προκειμένου να εξερευνηθεί ο ψυχισμός μιας γυναίκας που βρίσκεται σε μια τόσο δυσάρεστη θέση, εξετάζονται κριτικά και αυτοκριτικά οι επιλογές της και η ίδια ανταποκρίνεται και με το παραπάνω, με μια θαυμαστή εσωτερικότητα και εκφραστικότητα. Το αρκετά αλλόκοτο αλλά σίγουρα ενδιαφέρον στίγμα του αφήνει κι ο Ο-Τ Φαγκμπένλε, ωστόσο το μεγαλύτερο ατού της σειράς αποδεικνύεται πως είναι ο Πίτερ Σάρσγκααρντ, στον ρόλο του Τόμι Μόλτο. Ναρκισσιστής με σύνδρομο καταδίωξης, δύο κόμπλεξ μαζί, έχει μια διαρκή ανάγκη για αναγνώριση κι επιβεβαίωση, έχει δει τον Ράστι να απολάμβανε ως τώρα στη ζωή του όλα όσα εκείνος δεν απολάμβανε, χωρίς να θεωρεί ότι είναι καλύτερος του ή ίσως ξέροντας ότι είναι καλύτερός του, ποιος ξέρει, πάντως ξέροντας ότι ο ίδιος είχε τον ανθρωποδιώχτη ενώ ο Ράστι τον ανθρωπομαγνήτη. Τόσο ο τρόπος που ο ρόλος είναι γραμμένος, όσο και ο τρόπος με τον οποίο τον ενσαρκώνει ο Σάρσγκααρντ, συντελούν σε μια σπάνια ισορροπία, κατά την οποία ο Τόμι Μόλτο δεν γέρνει ούτε προς το αβανταδόρικα πολύ αντιπαθητικό, αλλά ούτε και προς το εξίσου αβανταδόρικα πολύ αξιολύπητο. Βαθιά εύθραυστος, ώρες ώρες βαθιά μικροπρεπής, σίγουρα επίσης εντυπωσιακά ικανός (εξού άλλωστε και η ματαίωσή του, εξού άλλωστε και ο συνδυασμός των κόμπλεξ του), καταφέρνει όμως να κρατά το κεφάλι του πάνω από το νερό της αναξιοπρέπειας. Δεν θα φύγει χωρίς να αφήσει κάτι πίσω της η σειρά. Μας αφήνει τον Τόμι Μόλτο.








