Η μητέρα της Αμάντα έχει άνοια. Η Αμάντα την επισκέπτεται στο σπίτι της. Έχει κλειδιά, μπαίνει μέσα, πιάνει τον πατριό της να κάνει σεξ μαζί της. Σοκάρεται γιατί το είχε συζητήσει πολλές φορές το θέμα μαζί του. Είχαν μάλιστα πάει πολύ πρόσφατα και στον γιατρό. Και τους είχε εξηγήσει ότι στην κατάσταση που βρίσκεται η μαμά, δεν είναι σε θέση να δώσει τη συναίνεσή της για σεξουαλικές πράξεις. Ο πατριός, που ζει δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια με τη μαμά, διαφωνεί. Οι απόψεις διίστανται, λέει, ειδικοί γηριατρικοί ψυχίατροι θεωρούν ότι η σεξουαλική επαφή του πάσχοντος με τον ή τη σύζυγό του, με έναν άνθρωπο δηλαδή εντελώς οικείο, έχει πολύ θετικές συναισθηματικές επιπτώσεις στον πάσχοντα. Κι άλλωστε δεν είναι μόνο τι λένε οι γιατροί, είναι κι αυτό που διαπιστώνει ο ίδιος από πρώτο χέρι. Το βλέπει στην έκφραση του προσώπου της ότι την ευχαριστεί και της κάνει καλό, είναι η ίδια έκφραση που έχει άλλες ώρες όταν της χαϊδεύει τα μαλλιά και της μιλάει γλυκά. Και το αποδεικνύει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι πολλές φορές είναι η μαμά εκείνη που θα κάνει την πρώτη κίνηση.
Η Αμάντα όμως έχει φρικάρει, η μητέρα της εδώ και καιρό έχει πάψει να είναι ακριβώς η μητέρα της, η μητέρα της εδώ και καιρό είναι χαμένη, η μητέρα της εν πάση περιπτώσει έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να παίρνει οποιεσδήποτε αποφάσεις κι αφού ο πατριός δεν θέλει να καταλάβει, είναι αναγκασμένη να βάλει σε κίνηση τα νόμιμα γρανάζια, μπας και θορυβηθεί λίγο. Στην τελική δεν είναι ο μπαμπάς της, είναι ένας άντρας που κάνει 18 χρόνια έρωτα με τη μητέρα της, παίρνοντας τη θέση του μακαρίτη του μπαμπά της. Όχι ότι του λέει βέβαια κάτι τέτοιο, όχι ότι μάλλον καν σκέφτεται συνειδητά κάτι τέτοιο, το εντελώς πιθανότερο είναι ότι αν της το υπαινισσόταν κανείς ως μέρος της εξήγησης, θα αγανακτούσε. Εκείνη τη μαμά της σκέφτεται και το ότι θεωρεί πως αυτό που κάνει ο πατριός δεν είναι σωστό, είναι παραβιαστικό.


Άπαξ βέβαια και ξεκινήσεις τέτοιες θεσμικές διαδικασίες, μετά τις αποφάσεις τις παίρνουν εκείνες και τα πρωτόκολλά τους, και όχι εσύ. Τις πήρες από τον πατριό, θεωρώντας ότι η μητέρα σου δεν μπορούσε να αποφασίσει και ότι σωστότερο απ’ το να αποφασίζει εκείνος για εκείνη ήταν να αποφασίζεις εσύ, αλλά υπολόγισες χωρίς τον θεσμικό ξενοδόχο. Έτσι, όταν επεμβαίνουν Αστυνομίες και Πρόνοιες και δεν περιορίζονται απλά σε ένα «Κύριε Πατριέ, δεν θα το ξανακάνεις, εντάξει;», η μεν Αμάντα λέει ουπς, εμείς δε ως θεατές αρχίζουμε να θεωρούμε ότι παρακολουθούμε ένα πολύ συγγενές θεματολογικά έργο με το «Φιόρδ» του Κριστιάν Μουντζίου: οι υπερβολές της Πρόνοιας, απρόσωποι μηχανισμοί που λειτουργώντας με γνώμονα την προστασία των αδύναμων μελών της οικογένειας από αμφιλεγόμενης υπόστασης ενδοοικογενειακές κακοποιήσεις (παιδιά στην περίπτωση του «Φιόρδ», μια ηλικιωμένη γυναίκα με άνοια στην περίπτωση της «Βασίλισσας στη Θάλασσα»), επεμβαίνουν τεχνοκρατικά και ασύμμετρα στην καρδιά της οικογενειακής ζωής, χωρίς να συνυπολογίσουν άλλες παραμέτρους. Κι επειδή δεν μιλάμε για κάποιες αυταπόδεικτες, πανθομολογούμενες αλήθειες, είναι οι δύο ταινίες που μας οδηγούν προς τέτοια συμπεράσματα, βάσει όσων μας δείχνουν στις ιστορίες τους.
Ωστόσο η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» ενδιαφέρεται να μας οδηγήσει κάπου αλλού. Θα μας προσφέρει μια ανατροπή, που εν μέρει θα δικαιώσει και εν μέρει θα κονιορτοποιήσει τα επιχειρήματα τόσο του πατριού όσο και της κόρης. Και μετά από την ανατροπή και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν εξαιτίας της, είναι η σειρά για νέες αποφάσεις που φωτίζουν αναδρομικά υπό ένα διαφορετικό φως τα κίνητρα του ενός από τους δυο τους: όχι υπό την έννοια της αποκάλυψης μιας υποκριτικής στάσης, αλλά υπό την έννοια της αποκάλυψης του πόσο σχετικά είναι όλα στην ανθρώπινη κατάσταση, του πόσο κτητική και εγωκεντρική είναι η αγάπη, ακόμα και στις πιο ανιδιοτελείς εκφάνσεις της κι ίσως ακόμα περισσότερο σε αυτές.
Πρόκειται για μια ανατροπή που χαρίζει στην ηρωΐδα της μια αυτενέργεια, την αυτενέργεια του ανοϊκού. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια λαμπρής σύλληψης δραματική ειρωνεία: ένας άνθρωπος που κάνει τα δικά του, κάνοντας τα ο ίδιος μεν, αλλά ποιος είναι αυτός, τι έχει απομείνει από τον ίδιο, τι στην αυτενέργειά του είναι έκφραση του παλιού εαυτού του και τι μια ακόμη εκδήλωση της νόσου του; Όπως και να έχει υπάρχει ακόμα ένα πλάσμα που εντός ή εκτός εισαγωγικών αποφασίζει. Κι ακόμα και αν έρθει η περίφημη συμφιλίωση των μη ανοϊκών με την εαυλωτότητά του, πρόκειται για μια συμφιλίωση, που με όλες τις αναμφίβολα καλές της προθέσεις, ενέχει μια υπεροψία απέναντί του, ένα αφ’ υψηλού. Το οποίο είναι παράλογο; Μάλλον όχι. Φταίει άρα τελικά κανείς; Σίγουρα όχι. Δεν υπάρχει κακή πρόθεση, ούτε από την κόρη, ούτε από τον πατριό, ούτε από την Πρόνοια. Όλων οι προθέσεις απέναντι στον ανοϊκό είναι καλές. Αλλά όπως μας είχε δείξει αρκετά χρόνια πια πριν ο Χάνεκε στο συγκλονιστικό “Amour”, η αγάπη (ιδιοτελής ή μη) δεν αρκεί, όταν η ζωή επιφυλάσσει ένα “mal”, επιφυλάσσει τον πόνο και το κακό, επιφυλάσσει την έκπτωση.


Ξεκινάς να βλέπεις τη «Βασίλισσα στη Θάλασσα» προϊδεασμένος ότι έχει ένα πολύ δυνατό θέμα. Μια κεντρική ιδέα που θα γεννούσε σε κάθε περίπτωση διλήμματα, συναισθήματα και σκέψεις, Ξέρεις επίσης ότι έχει και ένα πολύ δυνατό καστ, άρα χαμένη η ταινία δεν θα πήγαινε. Ωστόσο σου επιφυλάσσει δύο θετικότατες εκπλήξεις. Την πρώτη την αναφέραμε μόλις, είναι η εξέλιξη της ιστορίας από το σημείο εκκίνησής της προς κάτι ακόμα πιο σύνθετο και ακόμα πιο γόνιμο. Την πιστώνεται ο Λανς Χάμερ ως σεναριογράφος. Αλλά σε κερδίζει πολύ γρήγορα και ο Λανς Χάμερ ως σκηνοθέτης. Ο τρόπος που τοποθετεί τους ανθρώπους στα κάδρα του, το στήσιμο των κάδρων του. Όχι με επιδειξιομανία, δεν θα κάνει ποτέ κάτι που θα πάρει την προσοχή από αυτό που εκείνη την ώρα λέγεται και διακυβεύεται, αντίθετα με έναν τρόπο αδιόρατο θα το αναδείξει. Αν ο Χάμερ ήταν λιγότερο γοητευτικός ως σκηνοθέτης, τα ζητήματα που βάζει η ταινία ίσως και να τα συζητούσαμε και να τα σκεφτόμασταν με τον ίδιο τρόπο, η ταινία όμως ως κινηματογραφική εμπειρία δεν θα ήταν αυτή που είναι τώρα. Και το ότι αναλαμβάνει και τον ρόλο του μοντέρ, ώστε να έχει τον αποκλειστικό έλεγχο της ροής της αφήγησης, δεν είναι τυχαίο.

Η Ζιλιέτ Μπινός είναι εξαιρετική, ο μεγάλος Τομ Κόρτνεϊ επίσης, αλλά είναι μάλλον η Άννα Κάλντερ – Μάρσαλ που καρφώνεται περισσότερο στη μνήμη. Η Τζούλιαν Μουρ έχει πάρει όσκαρ για το “Still Alice”, o Άντονι Χόπκινς για τον «Πατέρα», είχαν και οι δυο τους σε αντίθεση με την Κάλντερ – Μάρσαλ ρόλους πρωταγωνιστικούς και με πολύ διάλογο, σε εκείνη αρκούν λιγοστές λέξεις και μεγάλης έντασης βλέμματα.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα μιλούσαμε για το «Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, όπου πάλι ασθενείς με άνοια ήταν στο φόντο, πριν λίγα χρόνια στο “Vortex” του Γκασπάρ Νοέ η άνοια πρωταγωνιστούσε, οι πληθυσμοί στον αναπτυγμένο κόσμο γηράσκουν κι όσο με την πρόοδο της επιστήμης άλλα σωματικά αίτια και ασθένειες αντιμετωπίζονται, το χάσιμο του μυαλού και του εαυτού θα καταλαμβάνει νομοτελειακά περισσότερο χώρο στις ιστορίες που θα έχουμε ανάγκη να λέμε μεταξύ μας. Απ’ την άλλη είναι τόσο δυσβάστακτο στην πραγματική ζωή, που είναι δυσβάστακτο και σε κάθε αναπαράστασή του. Δεν είναι εύκολες πίστες αυτές, Χίλιες φορές καλύτερα το σώμα πρώτα.

