Δυο αδέλφια, έντεκα και οκτώ ετών, αγόρια και τα δύο, μόνα στο σπίτι στο χωριό. Η μαμά έχει πάει για κάτι δουλειές, ο μπαμπάς πάλι είναι σαν να λείπει συνέχεια σε ταξίδι για δουλειές. Το χωριό βρίσκεται στη Νιγηρία και η χρονιά είναι το 1993. Όπως σε κάθε οικογένεια με περισσότερα του ενός παιδιά, το ένα υποδύεται το μεγαλύτερο και πιο υπεύθυνο αδέλφι, το άλλο το μικρότερο, κάπου ρόλοι κι αυτά, κάπου παιχνίδια, όπως ας πούμε τα παιχνίδια που τα συγκεκριμένα δύο παίζουν με παλαιστές του κατς που ζωγραφίζουν στο χαρτί και μετά τους κόβουν, βάζοντάς τους να παλεύουν μεταξύ τους, με το σπικάζ απαραίτητο πάντα συμπλήρωμα της φαντασίας, της αναπαράστασης με το μυαλό, των παιδικών παιχνιδιών. Κάπου ρόλοι αλλά και κάπου πραγματικότητα: ο μεγάλος αδελφός φτιάχνει να φάνε κάτι με τον μικρό.
Και τότε εμφανίζεται αναπάντεχα στο σπίτι ο μπαμπάς. Που πέρασε όμως μόνο και μόνο για να φύγει ξανά. Κι όπως ίσως σε κάθε οικογένεια με περισσότερα του ενός παιδιά, ή ακόμα και στις οικογένειες με μοναχοπαίδια, τα παιδιά έχουν περισσότερο και λιγότερο αγαπημένους γονείς. Εδώ, ο μεγάλος αδελφός είναι πολύ του μπαμπά, ενώ ο μικρότερος πολύ της μαμάς και δεν μπορεί να καταλάβει ή να συγχωρήσει στον πατέρα του ότι λείπει συνέχεια και η καημένη η μαμά στεναχωριέται.

Και η μια έκπληξη θα φέρει την επόμενη. Ο πατέρας που όντως σκόπευε απλά να αλλάξει ρούχα, να πάρει κάτι πράγματα και να φύγει καπάκι, ακούγοντας τα παράπονα των γιων του, αποφασίζει να τους πάρει μαζί του. Ελάτε μαζί μου, θα πάμε στο Λάγος και το βράδυ θα σας γυρίσω πίσω. Και κάπως έτσι τα δύο αδέλφια θα περάσουν μια ξεχωριστή ημέρα στη ζωή τους, μια ημέρα που θα καταγραφεί στις αναμνήσεις τους για πάντα, μια ημέρα από εκείνες στις οποίες, είτε ως παιδιά είτε καμιά φορά και ως μεγάλοι, ξεφεύγουμε τελείως από την καθημερινότητα και τις ρουτίνες της και ξαφνικά ο χρόνος αρχίζει να μετράει αλλιώς, διαστέλλεται, ξαφνικά τα λεπτά της κάθε ώρας αρχίζουν να χωράνε μέσα τους τόσα πολλά.
Δεν είναι μια τυχαία ημέρα για τη Νιγηρία. Ο πατέρας δεν το γνωρίζει ακόμα, αλλά είναι μια ημέρα μέσα στην οποία θα προκύψουν πολύ σημαντικές εξελίξεις για τη πολιτική ζωή της χώρας, που βρίσκεται υπό δικτατορικό καθεστώς, το οποίο επέτρεψε όμως μετά από χρόνια τη διεξαγωγή εκλογών. Η ελπίδα όχι μόνο για δημοκρατία αλλά και για μια μετάβαση προς ένα συνολικά πιο αισιόδοξο μέλλον για τη Νιγηρία είναι εκεί, αλλά ταυτόχρονα είναι ακόμα εκεί στρατιωτικά καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες, όπως και έντονες φήμες, παράλληλα με επίσημες διαψεύσεις, για μια σφαγή που έχει προηγηθεί από το καθεστώς εναντίον αντιφρονούντων.
Εκείνο που γνωρίζει όμως ο πατέρας, είναι ότι το αφεντικό του στο Λάγος του χρωστάει μισθούς έξι μηνών κι ότι δεν χωράει άλλη αναβολή, πρέπει να του τα δώσει. Τα παιδιά μέσα στην ίδια ημέρα θα δουν να γράφεται στο μεγάλο επίπεδο πολιτική ιστορία και στο επίπεδο της προσπάθειας για επιβίωση μια ακόμα ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, μόνο που αυτός είναι ο πατέρας τους, μόνο που αυτός έχει προσφέρει την εργασία που θα του επέτρεπε να τα βγάζει πέρα, αλλά είναι μια εργασία που έχει μείνει απλήρωτη. Και τη συγκεκριμένη ιστορία θα προσπαθήσουν να την ταιριάξουν με την τόσο συχνή απουσία του πατέρα τους από το σπίτι: δηλαδή όχι μόνο λείπει για να μπορεί να βγάζει λεφτά και να τους τα στέλνει, αλλά ούτε καν τα βγάζει;
Ποιος είναι τελικά ο πατέρας τους; Αδίκως τον έχει βάλει τόσο στο στόχαστρο ο μικρός αδελφός, παρότι εκείνος προσπαθεί παρόλες τις αντιξοότητες για το καλύτερο; Δικαίως τον έχει τόσο ψηλά ο μεγάλος αδελφός, ενώ εκείνος κάνει τρύπες στο νερό; Να πιστέψει περισσότερο τα γεμάτα θέρμη λόγια του ή τα μάτια του; Αναιρεί οπωσδήποτε εκείνο που διακηρύσσεται ως ιδανικό του, ό,τι άλλο ενδεχομένως παράλληλα συμβαίνει στη ζωή του; Πόσο συμπυκνωμένα και πόσο ταχύρρυθμα μπορείς να ενώσεις κενά που σου λείπουν από μια εικόνα, όταν ο πατέρας σου είναι βασικά απών και μπορείς να περνάς μαζί του μόνο κατ’ εξαίρεση κάποιες ώρες;
Αν όμως ταινίες για περιόδους πολιτικής ανωμαλίας έχουμε δει πολλές, αν ταινίες που βάζουν στο επίκεντρό τους οικονομικά προβλήματα ανθρώπων και οικογενειών δεν είναι εντελώς σπάνιες, αν, τέλος, ταινίες που εξετάζουν τις σχέσεις γονιών – παιδιών είναι ακόμη λιγότερο σπάνιες, αν δηλαδή στους τρεις αυτούς βασικούς της άξονες αφήγησης «Η Σκιά του Πατέρα μου» έχει να συγκριθεί με τις παραστάσεις μας ως θεατές από πληθώρα άλλων έργων, είναι ο τέταρτος άξονάς της που φέρνει στα μάτια μας ένα -συγκριτικά μιλώντας πάντα- πιο παρθένο έδαφος: το έδαφος της Αφρικής, της ζωής στην Αφρική, της ζωής σε μια μεγαλούπολη της Αφρικής αλλά και στα μέρη καθ’ οδόν προς τη μεγαλούπολη. Σύμφωνοι, δεν μιλάμε καν για μια αυθεντική αποτύπωση, η ταινία διαδραματίζεται το 1993, άρα μιλάμε για κάποιου είδους αναπαράσταση. Από την άλλη όμως μιλάμε και για αυθεντική αποτύπωση, γιατί κάτι στην ατμόσφαιρα, στα πρόσωπα, στη ροή των εικόνων, στους ήχους, στη στάση ζωής, στα χρώματα είναι αυθεντικό και κυρίως είναι κάτι στο οποίο δεν έχουμε τόσο συχνή κινηματογραφική πρόσβαση, συγκριτικά με αντίστοιχες εικόνες, χρώματα κλπ, από τις υπόλοιπες ηπείρους.
Αλλά τίποτα απ΄όλα αυτά δεν θα είχε τόσο σημασία, αν «Η Σκιά του Πατέρα μου» δεν ήταν και μια ταινία με τόσο διαπεραστική κινηματογραφική ματιά, όπως αυτή του σκηνοθέτη της, Ακινόλα Ντέιβις. Με σειρά φεστιβαλικών διακρίσεων, αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Μεγάλης Βρετανίας για το περσινό όσκαρ διεθνούς ταινίας. Γραμμένο από τoυς Γουέιλ και Ακινόλα Ντέιβις, δυο Nιγηριανο-Bρετανούς αδελφούς, που εδώ δεν φτιάχνουν μια ταινία ακριβώς βάσει των βιωμάτων τους, αλλά παίρνοντας κάποια βιώματά τους ως πρώτη ύλη και στη συνέχεια χτίζοντας μια συναισθηματική και κοινωνικοπολιτική ιστορία πάνω τους. Είναι ας πούμε πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι η διαμάχη για την αγορά ή μη ενός παγωτού, με τις οικονομίες που είχε το ένα από τα δύο αδέλφια, είναι μια επινοημένη σκηνή και όχι μια από εκείνες τις παιδικές τύψεις που στιγματίζουν καταγωγικά τον καθένα μας. Ζωντανό σινεμά, δυνατές εικόνες, εξαιρετικές ερμηνείες, αξίζει να του δώσετε μια ευκαιρία.

