Κείμενο: Σουζάνα Φάις
Επιστρέφει στην Αθήνα ο Ιταλός εικαστικός Pier Paolo Calzolari με μία νέα σειρά έργων για την έκτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Bernier/Eliades με τίτλο “demons and dew”.
Παρουσιάζονται 20 νέα έργα του εικαστικού, στα οποία ενσωματώνει γλυπτικά στοιχεία από οργανικά υλικά όπως αλάτι, κοχύλια, φτερά, ροδοπέταλα, καθώς και ακατέργαστες χρωστικές ουσίες σε ζωντανά χρώματα. Τα έργα του έχουν έναν ποιητικό, λυρικό χαρακτήρα, ενώ ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται τα διαφορετικά θραύσματα τετριμμένων υλικών, προσδίδει στην αδρανή ύλη μία νέα ζωή. Ελευθερώνεται έτσι η ενέργεια που έχει αιχμαλωτιστεί από τα υλικά, δίνοντάς τους μία μεταφυσική διάσταση.
Η πρακτική του Pier Paolo Calzolari (γενν. 1943) εκτείνεται σε διαφορετικά μέσα όπως τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τον ήχο, την περφόρμανς, το βίντεο και την αρχιτεκτονική. Το 1967 συνδέεται με το κίνημα της Arte Povera, και αναγνωρίζεται ως μία από τις δώδεκα πρωτοπόρες μορφές του, με τη συμμετοχή του στην ομώνυμη έκθεση που επιμελήθηκε ο ιστορικός τέχνης, κριτικός και επιμελητής, Germano Celant. Ο τελευταίος αναγνώρισε στο έργο των συγκεκριμένων Ιταλών εικαστικών της μεταπολεμικής περιόδου την κοινή τους επιθυμία για την επανασύνδεση της τέχνης με τη ζωή.
Κοινή ήταν επίσης η αντίληψη μίας τέχνης «φτωχής» (povera), απαλλαγμένης δηλαδή από υψηλά νοήματα, ενώ χαρακτηριστικό του κινήματος αποτελεί η χρήση αντισυμβατικών «φτωχών», ακατέργαστων υλικών με στόχο την πιο άμεση εμπειρία της τέχνης.
Σύμφωνα με τον Calzolari, σε συνέντευξή του στο ελculture το 2011: «Πρόκειται για καθημερινά αντικείμενα, σε μία ολοκληρωτική δημοκρατία σχέσεων με τα πράγματα. Τα πράγματα είναι χρώματα, η ύλη, έχουν δική τους φωνή». Αυτή ακριβώς είναι η φωνή που αντηχεί, άλλοτε πιο έντονα και άλλοτε πιο απαλά, στην έκθεση “demons and dew“.
Ένας μεγαλειώδης μαύρος ρόμβος κρεμασμένος στον λευκό τοίχο αποτελεί το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κανείς κατά την είσοδό του στην γκαλερί και μας καλεί να πλησιάσουμε και να εξερευνήσουμε τις σκιές και τα σχήματα που δημιουργούνται στη φαινομενικά μαύρη επιφάνεια.
Καθώς πέφτει το φως στο χρωματισμένο αλάτι και τον μόλυβδο που είναι κολλημένα στον καμβά, μία ανεπαίσθητη γυαλάδα δημιουργεί την εικόνα αστερισμών του νυχτερινού ουρανού. Αχνές γραμμές από παστέλ «κατεβαίνουν» σαν βροχή, υπονοούν κίνηση και ταυτόχρονα δημιουργούν νοητικούς ήχους. Μπροστά από το πάνελ μία μεταλλική κατασκευή ανθίζει κάθετα από το έδαφος, στηρίζοντας ένα στρείδι που φέρει μία φλόγα που διακόπτει το σκοτάδι. Το φως της φλόγας που τρεμοπαίζει δημιουργεί μία ατμόσφαιρα σχεδόν μυστηριακή και τονίζει τον πνευματικό χαρακτήρα της θέασης της έκθεσης, ενώ μία χρυσή κλωστή κόβει οριζόντια τη σύνθεση, υπονοώντας ίσως έναν ορίζοντα, μία αχτίδα, μία λάμψη.
Το έργο αυτό θέτει τον τόνο της έκθεσης και μας εισάγει στη γοητεία του Calzolari με το φως, την απόδοση της υλικότητας του φαινομένου του φωτισμού, και τις ακυβέρνητες δυνάμεις της φύσης. Ταυτόχρονα, η αντίθεση ανάμεσα στην αυστηρότητα του γεωμετρικού σχήματος και στα οργανικά υλικά αντηχεί, με έναν πιο έμμεσο τρόπο, την έμφαση της Arte Povera στη διχοτομία του τεχνητού-τεχνολογικού και του φυσικού.
Στους σκοτεινούς και βροχερούς ουρανούς του Calzolari ενσωματώνονται κοχύλια, φλόγες και σκούπες από φτερά που αναδύονται από τα πάνελ, δημιουργώντας έναν συνδυασμό από ποικίλες υφές, στρέφοντας την προσοχή μας σε στοιχεία που μας περιβάλλουν καθημερινά. Η διερεύνηση του φωτός εκτείνεται και στη χρήση ακατέργαστων χρωστικών ουσιών σε ζωντανά μπλε, κόκκινα και κίτρινα σχήματα και σημεία που επεμβαίνουν στις σκούρες επιφάνειες και διακόπτουν το σκοτάδι. Επιπλέον, η απουσία ετικετών και τίτλων των έργων, ευνοεί τον αφουγκρασμό της ύλης, καθώς οι θεατές βυθιζόμαστε σε ένα προσωπικό ταξίδι αλληλεπίδρασης με τα έργα.
Η μετάβαση στον δεύτερο χώρο της έκθεσης σηματοδοτείται από το πέρασμά μας από το μαύρο στο λευκό, και από το σκοτεινό στο φωτεινό. Παρατηρούμε επιφάνειες με αλάτι σε αποχρώσεις του λευκού, αχνές γραμμές, βροχερά τοπία με λεπτομέρειες μεταξύ των οποίων ένα λεπτό ορειχάλκινο σύρμα που φέρει ένα καρύδι κρέμεται από το κάτω μέρος ενός πάνελ και μία σκούπα-βεντάλια από φτερά που ξεπηδά από την επιφάνεια.
Σε ένα έργο παρατηρούμε ότι απουσιάζουν τμήματα της ανώτερης στρώσης αλατιού, αποκαλύπτοντας έτσι σημάδια από χρωστικές που έχουν εφαρμοστεί και απορροφηθεί από το υλικό. Η κοκκώδης υφή αποπνέει μία απτική αίσθηση, και το «ξεφλούδισμα» που παρατηρούμε τονίζει την ευθραυστότητα του υλικού. Η ευθραυστότητα αυτή είναι συνυφασμένη με το φως της φλόγας που τρεμοπαίζει, ακροβατώντας συνεχώς μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, καθώς μπορεί ανά πάσα στιγμή να σβήσει. Λεπτομέρειες σαν κι αυτές εστιάζουν την προσοχή του θεατή στην άμεση εμπειρία του τώρα και μετατρέπουν την έκθεση σε ένα διαλογισμό για την παροδικότητα της ζωής.
Η στρατηγική επιμέλεια των έργων σε τρεις διαδοχικούς χώρους που διαχωρίζονται τόσο από την εσωτερική αρχιτεκτονική του χώρου όσο και από την αντίθεση μεταξύ φωτεινών και σκοτεινών συνθέσεων, αντανακλά τα διαφορετικά στάδια της αισθητικής και διαλογιστικής εμπειρίας. Η περιήγησή μας στον χώρο κλείνει με έναν ακόμη νυχτερινό, βροχερό ουρανό που εμπεριέχεται σε έναν ρόμβο μικρότερης κλίμακας. Από τη χαμηλότερη γωνία του πάνελ εκτείνεται μία λεπτή μεταλλική βάση που στηρίζει ένα μικρό κοχύλι που φωτίζει σχεδόν στο κέντρο του.
Η ομοιότητα μεταξύ πρώτου και τελευταίου έργου της έκθεσης παραπέμπει σε μία κυκλική οπτική των πραγμάτων, σε μία διαρκή μεταμόρφωση που θυμίζει την κυκλική φύση της αλχημικής εργασίας. Η δουλειά του Calzolari επικεντρώνεται στην ουσία και την ποίηση των πραγμάτων και της ζωής. Η ποίηση αυτή δεν πηγάζει τόσο από τη μορφή τους, όσο από αυτά που γεννούν: την αφύπνιση των αισθήσεων και των ονείρων.







