Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, ένα έργο που σημάδεψε όσο λίγα τη σύγχρονη ελληνική θεατρική ιστορία επιστρέφει στη σκηνή. «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, που το 1973 λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε, παραμένει σήμερα μια ανοιχτή πληγή και ταυτόχρονα ένα συλλογικό τραγούδι για τη διαδρομή αυτού του τόπου.
Στη νέα του αναβίωση, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, η παράσταση στήνεται ως ένα λαϊκό θεατρικό πανηγύρι που ισορροπεί ανάμεσα στη σάτιρα και τη συγκίνηση, στο γέλιο και στο δάκρυ. Με 27 ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής και ζωντανή ορχήστρα, η ιστορία της Ελλάδας -από την αρχαιότητα έως τον εμφύλιο- ξεδιπλώνεται μέσα από αλληγορίες, τραγούδια και σκηνές «θεάτρου εν θεάτρω», φωτίζοντας τις εθνικές μας πληγές, τις διαψεύσεις αλλά και την ανθεκτικότητα της Ρωμιοσύνης.
Με αφορμή τη νέα αυτή παραγωγή στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, συνομιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τη σχέση του με το έργο, το βάρος της ιστορίας που κουβαλά, τη δύναμη της μουσικής του Ξαρχάκου και την ανάγκη να ξαναδιαβάσουμε την εθνική μας αφήγηση μέσα από το θέατρο. Στη συζήτησή μας, ο σκηνοθέτης μιλά για την ανάγκη συμφιλίωσης με το παρελθόν, για την «ανθρωποφαγία» που επιμένει να στοιχειώνει τον δημόσιο βίο, για το θέατρο ως κοινωνική αποστολή και για το αν αντέχουμε σήμερα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Γιατί, όπως λέει, το ερώτημα που μας θέτει το έργο παραμένει επείγον: Πώς θα καταφέρουμε να βρούμε τις κοινές μας πληγές και τις κοινές μας επιδιώξεις;

«Το έργο μας, κυρίες και κύριοι, μόνον υπόθεση και πυροτεχνήματα δεν έχει…». Με αυτά τα λόγια υποδεχόταν το κοινό η Τζένη Καρέζη, για να παραδώσει τη σκυτάλη στον Νίκο Ξυλούρη, που τραγουδούσε: «όσα χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια». Πώς ανοίγει σήμερα η δική σας αυλαία στο «Μεγάλο μας Τσίρκο»;
Η παράστασή μας σέβεται το κείμενο του Καμπανέλλη και τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, οπότε μένει πιστή στην έναρξη του έργου, όπως την ήθελαν οι σπουδαίοι δημιουργοί του. Από την αρχή του ανεβάσματος του «Μεγάλου μας Τσίρκου» πιστεύαμε στη διαχρονική του αξία κι αυτή, με την τεράστια επιτυχία σήμερα, αποδεικνύεται έμπρακτα. Η σύλληψη του έργου και η μουσική του ένδυση είναι μοναδική. Προσωπικά, θεωρώ το «τσίρκο» φαινόμενο δραματουργίας και μουσικά αξεπέραστο στον χρόνο.
Είναι ένα έργο με τεράστιο ιστορικό και συναισθηματικό βάρος. Ποια ήταν η μεγαλύτερη σκηνοθετική σας αγωνία προσεγγίζοντάς το;
Δεν ήθελα, σε καμία περίπτωση, να κάνω μια μουσειακή παράσταση. Στόχος μου δεν ήταν η αναβίωση της θρυλικής εκείνης του 1973. Αναζήτησα σύγχρονες γέφυρες της ουσίας του έργου με το κοινό. Προσπάθησα να κάνω μια ανάγνωση του παλιού μέσα από το σήμερα. Άμεση, καθαρή και αποτελεσματική. Το έργο ξεσήκωνε τους θεατές και ήθελα το ίδιο να προκαλεί και σήμερα. Μ’ αρέσει, που στο τέλος της παράστασης, ο θεατής φεύγει φορτισμένος και με μεγαλύτερη συνείδηση της εθνικής του ταυτότητας. Με ό,τι σημαίνει αυτό. Τραύμα, εμμονή, ενοχή, περηφάνεια ή και όλα μαζί.
Ο Καμπανέλλης μιλά για μια χώρα που μοιάζει με τον Κρόνο, που τρώει τα παιδιά της. Πόσο επίκαιρη σάς φαίνεται σήμερα αυτή η εικόνα;
Η Ελλάδα ποτέ δε σταματά να τρώει τα παιδιά της και να παρουσιάζει, δυστυχώς, μια συνέχεια άδικης ανθρωποφαγίας. Μόνο τις τελευταίες τραγωδίες να σκεφτεί κανείς, το Μάτι ή τα Τέμπη, καταλαβαίνει πως τίποτα δεν τελείωσε και πόσο απροστάτευτη είναι η ζωή του Έλληνα πολίτη. Επίσης, πόσος χώρος δίνεται για να υπάρξουν οι νεανικές φωνές στον τόπο μας; Πόσο σεβόμαστε τη διαφορετικότητα, την άλλη άποψη, την ελευθερία του διπλανού μας συμπολίτη;

Θεωρείτε ότι ως κοινωνία έχουμε συμφιλιωθεί με το παρελθόν μας ή συνεχίζουμε να το αποφεύγουμε;
Θέλω να πιστεύω ότι σκύβουμε αλλιώς στο παρελθόν μας. Έχουμε ανάγκη να το γνωρίσουμε. Έχουμε ανάγκη αποδοχής της ιστορίας μας. Δεν θέλουμε να επαναλάβουμε παλιά λάθη. Δεν μπορούμε πια να διαβάζουμε μονόπλευρα τα ιστορικά γεγονότα. Η αναζήτηση της αλήθειας φέρνει μια νέα συνείδηση. Απαλλαγμένη από εμμονές και μονοδιάστατες απόψεις.
Το Μεγάλο μας Τσίρκο είναι «θέατρο εν θεάτρω», λαϊκό πανηγύρι, πολιτικό σχόλιο. Ποιο στοιχείο θελήσατε να αναδείξετε περισσότερο στη δική σας σκηνοθεσία;
Η πρόκληση του ανεβάσματος ήταν να αναδείξει κανείς όλες τις πλευρές και τα επίπεδα αυτού του πολυσυλλεκτικού έργου. Είναι από κατασκευής ακροβατικό το «Τσίρκο». Αυτή είναι η δραματουργική του ταυτότητα. Αυτό το κάνει ένα σπάνιο σκηνικό κράμα. Με ενδιέφερε να αναμετρηθώ με την πολυφωνία του. Με το κλαίω και γελάω. Ταυτίζομαι και αποστασιοποιούμαι σαν να παρακολουθώ Μπρεχτ. Αλλά και σαν να βλέπω μια σάτιρα αριστοφανική.

Στα λόγια του αείμνηστου Κώστα Καζάκου: «Η δουλειά της τέχνης είναι να ξελαφρώνει τον άνθρωπο από τα βάρη, να του δίνει κουράγιο και δύναμη για να αντέξει. Και όταν οι εποχές είναι δύσκολες, το ελληνικό θέατρο στέκεται δίπλα στους αγώνες του λαού». Εσείς πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα αυτόν τον ρόλο του θεάτρου; Και πώς τον υπηρετεί Το Μεγάλο μας Τσίρκο στη δική σας σκηνοθετική ανάγνωση;
Πιστεύω σε ένα θέατρο που ακουμπά στο μυαλό και στην ψυχή του θεατή. Σε ένα θέατρο με κοινωνική αποστολή. Όταν τελειώνει η παράσταση και βλέπω όρθιους τους θεατές, νιώθω ότι κάτι καλό έχω κάνει. Κάτι συνέβη στη σκηνή που τους τάραξε, τους συγκίνησε και σίγουρα δεν τους άφησε αδιάφορους. Το θέατρο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή μας ως λαός, αν σταματήσει να ναρκισσεύεται και να ομφαλοσκοπείται.
Μπορούν σήμερα να υπάρξουν ξανά καλλιτεχνικοί «γίγαντες», όπως η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Ξυλούρης ή ο Ιάκωβος Καμπανέλλης; Ή ήταν η ίδια η εποχή -οι συνθήκες, οι αγώνες, οι συλλογικές ανάγκες- που μεγέθυνε το αποτύπωμά τους;
Πάντα παίζει ρόλο η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» της εποχής στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής παραγωγής. Οι «γίγαντες» του παρελθόντος δεν πεθαίνουν όσο τους κουβαλά η μνήμη μας, όμως οι καιροί αλλάζουν, η ζωή προχωράει. Σήμερα έχουμε πολλούς νέους ταλαντούχους ηθοποιούς και τραγουδιστές. Όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες έχουν τη δύναμη του παρόντος χρόνου. Της εποχής που έρχεται, με διαφορετική αισθητική, διαφορετική έκφραση και σκηνική νοοτροπία.

Αν το έργο «μιλά στο σήμερα με τα λόγια του χθες», ποια πιστεύετε ότι είναι η πιο επείγουσα ερώτηση που μας θέτει σήμερα;
Πώς να καταφέρουμε να συμφιλιωθούμε. Να βρούμε τις κοινές μας πληγές, αλλά και επιδιώξεις. Να φτιάξουμε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά μας. Να πιστέψουμε στην εθνική μας αξία και να την προστατεύσουμε από την ξενομανία.
Μετά από αυτή τη σκηνοθετική εμπειρία, νιώθετε περισσότερο αισιόδοξος ή πιο ανήσυχος για το «ποιοι θα μπορούσαμε να γίνουμε»;
Από τη μία, η εμπειρία του τσίρκου μου έδωσε δύναμη. Από την άλλη, φοβάμαι πόσο αντέχουμε και σήμερα να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε…;

