Kείμενο: Δήμητρα Κοκκώνη
To Evia Film Project ξεκίνησε ως πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να ανακουφίσει τις πληγείσες από την πυρκαγιά του 2021 περιοχές της Βόρειας Εύβοιας. Ένα πράσινο Φεστιβάλ στην Αιδηψό, την Αγία Άννα και τη Λίμνη Ευβοίας, που φέτος μετράει τέσσερα χρόνια δημιουργικών συναντήσεων.
Περιοχές άλλοτε καταπράσινες, δασικές εκτάσεις μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Τώρα, στις διαδρομές που κάναμε για να περάσουμε από το ένα χωριό στο άλλο, Αιδηψός – Αγία Άννα – Λίμνη και τούμπαλιν, κοιτούσα το τοπίο και σφιγγόταν η καρδιά μου. Καμμένα πεύκα σκεπάζουν αυτήν την τεράστια έκταση. Η βλάστηση έχει αρχίσει δειλά να επανέρχεται – φαντάζομαι η εικόνα που είδα είναι πολύ διαφορετική από αυτή δύο και τρία χρόνια πριν. Δεν παύει όμως να σε κάνει να στέκεσαι και να θρηνείς βουβά για αυτό που ήταν και για αυτό που θα μπορούσε ακόμα να είναι.
Την 4η χρονιά του, το Φεστιβάλ ασχολήθηκε με το ελληνικό καλοκαίρι. Αυτό που αγαπάμε, αυτό που μας ταλαιπωρεί, αυτό που περιμένουμε τόσους μήνες, και που όσο τα χρόνια περνάνε φαίνεται να έρχεται και πιο γρήγορα κάθε φορά.
Μικρού μήκους προβολές εκεί που σκάει το κύμα
Το τρίτο βράδυ του Φεστιβάλ – και το πρώτο της άφιξής μου στη Βόρεια Εύβοια, επισκέφτηκα το Αλιευτικό Καταφύγιο της Αγίας Άννας, που μετατράπηκε σε ένα μικρό θερινό σινεμά, ακριβώς πλάι στη θάλασσα, και φιλοξένησε μια σειρά από ταινίες μικρού μήκους αλλά και μερικούς συντελεστές τους.
Μέσα σε μία ώρα, παρακολουθήσαμε τα short films «Η μητέρα μου, η θάλασσα» της Ασπασίας Καζέλη, «Χρυσόψαρο» του Γιώργου Αγγελόπουλου, «Κιόκου πριν έρθει το καλοκαίρι» του Κωστή Χαραμουντάνη, «11.20 π.μ.» του Δημήτρη Νάκου και «Το φως επιστρέφει / Κύματα Φωτός» των Μιχάλη & Παντελή Καλογεράκη και Παναγιώτη Ανδριανού. Τα θέματα και οι σκέψεις μας γύρισαν γύρω από τον χρόνο, την αίσθηση που αφήνει καθώς περνάει, το τι αλλάζει καθώς περνάει. Τη θάλασσα, τις αναμνήσεις μας, το καλοκαίρι. «Θέλουμε να βουτήξουμε [στη θάλασσα] αλλά δεν μπορούμε, δεν ήρθε ακόμα το καλοκαίρι», λένε ο Κωνσταντίνος και η Έλσα στο «Κιόκου πριν έρθει το καλοκαίρι», την ταινία πριν το «Κιούκα πριν το τέλος του καλοκαιριού» που παίζει τώρα στα θερινά.
Παράλληλα, σε άλλα σημεία της περιοχής, έπαιζε το “Animal” της Σοφίας Εξάρχου και το «Εραστές του Καλοκαιριού» του Ράνταλ Κλάιζερ στο Σινέ Απόλλων στην Αιδηψό, και το “SUNTAN” του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου στη Λίμνη. Το σινεφίλ κοινό της Βόρειας Εύβοιας εκείνο το βράδυ –αλλά και τα επόμενα– δεν είχε άλλες «έγνοιες» πέραν του ελληνικού καλοκαιριού.
Κινηματογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι: Φως και μύθοι
Την Παρασκευή το πρωί πήραμε όλοι μαζί, περίπου 250 άτομα φιλοξενούμενοι και επισκέπτες του Evia Film Project, το Ελισάβετ ΙΙ από την Αιδηψό ως την Αγία Άννα, για να παρακολουθήσουμε την Ημερίδα του Φεστιβάλ με τίτλο «Κινηματογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι: Φως και μύθοι, στερεότυπα και προκλήσεις» στο κτίριο Μελά.
«Θελήσαμε να επαναπροσεγγίσουμε το ελληνικό καλοκαίρι και να αναλογιστούμε τι ακριβώς σημαίνει να ζεις μέσα σε αυτό. Αναρωτηθήκαμε επίσης τι είδους αλλαγές έχουν συντελεστεί σε αυτό τα τελευταία χρόνια, πόσο βιώσιμο είναι αλλά και τι επιπτώσεις έχει σε αυτό ο υπερτουρισμός, η υπεραλίευση και η υπερκατανάλωση. Πόσο μπορούμε να ζούμε μέσα σε αυτό; Και φυσικά, αυτό που μας ενδιαφέρει άμεσα ως ανθρώπους του σινεμά, είναι το πώς γυρίζονται οι ταινίες στη διάρκεια του ελληνικού καλοκαιριού, το πώς καταγράφεται το ελληνικό φως, το πώς οι παραγωγές μας μπορούν να γίνουν βιώσιμες», ανέφερε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ορέστης Ανδρεαδάκης προλογίζοντας την εκδήλωση.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο Κωνσταντίνος Καρτάλης, Καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή. «Είναι ακόμα ανέμελο το καλοκαίρι;», έθεσε το ζήτημα ο Καθηγητής, και μαζί του πιστεύω προβληματίστηκε και όλη η αίθουσα. Εύστοχα παρατήρησε επίσης πως το καλοκαίρι τείνει να μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο, κλέβοντας μέρες από την άνοιξη και το φθινόπωρο.
Αυτό δεν πρέπει να χαροποιεί κανέναν μας. Ναι μεν, σημαίνει μεγαλύτερη σεζόν, προσέλευση τουριστών, οικονομική άνθιση και πατιρντί στα όμορφα νησιά μας. Ωστόσο, αναλογιζόμενοι το καλοκαίρι στις πόλεις… «Εδώ το ζήτημα είναι χαμένο», είπε ο Καρτάλης, αναφέροντας κιόλας την ταξική διάσταση του ζητήματος, αφού οι κάτοικοι των πυκνοκατοικημένων, με έλλειψη πρασίνου και περίσσεια τσιμέντου περιοχών –που είναι και οι περιοχές υψηλότερου θερμικού κινδύνου– έχουν συνήθως τα χαμηλότερα εισοδήματα. Ακόμα και για τα νησιά όμως, προειδοποίησε πως η Σαντορίνη και η Μύκονος έχουν ακολουθήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν είναι βιώσιμο. Δεν μπορούν πλέον να υποστηρίξουν ούτε το πλήθος επισκεπτών που έχουν αλλά ούτε και το οικοσύστημα του νησιού, κι όμως πολλοί «παρά την κλιματική αλλαγή, συνεχίζουν να βρίσκουν τρόπους που δεν ταιριάζουν με το φυσικό τοπίο και τις ανάγκες του».
Έκανε ακόμα λόγο για τις πυρκαγιές. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μιλήσει κανείς για κλιματική κρίση στη Λίμνη Ευβοίας χωρίς να αναφερθεί στην πυρκαγιά που έκαψε την περιοχή; «Είχαμε πάντα πυρκαγιές στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία χρόνια είναι πολύ επιθετικές», σημείωσε. «Τα τελευταία τριάντα χρόνια, υπάρχουν μέρες στις οποίες παρατηρούμε ταυτόχρονα καύσωνα και ξηρασία. Μια πυρκαγιά δεν προκύπτει από την κλιματική κρίση αλλά από διαφορετικούς παράγοντες, συχνά ανθρωπογενείς. Όταν όμως η πυρκαγιά προκύψει, είναι πλέον δύσκολα κατασβέσιμη».
Κλείνοντας, τόνισε ότι το πρόβλημα είναι αναστρέψιμο ακόμα –απλώς χάνεται πολύτιμος χρόνος– αλλά και το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος των ανθρώπων του κινηματογράφου για την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού, καθώς είναι ένας χώρος με αμεσότητα και πειθώ. Και ζήτησε τη βοήθειά τους. «Πίστευα ότι με τον έρωτα που έχουμε για το ελληνικό καλοκαίρι θα το προστατεύαμε», εξήγησε.

Η ημερίδα συνεχίστηκε με τους σκηνοθέτες/τριες Αργύρη Παπαδημητρόπουλο και Σοφία Εξάρχου και τον διευθυντή φωτογραφίας Σίμο Σαρκετζή σε μια συζήτηση που συντόνισε ο κριτικός κινηματογράφου Χρήστος Μήτσης. Οι δημιουργοί εξήγησαν πως προσεγγίζει ο καθένας τους το ελληνικό καλοκαίρι –που ο Μήτσης χαρακτήρισε ως το «μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας»– και το ελληνικό φως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στις ταινίες τους “Animal” (Σοφία Εξάρχου) και “SUNTAN” (Αργύρης Παπαδημητρόπουλος).
«Στο Animal δεν βρίσκουμε το ξέγνοιαστο ελληνικό καλοκαίρι. Αντιθέτως, παρακολουθούμε τους εργαζόμενους σε ένα ξενοδοχείο, άτομα τα οποία κατοικούν, θα λέγαμε, στην άκρη του καλοκαιριού. Οι μέρες τους είναι περισσότερο σκοτεινές παρά φωτεινές, οι όμορφες μέρες και το ελληνικό φως εκλείπουν», ανέφερε σχετικά η Εξάρχου. Συμπλήρωσε πως, ιδιαίτερα κατά την προβολή της ταινίας στο εξωτερικό, υπήρχαν άνθρωποι που εξέφραζαν την έκπληξή τους με θετικό ή αρνητικό τρόπο. Άλλοι αναρωτιόνταν πώς είναι δυνατόν να μην είχαν παρατηρήσει αυτά τα άτομα κατά τις ξέγνοιαστες καλοκαιρινές διακοπές τους στην Ελλάδα – επιβεβαιώνοντας την αορατότητά τους. Άλλοι, πάλι, εξέφραζαν δυσαρέσκεια καθώς ήλπιζαν να δουν γαλάζια νερά, τοπία λουσμένα στο φως και χαρούμενους παραθεριστές να πρωταγωνιστούν στην ελληνική ταινία.
Από την άλλη, ο Παπαδημητρόπουλος ακολούθησε μια διαφορετική προσέγγιση, κάτι που είχε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον: «Στο Suntan θέλαμε μια φωτεινή ταινία με εσωτερικά σκοτάδια και πολλά νυχτερινά πλάνα, ιδρωμένα πρόσωπα μετά τα κλαμπ και πραγματικά πάρτι. Κάναμε τα γυρίσματα τους καλοκαιρινούς μήνες γιατί δεν είχαμε χρήματα για κομπάρσους και χρησιμοποιήσαμε ανθρώπους που έκαναν τις διακοπές τους». Ο Σίμος Σαρκετζής, από τη θέση του διευθυντή φωτογραφίας, δήλωσε πως το ελληνικό καλοκαίρι χρειάζεται αντοχές από το συνεργείο και όχι μόνο. «Οι 40 βαθμοί δεν κάνουν ευτυχισμένο ούτε τον σένσορα της μηχανής ούτε το φιλμ. Τις μεγάλες ημέρες του καλοκαιριού, ένα γύρισμα με την προετοιμασία μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 18 ώρες», εξήγησε και έκλεισε ως εξής: «Το βασικό ερώτημα είναι αν και κατά πόσο μπορούμε να το αντέξουμε».

Ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου έκλεισε την ημερίδα αυτή με την παρουσίαση «Ο τόπος ως φεγγίτης, το βλέμμα ως δεσμώτης», μιλώντας για το ελληνικό φως. «Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν είναι εποχή, είναι ένα καθεστώς φωτός. Και σε αυτό το καθεστώς, το βλέμμα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται δεσμώτης», ανέφερε χαρακτηριστικά. Μίλησε για τη σκληρότητα του φωτός. Χρησιμοποίησε την πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου για να παραλληλίσει τους παραθεριστές που επισκέπτονται τη χώρα μας με τους δεσμώτες που βγαίνουν από τη σπηλιά και αντικρίζουν κάτι πρωτόγονο: «Είναι αδύναμοι να αντέξουν μια φωτεινότητα που δεν κατανοούν. Το ελληνικό φως είναι σκληρό, είναι κάθετο και δεν έχει τίποτα το μεταβατικό. Η χώρα μας στις πόλεις είναι γεμάτη γρίλιες, παντζούρια και κουρτίνες. Αυτό δεν είναι μια τεμπελιά, είναι μια πράξη προστασίας, προστασία όχι μόνο από τη ζέστη αλλά και προστασία της όρασης».
Με το τέλος της εκδήλωσης, είχαμε την ευκαιρία να περπατήσουμε στο όμορφο χωριό και να καταλήξουμε –ξανά, όλοι παρέα, και οι 250 επισκέπτες– σε ένα γραφικό ταβερνάκι που το λένε «Πλάτανος». Μετά τους απαραίτητους ουζομεζέδες, επιστρέψαμε στο πλοίο. Ίσως τα ούζα, ίσως η ωραία παρέα και η ωραία ημερίδα, ή οι μουσικές επιλογές του Ελισάβετ που μας έβαλε τον Τιτανικό. Πάντως πολλοί σηκώθηκαν, τραγούδησαν και αναβίωσαν την πασίγνωστη σκηνή με την Κέιτ Γουίνσλετ και τον Ντι Κάπριο, και συνέχισαν το πάρτι με το “Time of my life” και άλλα αγαπημένα.
Ιστορίες από μια Μύκονο αλλιώτικη
Το ίδιο βράδυ μαζευτήκαμε στο Σινέ Απόλλων για να δούμε το ντοκιμαντέρ “Super Paradise” του Steve Krikris, το οποίο είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, παρουσία του σκηνοθέτη και των παραγωγών της ταινίας Δάφνη Καλαφάτη και Πολ Τυπάλδος. Το ντοκιμαντέρ αναφέρεται στη Μύκονο – αυτή όμως των 70s, όχι τη σημερινή. Παρουσιάζει ένα νησί ανοιχτό σε όλους τους ανθρώπους, και μέσα από συζητήσεις αυτούς που έζησαν αυτήν τη Μύκονο, που βρέθηκαν εκεί ίσως τυχαία και δεν ξεκόλλησαν ποτέ, μοιράζεται ιστορίες καλοκαιριού, ελληνικού και ξέγνοιαστου, ελεύθερου.
Σε μια εποχή ιδιαίτερη, και μάλιστα όταν οι κάτοικοι της Μυκόνου δεν τα έβγαζαν πέρα εύκολα, το νησί άρχισε να αποκτά διεθνές ενδιαφέρον. Οι Μυκονιάτες τα πήγαιναν καλά με όλους και το νησί κατέληξε ένα μέρος συνάντησης όλων όσων ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ξεφυλλίζοντας σκίτσα του από τις παραλίες του νησιού, λέει χαρακτηριστικά στο ντοκιμαντέρ: «Είχα πάει εκεί στα 17 μου κλεφτά από το σχολείο και δεν θα την ξεχάσω την αίσθηση. Είχα πάει εκεί με την κοπέλα μου, τότε ήμουνα στρέητ. Και… όταν κατάλαβα τι γινόταν εκεί πέρα ήμουνα πάρα πολύ ανήσυχος. Γιατί τα πράγματα άρχισαν να ξυπνάνε στα αλήθεια. Η λίγη παραπανίσια ελευθεριότητα της Μυκόνου μου έφερνε αμηχανία. Εκεί έξω, στην αυλή του Pierro’s συνάντησα τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα, τον πρώτο έρωτα της ζωής μου».
Ακολούθησε συζήτηση με τον Στηβ Κρικρής, τη Δάφνη Καλαφάτη και τον Πολ Τυπάλδος. Ο σκηνοθέτης εξήγησε την πορεία που πήρε η δημιουργία του ντοκιμαντέρ, πως ξεκίνησε από μια ιδέα, μερικές φωτογραφίες δικές του και του Πολ Τυπάλδος από αυτήν τη Μύκονο. Η Δάφνη Καλαφάτη, από την άλλη, μίλησε για τη σημερινή Μύκονο στο τέλος του ντοκιμαντέρ: «Δεν ξέραμε, στην αρχή, αν θέλουμε να βάλουμε το σήμερα. Αρχίσαμε θέλοντας να πούμε την ιστορία της Μυκόνου του ’70. Απλά μετά, πηγαίνοντας εκεί και βλέποντας όλη αυτή τη μεγάλη αντίθεση, νιώθαμε ότι είμαστε κάπως υποχρεωμένοι να το βάλουμε. Κάπως η αλήθεια είναι ότι δεν θέλαμε να το βάλουμε». Ο Στηβ Κρικρής, ερωτώμενος τι αλλαγές παρατηρήσανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, απάντησε «μεγαλύτερα κρουαζιερόπλοια».
Greek Unorthodox ή Χύμα στο Κύμα
Αυτοί είναι οι δύο τίτλοι που σκέφτηκε ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το masterclass που παρέδωσε στην Αγία Άννα, στα «Κανατάκια», την πέμπτη και τελευταία μέρα του Φεστιβάλ, για τους φοιτητές του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στα Ψαχνά της Εύβοιας. Τελικά το είπε “Greek Unorthodox” για να δείξει τον περίεργο και συχνά ανορθόδοξο τρόπο με τον οποίο κάνει τα πράγματα, έναν τρόπο “punk rock” όπως τον χαρακτήρισε.
Έδωσε χρήσιμες και καθησυχαστικές, θα έλεγα, συμβουλές στους φοιτητές, ξεκινώντας από το ότι η επιτυχία μιας ταινίας δεν κρίνεται από το αν θα καταφέρει να πάει σε κάποιο μεγάλο φεστιβάλ. Χαρακτηριστικά, έδωσε δύο παραδείγματα δικών του ταινιών. Το “Wasted Youth” που κατάφερε να ανοίξει το Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και το “SUNTAN“, μια μεγαλύτερη, πιο ώριμη ταινία του που ο ίδιος την πίστευε πολύ παραπάνω και κατέληξε να παιχτεί στο ίδιο φεστιβάλ μπροστά σε πολύ λιγότερο κόσμο – ένα πισωγύρισμα κατά μία έννοια. Εξήγησε όμως πως η καλή δουλειά θα αποδίδει πάντα, κάτι θα συμβεί, θα την δει ο κατάλληλος άνθρωπος ή θα δοθεί μια άλλη ευκαιρία, θα ανοίξει μια καινούργια πόρτα, θα μάθεις κάτι νέο για τον εαυτό σου. Τέλος, μίλησε για τη σημασία που έχει το ρίσκο: «Το να προσπαθήσεις να κάνεις κάτι όπως το έκαναν οι άλλοι είναι σχεδόν βέβαιη αποτυχία, ή είναι ένας δρόμος που θα σε οδηγήσει σε κάτι απόλυτα μέτριο. Αν σε ικανοποιεί αυτό, κάν’ το, ακολούθησε ακριβώς τα βήματα που έκανε κάποιος άλλος και προσπάθησε να κολυμπήσεις περίπου στα ίδια νερά. Αλλά αποκλείεται να έχει πλάκα, αποκλείεται να το ευχαριστηθείς».

Ένα film project με πολλή μουσική
Ένα πρωινό μια κυρία στο ξενοδοχείο είδε το καρτελάκι μου και με ρώτησε «Πού τραγουδάς;». Με αποσυντόνισε. Δεν τραγουδάω, όχι εδώ και όχι για αυτές τις ημέρες τουλάχιστον, εγώ ήρθα για να δω σινεμά – έτσι μου είπαν. Δεν έφταιγε όμως και τόσο, γιατί ο κινηματογράφος πάντα έχει μουσική, και αυτό το φεστιβάλ είχε πολύ παραπάνω.
Η τελευταία ημέρα του Evia Film Project ήταν και Ημέρα Μουσικής. Η Αιδηψός και η Λίμνη γέμισαν, λοιπόν, με μουσικά σχήματα διασκορπισμένα σε σημεία, παρουσιάζοντας προγράμματα παραδοσιακά και έντεχνα, ρεμπέτικα, τζαζ, ποπ. Η Ελένη Αράπογλου και το σχήμα της (Κώστας Πατσιώτης, Θωμάς Μελετέας) μας τραγούδησαν δικές τους διασκευές στο Κύμα της Αιδηψού. Και μετά εμφανίστηκε η Αγία Φανφάρα, που κι από μόνη της ήταν ένας από τους λόγους που αδημονούσα για το φεστιβάλ. Αυτή η μπάντα με τα χάλκινα δημιουργεί ένα κλίμα χαρούμενο και αυθεντικό, μπορεί να σε πείσει να γυρίσεις όλη την Αιδηψό χορεύοντας, όπως και συνέβη, μια γιορτινή πατινάδα που σταμάτησε στο Σινέ Απόλλων με το αγαπημένο τους –και αγαπημένο μου– “Ederlezi” από τον «Καιρό των τσιγγάνων» του Κουστουρίτσα.


Μια τέτοια ημέρα έπρεπε να κλείσει σωστά, με προβολή του «Υπάρχω», της ταινίας του Γιώργου Τσεμπερόπουλου για τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη στο κατάμεστο Σινέ Απόλλων. «Η ταινία “Υπάρχω” δεν είναι μόνο δουλειά ημών και του υπόλοιπου συνεργείου. Είναι και δουλειά όλων εκείνων που έγραψαν όλα αυτά τα σπουδαία τραγούδια. Στην ταινία που θα παρακολουθήσετε, σε παρασέρνει το ταλέντο στιχουργών και συνθετών, οι οποίοι έχουν γράψει αριστουργήματα που έχουν αντέξει 50 και 60 χρόνια και θα αντέξουν άλλα τόσα. Άνθρωποι που με πολύ λίγα λόγια επικοινωνούσαν με τον κόσμο και, όπως αποδείχθηκε μ’ αυτή την ταινία, επικοινωνούν ακόμα», είπε ο σκηνοθέτης της ταινίας πριν ξεκινήσει. Για να τονίσει, δε, την συγκινητική εικόνα του κόσμου που συγκεντρώθηκε για την πρώτη προβολή του «Υπάρχω» στην Εύβοια, είπε «Θέλω να πω πως από σήμερα το Σινέ Απόλλων έχει και θεωρείο και εξώστη, γιατί το έχετε γεμίσει ασφυκτικά».
Ο κόσμος καθόταν πραγματικά όπου έβρισκε: σε καρέκλες του σινεμά, καρέκλες των γύρω μαγαζιών και καρέκλες που είχε φέρει από το σπίτι του, πεζούλια, «εξώστες» που δεν ήταν ακριβώς εξώστες και «θεωρεία» που δεν ήταν καθόλου θεωρεία – και βέβαια άλλοι ήταν όρθιοι. Και όλοι αυτοί μαζί τραγούδαγαν τα τραγούδια που τους μεγάλωσαν, τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη.


Συνεχίζοντας το καζαντζίδικο αφιέρωμα και μετά τη λήξη της ταινίας, στήθηκε πάρτι στο Κύμα. Οι καλεσμένοι του Evia Film Project τραγούδησαν και χόρεψαν σε ένα γλέντι που κράτησε αρκετές ώρες, με μουσικές που θυμίζουν ελληνικό καλοκαίρι. Παρά την κούραση της ημέρας, ένιωθες την ανάγκη να συμμετέχεις σε αυτό που συνέβαινε: από χασαποσέρβικα μέχρι ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια, η φωνή και το σώμα μας γινόταν ένα με τους ελληνικούς ρυθμούς. Η μόνη στιγμή που έκανα μια παύση, για να σκεφτώ όσα νιώθω εγώ για το καλοκαίρι αλλά και όσα άκουσα, συζήτησα και έμαθα στο φεστιβάλ ήταν όταν μπήκε το «Τα καλοκαίρια μας μικρά, κι ατέλειωτοι οι χειμώνες».




