Ολοκληρώθηκε πριν λίγες μέρες ο τρίτος κύκλος του ”The White Lotus”, αλλά αυτό δεν είναι ένα συνολικό κείμενο για τον κύκλο ή για τη σειρά ως τώρα. Θα χρειαζόταν ένα ακόμη πιο εκτενές και πολύ πιο αναλυτικό άρθρο για κάτι τέτοιο. Περιορίζομαι να συστήσω το “White Lotus” σε όσους δεν το έχουν δει. Kαι μαζί να ζηλέψω όσους όντως αποφασίσουν να το δουν για πρώτη φορά απ’ την αρχή. Και κυρίως να ασχοληθώ με τρία επιμέρους σημεία του. Το τρία έχει αποδειχθεί άλλωστε ένα διαρκώς επανερχόμενο νούμερο στην κατασκευή της σειράς (οικογένειες με τρία παιδιά στον πρώτο -δυο παιδιά και μια φίλη του ενός βασικά εκεί- και τον τρίτο κύκλο, μια οικογένεια τριών γενεών ανδρών στον δεύτερο, τρεις φίλες στον τρίτο, τρία σετ φιλοξενούμενων σε κάθε κύκλο που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με το προσωπικό, για να μην πούμε καν για τα κακά πράγματα που, όπως θα πει μια ηρωίδα, συμβαίνουν ενίοτε ανά τριάδες). 

Αλλά πρώτα, όσο πιο επιγραμματικά γίνεται, για να ξέρουμε για τι μιλάμε, μια σύνοψη της βασικής ιδέας της σειράς: πολυτελέστατα θέρετρα της αλυσίδας “White Lotus”, σε διαφορετικά σε κάθε κύκλο μέρη του πλανήτη (Χαβάη – Σικελία – Ταϊλάνδη), γνωρίζουμε απ’ την αρχή ότι θα πεθάνει ένας ή περισσότεροι από τους ήρωες του κάθε κύκλου, αλλά προφανώς όχι ποιος ή ποιοι, θα το μάθουμε στο τέλος, αφού θα έχουμε περάσει στο μεταξύ λίγες μέρες λουξ αναψυχής με μερικούς από τους πολύ ευκατάστατους ως πολύ πλούσιους πελάτες και το προσωπικό των ξενοδοχείων. Μια σειρά από ζητήματα αναφύονται, με προεξάρχον το ταξικό και τις δυναμικές που δημιουργεί. Δίπλα του όμως, και καθόλου σε ρόλο κομπάρσου, έχουμε επίσης μια διαπεραστική ματιά σε όλων των ειδών τις ανθρώπινες σχέσεις: οικογενειακές, ερωτικές, σεξουαλικές, φιλικές, εργασιακές, αλλά και τη σχέση μας με τον ίδιο μας τον εαυτό και τη στάση του στη ζωή, τη σχέση μας με τρόπους και φιλοσοφίες ζωής. Τι συγκροτεί όλες αυτές τις σχέσεις, πόσο εύθραυστο ή με γερά θεμέλια είναι, με τι όρους αντέχει ό,τι αντέχει. Όλα αυτά με ένα βλέμμα που ισορροπεί ανάμεσα στον σαρκασμό και την ενσυναίσθηση, σε μια ισορροπία που δεν χάνεται ποτέ, με αποτέλεσμα να ακούς φράσεις και να αντιμετωπίζεις συμπεριφορές που σου φαίνονται από τη μια καταγέλαστες ή κυνικές, από την άλλη όμως και εντελώς ανθρώπινες.

Ο Μάικ Γουάιτ, δημιουργός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της σειράς, ξεγυμνώνει όλους τους ήρωές του, όχι τόσο για να τους προγγίξει όσο για να τους κατανοήσει στα αλήθεια, καθώς προσπαθούν κι οι ίδιοι να καταλάβουν αν στο μεγάλο υπαρξιακό και ταξικό παιχνίδι είναι παίκτες ή πιόνια. Σε κάθε κύκλο, μαζί με τον αριθμό των νεκρών αυξάνεται και ο αριθμός των επεισοδίων, από τα έξι του πρώτου πήγαμε στα επτά του δεύτερου και τώρα στα οκτώ του τρίτου, κι αν στον τρίτο η πλοκή μοιάζει να προχωράει υπερβολικά αργά, υπάρχει από την άλλη μια αρκετά εθιστική πριμοδότηση της ατμόσφαιρας, που μου έφερε μερικές φορές στο νου το “Pacifiction” του Άλμπερτ Σέρα, χωρίς να φτάνει στα ονειρικά της επίπεδα. Στον τρίτο κύκλο ο συγγραφέας Μάικ Γουάιτ γράφει λιγότερο πυκνογραμμένες σελίδες, ο σκηνοθέτης Μάικ Γουάιτ γεμίζει τον χρόνο που υπολείπεται με εικόνες.

 

 

Ας πάμε όμως στα τρία σημεία. 

 

Σημείο πρώτο: αχ, τι καστ ο τρίτος κύκλος

 

Η επιλογή των ηθοποιών του Γουάιτ, βοηθούσης της επιτυχίας και της αποδοχής της σειράς, πηγαίνει απ’ το καλό στο καλύτερο, με αποτέλεσμα τώρα, παρά την απουσία της σαρωτικής στους δύο πρώτους κύκλους Τζένιφερ Κούλιτζ, να έχουμε μακράν το καλύτερο ανσάμπλ καστ του “White Lotus”. 

Ο Πάτρικ Σβαρτσενέγκερ αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από ευχάριστη έκπληξη. Ο πατέρας του είχε άλλα ξεχωριστά χαρίσματα, έγινε πολύ μεγάλος σταρ, αλλά να παίζει δεν έμαθε ποτέ. Ακόμα κι αν μοιάζει στον πατέρα του εμφανισιακά και ως κορμί, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσει να αγγίξει καν το ουρανομήκες στάτους επιτυχίας του, ωστόσο καλός ηθοποιός είναι κι ο Γουάιτ του χαρίζει έναν ρόλο ο οποίος μακάρι να γίνει εφαλτήριο για άλλους αντίστοιχους.   

Ο Σαμ Νίβολα έχει κάτι το τιμοτοσαλαμέ, αλλά το αν και τι είδους καριέρα θα κάνει απομένει να φανεί, απομένει να φανεί αν η εποχή πριμοδοτεί γενικώς σαλαμίζοντες ή έχει χώρο μόνο για έναν. Είναι πάντως εξαιρετικός και οι ευχές περί εφαλτηρίων ισχύουν κι εδώ στο ακέραιο. Κι αυτός παιδί ηθοποιών, γιος του Αλεσάντρο Νίβολα που είδαμε πρόσφατα και στο “The Brutalist” και της Έμιλι Μόρτιμερ του “Match Point” του Γούντι Άλεν και του “The Newsroom” του Άαρον Σόρκιν. Πώς περνάνε τα χρόνια, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά.

H Πάρκερ Πόουζι, απ’ τις ιέρειες του ανεξάρτητου σινεμά των νάιν-τις, φτιάχνει μια απολαυστικότατη περσόνα, σε έναν ρόλο ανθολογίας. Η προφορά αμερικάνικου νότου του χαρακτήρα της με το τράβηγμα των φωνηέντων έχει γίνει viral, είτε λέει “Τsunami” είτε “Βuddhism”. Για την Eίμι Λου Γουντ (“Sex Education” “Τοxic Town”), απ’ όλους τους υπόλοιπους λόγους του κόσμου, συζητήθηκε πολύ η μη τέλεια οδοντοστοιχία της. Είναι πάντως μια χαρά και στα δόντια και στα πάντα της και στον ρόλο της. Η Νατάσα Ρόθγουελ επανεμφανίζεται μετά τον πρώτο κύκλο. Κι όσο ενδιαφέρων κι αν είναι εδώ ο ρόλος της και η πορεία του, οι κορυφαίες στιγμές της εξακολουθούν κατά τη γνώμη μου να βρίσκονται στον πρώτο κύκλο: “Υου want my advice? I am all out”. 

Κορυφαίος των κορυφαίων στη σειρά ο Γουόλτον Γκόγκινς, ένας φοβερός και τρομερός καρατερίστας, δύσκολα τον ξεχνάς όπου τον βλέπεις απ’ το “Shield” ως τους υποτιμημένους «Mισητούς Οκτώ» του Ταραντίνο. Έχει απέναντί του κοτζάμ Σαμ Ρόκγουελ να του περιγράφει τα εντελώς φακντ απ πράγματα που του περιγράφει, κι όμως δεν είναι ο οσκαρικός ηθοποιός των «Τριών Πινακίδων» που περιγράφει, είναι ο Γκόγκινς με τα βλέμματά του και την κατάπληκτη σιωπή του που του κλέβει τη σκηνή, την παίρνει σπίτι του, την κάνει για πάντα δική του. Ο Ρόκγουελ είναι στην πραγματική ζωή ο σύντροφος της Λέσλι Μπιμπ, η οποία στη σειρά υποδύεται τη μία από τις τρεις φίλες, τη συντηρητική που ζει στο Τέξας, και τα προοδευτικά αμερικάνικα μίντια σοκάρονται που παρότι ψήφισε Τραμπ δεν απεικονίζεται ως κάποιο τέρας. Δεύτερη φίλη η Μισέλ Μόναχαν του “Gone Baby Gone” (τι ταινία, Θεέ μου) και του πρώτου κύκλου του “True Detective” (τι κύκλος, Θεέ μου).

Απ’ τις τρεις φίλες όμως ξεχωρίζει εύκολα, τόσο επειδή βοηθά ο ρόλος της όσο και επειδή είναι από κάθε άποψη θεάρα, η υπέροχη Κάρι Κουν, την οποία έχουμε απολαύσει εκτός των άλλων στο “Leftovers”, στο τηλεοπτικό “Fargo” και στη «Φωλιά». Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι η Κάρι (εκ του Καρολίνα) Κουν είναι εγγονή του δικού μας Καρόλου Κουν και μία από τις τελευταίες απόφοιτες του Θεάτρου Τέχνης; Αν δεν το γνώριζε ως τώρα κανείς, δεν είναι επειδή πρόκειται για αποκλειστικότητα της στήλης, αλλά για μια κρυάδα που μου ήρθε στο μυαλό και την οποία χωρίς κανέναν απολύτως λόγο αποφάσισα να μοιραστώ παλιμπαιδίζοντας (“You‘re a baby-man”, θα πει η Αλεξάντρα Νταντάριο στον Τζέικ Λέισι στον πρώτο κύκλο). Στα σοβαρά πάντως, αν είχα να αποφασίσω ποια από τις δύο πληροφορίες είναι η λιγότερο απίστευτη, η παραπάνω για την εγγόνα Κουν ή ότι ο Κρίστιαν Φρίντελ, που υποδύεται τον μάνατζερ του ξενοδοχείου, είναι ο ίδιος ηθοποιός που υποδυόταν τον Ρούντολφ Ες στη «Ζώνη Ενδιαφέροντος», θα διάλεγα ξεκάθαρα την πρώτη.  

 

 

 

Σημείο δεύτερο: γουάου ατάκες για επίμαχες σεξουαλικές συμπεριφορές

 

Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, ο Μάικ Γουάιτ πρέπει να μείνει και για τις φράσεις που βάζει στα στόματα των χαρακτήρων του, προκειμένου να δικαιολογήσουν σεξουαλικές συμπεριφορές που κυμαίνονται απ’ το απλά «παράνομο» ως το εντελώς ταμπού. Φράσεις πάνω από τις οποίες απλώνεται ένα μεγάλο σαρδόνιο χαμόγελο του δημιουργού, αλλά όπως λέγαμε και πιο πάνω, τελικά και φράσεις που δεν τις βάζει να τις λένε τοποθετούμενος απέναντί τους μονοσήμαντα σαρκαστικά, αλλά αντίθετα ευρύχωρα αμφίσημα. Και ναι, εσύ ως θεατής τις ακούς και αρχικά χαμογελάς ή γελάς, αμέσως μετά όμως κάθεσαι και τις σκέφτεσαι. Είναι μόνο αστείο τελικά; Είναι τόσο αστείο; Είναι μόνο μια δικαιολογία; Χωρίς σπόιλερ μια φράση απ’ τον δεύτερο κύκλο: «Στη ζωή πρέπει να κάνεις ό,τι μπορείς, για να μη νιώθεις θύμα». Και μια απ’ τον τρίτο: «Έμοιαζες να έχεις μείνει στην άκρη, λίγο παρατημένος. Αnd Ι‘m, you know, a pleaser. Έχω μεγαλώσει σε μια οικογένεια γεμάτη ναρκισσιστές κι απλά θέλω να δίνω στους ανθρώπους αυτό που θέλουν».

Αλλά και σε ακόμα πιο βαθιά νερά, φράσεις που συνδέουν τη σεξουαλικότητα με το μυστήριο του εαυτού:

«Εκείνο που πραγματικά ήθελα ήταν να με πηδώ εγώ και να το νιώθω. Τις κοιτούσα στα μάτια ενώ κάποιος με πηδούσε και έλεγα ότι είμαι αυτή που κοιτώ. Όλοι έχουμε την αχίλλειο πτέρνα μας. Από πού προέρχεται αυτό; Γιατί άραγε κάποιοι από εμάς έλκονται από τις μορφές τις αντίθετες από μας και κάποιοι από τις μορφές που είναι ίδιες με τη δική μας; Το σεξ είναι μια ποιητική πράξη, μια μεταφορά. Μια μεταφορά για τι ακριβώς όμως; Είμαστε η μορφή μας; Είμαι και εσωτερικά ένας μεσήλικος λευκός άντρας; Ή εσωτερικά θα μπορούσα να είμαι ένα κορίτσι απ’ την Ασία;».

 

 

Σημείο τρία:  μαθήματα πιάνου ξανά

 

Spoiler alert για το τέλος του τρίτου κύκλου. Ο Γουάιτ μας χαρίζει μερικά από τα πιο δυνατά του πλάνα και των τριών κύκλων, δείχνοντάς μας έναν χαρακτήρα που πνίγεται. Μας πονάει ως θεατές, μας φαίνεται εντελώς άδικη η τύχη που του επιφυλάσσει, αν και μπορούμε να καταλάβουμε τι θέλει να πει επιφυλάσσοντάς του τέτοια τύχη. Στο τέλος και ενώ έχουμε κατηγορηματικά πιστέψει ότι πέθανε, επιλέγει να τον ξαναφέρει στη ζωή. Η όλη φάση μου φέρνει ξανά στο νου το αριστουργηματικό “Piano” της Τζέιν Κάμπιον. Eπαναλαμβάνοντας λοιπόν πράγματα που έχω ξαναγράψει στη στήλη, αλλά θεωρώ ότι ταιριάζουν κάπως κι εδώ:

Η θεωρία μου πάντα για το «Πιάνο» ήταν ότι η Τζέιν Κάμπιον είχε βρει το ιδανικό τέλος για την ταινία της, ιδανικό για τον κόσμο που είχε χτίσει στην ταινία, αλλά αποφάσισε τελευταία στιγμή να το θυσιάσει, όχι για να δώσει χάπι έντ, αλλά μάλλον γιατί έκρινε πως υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από ένα ιδανικό τέλος έργου τέχνης, μάλλον γιατί έκρινε πως είχε μεγαλύτερη ανάγκη να υμνήσει τη ζωή από το να παραδώσει ένα έργο άρτιο και ανεπίληπτο, μάλλον γιατί έκρινε πως αξίζει τον κόπο να κάνει το λάθος και να στερήσει από την Έιντα τον πανέμορφο θάνατό της, καθώς ακόμη κι ο ποιητικότερος των θανάτων δεν θα έπαυε να μας στερεί την Έιντα. Αλλά η Έιντα ζει. Μπορεί να τη διεκδίκησαν και να τη δικαιούνταν (να τη δικαιούνταν τόσο πολύ) το πιάνο, ο βυθός κι η σιωπή, αλλά στο μεταξύ η Έιντα ερωτεύθηκε. Και η αυτοκαταστροφική παραξενιά της φύσης της ηττήθηκε από τη φύσει ανυποχώρητη παραξενιά του έρωτα. Ή από τη λαχτάρα για μια ζωή που θα αξίζει τον κόπο να ονομάζεται ζωή κι ας έχει ένα λιγότερο μοιραίο, λιγότερο καταραμένο, λιγότερο ποιητικό, λιγότερο πανέμορφο τέλος. 

 

 

Επίλογος

 

Ποιος έχει δίκιο στον διάλογο της Πόρσια με τον Τζακ στον δεύτερο κύκλο; Όλα στον πλανήτη πάνε κατά διαόλου ή μήπως βρισκόμαστε στην καλύτερη εποχή για να ζει κανείς κι αν κάποιος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος τώρα, δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ; Μήπως το ένα δεν αναιρεί απαραίτητα το άλλο;  Τοποθετείται με σκέτα σαρκαστικό τρόπο στο στόμα της Βιτόρια Ράτκλιφ στον τρίτο η απόφανση, πως όσοι έχουν την τύχη να ζουν μια ζωή μέσα στις ανέσεις, θα ήταν προσβολή απέναντι στους μη προνομιούχους να μην τις απολαμβάνουν στο φουλ; Ό,τι κι αν πιστεύει τελικά ο Μάικ Γουάιτ για την ταξική ανισότητα, φρόντισε ώστε τώρα όλοι οι ηθοποιοί του, ανεξαρτήτως ονόματος, στάτους ή εθνικότητας, να πληρωθούν με τον ίδιο μισθό.