Ξεκίνημα του “The Brutalist” κι ο Έιντριεν Μπρόντι βρίσκεται στοιβαγμένος σε κάποιο ολοσκότεινο μέρος. Του λένε να σηκωθεί και να πάρει τα πράγματά του. Το ελάχιστο να ξέρεις για την ταινία πριν πας στην αίθουσα να την παρακολουθήσεις, ότι ο ήρωας που υποδύεται είναι επιζήσας του Ολοκαυτώματος, το πιθανότερο είναι να σκεφτείς ότι βρισκόμαστε σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης και τον βγάζουν έξω για κάτι κακό. Όχι μόνο αυτό, αλλά κι ο τρόπος κινηματογράφησης, ο συνωστισμός τόσων σωμάτων σε στενό χώρο και χωρίς φως, ο ήχος της αγωνιώδους σιωπής τους, φέρνουν στο νου παλιότερες ταινίες από στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά μόλις βγει στο φως θα δούμε με έκπληξη το Άγαλμα της Ελευθερίας. Το πλοίο έφτασε μόλις στη Νέα Υόρκη. Βλέπουμε το άγαλμα ανάποδα, η κάμερα κουνιέται με ένταση, το μουσικό θέμα τα δίνει όλα, μεγαλύτερη επίδραση σε θεατές το Άγαλμα της Ελευθερίας πρέπει να είχε κάνει μόνο στον «Πλανήτη των Πιθήκων», ο Μπρέιντι Κορμπέτ σε έχει πιάσει με το καλημέρα, μοιάζοντας έτοιμος να τα γυρίσει όλα τούμπα και να πει την πιο ανατρεπτική ιστορία. Θα τα καταφέρει; Αν τυχόν έχεις δει και την προηγούμενη ταινία του, το “Vox Lux”, μπορείς να σκεφτείς ότι εξίσου πάρα πολύ δυνατά ξεκινούσε και τότε, αλλά στην πορεία το έργο διαρκώς ξεθύμαινε. Θα συμβεί άραγε κι εδώ το ίδιο; Η εντελώς διαφορετική αποδοχή του όμως, με τις δέκα ολόκληρες υποψηφιότητες για Όσκαρ, την πλειάδα άλλων βραβείων, μεταξύ των οποίων και σκηνοθεσίας στη Βενετία, λέει πως μάλλον όχι, πως λογικά η αρχή απλά προοιωνίζει μια συνολικά σπουδαία κινηματογραφική εμπειρία.
Ουγγροεβραίος, καταξιωμένος αρχιτέκτονας πριν τον πόλεμο, μεταναστεύει στις ΗΠΑ το 1947. Αλλά στις ΗΠΑ δεν έρχεται ως καταξιωμένος αρχιτέκτονας, ξεκινώντας από εκεί που σταμάτησε πριν τον πόλεμο και έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο, έρχεται ως επιζήσας των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ως τσακισμένος και πάμπτωχος πρόσφυγας, έρχεται ως κάποιος που άντεξε τον εφιάλτη, όχι ως κάποιος γεμάτος όνειρα. Θα τον φιλοξενήσει ο ξάδελφός του στη Φιλαδέλφεια. Θα τον υποδεχτεί στο σιδηροδρομικό σταθμό και θα του πει τα νέα: η γυναίκα του κατάφερε να επιβιώσει κι εκείνη απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζί της κι η ανιψιά του, ζουν και οι δυο τους. Κι ο Μπρόντι, λυτρωμένος από το ανέλπιστο μαντάτο, θα ξεσπάσει πέφτοντας στην αγκαλιά του σε ένα εντελώς σπαρακτικό κλάμα. Κι έχουμε έτσι στα πρώτα μόλις λεπτά της ταινίας μια στοιχειωτική σκηνή, την πιο δυνατή συναισθηματικά στιγμή της. Κι είναι περίεργο, ασύνηθες, αντισυμβατικό, μοιάζει να μην είναι σωστό δραματουργικά να έχουμε μια τέτοια κορύφωση τόσο νωρίς κι ότι θα ήταν προτιμότερο τα συναισθήματα να κλιμακώνονται προς το τέλος, αλλά τελικά γιατί όχι; Αφού αυτή είναι η ιστορία του “The Brutalist”, αφού αυτή ακολουθεί την μεγάλη Ιστορία, αφού τα μεγάλα ιστορικά δράματα έχουν μόλις προηγηθεί κι ό,τι δούμε από εδώ και πέρα είναι το μετά τους, η σκηνή τώρα είναι να διαδραματιστεί και τώρα διαδραματίζεται.
Και βλέποντας τον Μπρόντι να κλαίει χυμένος στην αγκαλιά του Αλεσάντρο Νίβολα, σκέφτεσαι ταυτόχρονα και ότι πρόκειται για κάτι που στη σημερινή εποχή θα συνέβαινε δυσκολότερα, υπό την έννοια ότι το νέο -πιθανότατα κάθε νέο, αλλά σίγουρα το λυτρωτικό- θα το είχε μάθει την επόμενη στιγμή απ’ το κινητό του. Το 1947 οι πληροφορίες δεν έτρεχαν ακόμη τόσο γρήγορα, οι άνθρωποι ήταν συχνότερα μεταφορείς ειδήσεων από τις συσκευές.
Ο ξάδελφός του έχει παντρευτεί Καθολική, έχει αλλάξει το επίθετό του ώστε να μοιάζει με αμερικάνικο, παριστάνει κι εκείνος τον Καθολικό, η επωνυμία της μικρής επιπλοποιίας που διατηρεί είναι όσο πιο αμερικάνικη γίνεται. Φιλοξενούν τον Μπρόντι στο υπόγειο, τις Κυριακές μπορεί να ανεβαίνει να τρώει μαζί τους. Ο ξαδελφός του τον ευεργετεί, αλλά με μέτρο. Κι ενώ στην σχέση τους είναι σαφώς πολύ έντονο και το συγγενικό στοιχείο, όπως και το στοιχείο της κοινής εβραϊκής καταγωγής, όπως και το στοιχείο του ότι ο ένας πέρασε στην Ευρώπη τα χειρότερα εξαιτίας της εβραϊκότητάς του κι ο άλλος στις ΗΠΑ όχι μόνο δεν πέρασε κάτι αλλά αποκρύπτει ως αρνείται την εβραϊκότητά του για να πετύχει καλύτερα στις δουλειές του, τελικά ίσως το πιο ενδιαφέρον μεταξύ τους στοιχείο είναι αυτό της εργασιακής σχέσης. Της σχέσης αφεντικού – εργαζομένου. Και σαν καλό αφεντικό είναι έτοιμος να εκμεταλλευτεί τα πλεονάζοντα προσόντα που έχει ο αρχιτέκτονας ξάδελφος για τη δουλειά. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί κάθε αφεντικό, κάθε εργοδότης να κάνει ακριβώς αυτό: σε ευεργετεί αλλά με μέτρο, προσδοκώντας να του προσφέρεις σε αντάλλαγμα περισσότερα από εκείνα για τα οποία σε πληρώνει, περισσότερα από το μέτρο της αμοιβής σου.
Κι όταν εμφανιστεί στο δρόμο του Μπρόντι ο ντόπιος μαικήνας Γκάι Πιρς, τα πράγματα θα σοβαρέψουν. Τα συγγενικά θα φύγουν απ’ την μέση και το μέγεθος των έργων που θα του ανατεθούν θα είναι αντίστοιχο των ικανοτήτων του αλλά πλέον ξανά και των αρχιτεκτονικών του οραμάτων. Ο Πιρς του εκφράζει πλειστάκις, με λόγια και με έργα, τον θαυμασμό του για τις ικανότητές του. Τον θαυμάζει και τον ζηλεύει. Διακηρυγμένα και τα δύο. Πόσο εύκολο είναι άλλωστε να υπάρξει γενικότερα στη ζωή θαυμασμός απαλλαγμένος από ζήλια; Τον κοιτάζει με κόμπλεξ κατωτερότητας για το ταλέντο το οποίο ο ίδιος δεν έχει, αλλά ταυτόχρονα και με κόμπλεξ ταξικής και ρατσιστικής ανωτερότητας, γιατί αυτός είναι ο πλούσιος της υπόθεσης κι εκείνος εκτός από εξαρτώμενος απ’ τα λεφτά του είναι και Εβραίος.
Μια σχέση πολύπλοκη. Σου αναθέτω να χτίσεις ένα κοινοτικό κέντρο τεσσάρων κτιρίων στη μνήμη της μητέρας μου. Και στο όνομά της. Άρα και στο δικό μου. Εγώ βάζω τα χρήματα, εσύ θα βάλεις τις ιδέες σου και τη δουλειά σου. Θα χτιστεί κάτι που θα είναι σημείο αναφοράς. Ποιος είναι ο ισχυρός της σχέσης; Τίνος το όνομα θα μείνει; Ποιανού θα είναι περισσότερο αυτό το έργο; Ποιος είναι τελικά αυτός που παίρνει κάθε φορά τις αποφάσεις; Το ταλέντο μπορεί να σου δώσει όλη την υπεροψία του κόσμου, μπορεί να σε κάνει να νιώθεις εσύ ανώτερος από τον άλλο, μπορεί να σε κάνει να τον κοιτάς από μέσα σου αφ’ υψηλού, αλλά στην πράξη ανώτερος είναι αυτός που έχει το ταλέντο να βγάζει λεφτά και να σου δίνει κάποια απ’ αυτά για να παίξεις και να ζήσεις και να χτίσεις. Και κάθε φορά που δύο άνθρωποι προσπαθούν να γίνει το δικό τους, εκτός από μια μάχη οραμάτων, απόψεων, πεποιθήσεων, υπάρχει και μια παράλληλη μάχη εγωισμών, μια παράλληλη μάχη επιβολής.
Υπάρχουν όσα βλέπουμε στην ταινία (και αν μη τι άλλο τα βλέπουμε για διακόσια ολόκληρα λεπτά) και όσα όχι μόνο δεν θα δούμε ποτέ, αλλά και δεν θα συζητηθούν παρά ελάχιστα και μάλιστα μόνο δια υπαινιγμών. Όταν θα συναντήσει επιτέλους τη γυναίκα του και θα βρεθούν για πρώτη φορά ολομόναχοι, η Φελίσιτι Τζόουνς θα του πει πώς ξέρει καλά τι έχει κάνει, ότι ξέρει τα πάντα που του έχουν συμβεί, ότι δεν χρειάζεται να τον βασανίζει αυτό μαζί της. Το κομμάτι της ιστορίας του που δεν θα δούμε ποτέ, ούτε σε φλας μπακ, το κομμάτι που χωρίς να δηλώνεται πάντως κουβαλά. Μαζί με το τραύμα των στρατοπέδων υπάρχει άραγε και κάποια ενοχή γιατί εκείνος επιβίωσε; Χρειάστηκε άραγε να κάνει κάτι επώδυνο για να επιβιώσει ή έχουμε να κάνουμε μόνο με το ισοπεδωτικό τραύμα όσων είδε, όσων έζησε, όσων αδυνατεί να αφήσει πίσω του, ακόμα κι αν δεν μιλάει ποτέ για αυτά;
Υπάρχει επίσης μια σκηνή με τρένο, γυρισμένη από ψηλά κι αριστοτεχνικά γυρισμένη, όπου τα βαγόνια διασχίζουν το εντυπωσιακό τοπίο πάνω στις γραμμές, η μουσική είναι πάλι στη διαπασών, ο ατμός από το τρένο σιγά σιγά σκεπάζει τα πάντα, μια σκηνή ποιητική, μια σκηνή που σίγουρα θα γράψει στους θεατές όλου του κόσμου, αλλά δυστυχώς στην Ελλάδα θα γράψει και θα μας ταράξει ακόμη περισσότερο.
Υπάρχει επίσης ένα ταξίδι στην Ιταλία, όπου ανάμεσα σε επίσης πραγματικά υπέροχες εικόνες, θα συμβεί ένα δραματικό γεγονός. Κι όσο ίσως κι αν δεν λειτουργούν πολλά πράγματα τόσο σε αυτό καθαυτό το γεγονός όσο και στον τρόπο κινηματογράφησής του, εν πάση περιπτώσει δεν ξεπερνιέται ένα όριο. Είναι όμως ένα όριο που θα ξεπεραστεί αργότερα, με την αντιμετώπιση του γεγονότος, με την ας την ονομάσουμε «Σκηνή με το πι», η οποία απ’ την αρχή ως το τέλος θα ταίριαζε περισσότερο σε σαπουνόπερα του Νίκου Φώσκολου, παρά σε μια ταινία τέτοιων φιλοδοξιών και ταυτόχρονα τέτοιου διαμετρήματος. Ας είναι όμως. Μπορούμε στις τρεις ώρες και είκοσι λεπτά να δεχτούμε και στραβοπατήματα, ακόμα κι αν αφορούν καίριες εξελίξεις της πλοκής. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι τρεις ώρες και είκοσι λεπτά, στα οποία δεν θα κουραστείς, δεν θα δυσανασχετήσεις, θα μείνεις προσηλωμένος και κάθε τόσο και ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος από τις εικόνες στην οθόνη. Το ενσωματωμένο δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα βοηθάει, αλλά από μόνο του δεν θα αρκούσε αν δεν ήταν η ίδια η ταινία που σε κράταγε.
Ο Κορμπέτ θέλει να συνομιλεί πολύ με την Ιστορία. Το κάνει στο “The Brutalist”, το έκανε στην πρώτη του ταινία, το “The Childhood of a Leader”, δείχνοντας με την όχι και πιο επιτυχημένη αλληγορία του κόσμου ότι ενώ υπογραφόταν η συνθήκη των Βερσαλλιών ο φασισμός κι ο ναζισμός περνούσαν την παιδική τους ηλικία, το έκανε στη δεύτερη, το “Vox Lux”, προσπαθώντας να συνδέσει κάπως τις μαζικές εκτελέσεις σε σχολεία με τη βιομηχανία του θεάματος και τη φήμη, μην ξεχνώντας μάλιστα να βάλει και λίγη 11η Σεπτεμβρίου μέσα, έστω και μόνο για να τη βάλει. Οπότε για έναν δημιουργό που αρέσκεται να έχει σε τόσο πρώτο πλάνο την Ιστορία στα έργα του, το να γυρνά τώρα μια ταινία που κάνει φόκους στο πόσο ανεπιθύμητοι ήταν οι Εβραίοι στις ΗΠΑ την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία μοιάζει αρκετά παράταιρο. Kι αν είναι να το τραβήξω κι άλλο, όταν σε μια κομβική σκηνή ένα ρατσιστικό παραλήρημα εναντίον των Εβραίων καταλήγει στο ότι αν θέλουν να πάψουν να προκαλούν τον ίδιο τους τον κατατρεγμό πρέπει να πάψουν να είναι τόσο εύκολος στόχος, τουλάχιστον στο πρόσωπο του Μπίμπι Νετανιάχου αυτά έχουν τελειώσει άπαξ δια παντός και κανείς δεν θα τον πει τον ίδιο ή το κράτος του Ισραήλ εύκολο στόχο. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και η Ιστορία άλλα πράγματα να τον πουν ναι, εύκολο στόχο όμως όχι.
Είκοσι δύο χρόνια μετά το Όσκαρ Ά Ανδρικού για τον «Πιανίστα», ο Έιντριαν Μπρόντι κονταροχτυπιέται με τον Τίμοθι Σαλαμέ για το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας του. Αν το κατακτήσει, το όνομά του θα φιγουράρει δίπλα στον Μάρλον Μπράντο, τον Τζακ Νίκολσον, τον Γκάρι Κούπερ, τον Τομ Χανκς, τον Άντονι Χόπκινς, τον Σον Πεν, τον Σπένσερ Τρέισι, τον Φρέντρικ Μαρτς. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι ο μόνος που τους κερδίζει όλους με τρία. Ένα από τα τρία για το “Τhere Will Be Blood”, κι επειδή πρόκειται για ταινία σε κάπως αντίστοιχο μήκος κύματος, απ’ το “The Brutalist” λείπει αυτή η συνολική συνεκτική στιβαρότητα που είχε η δημιουργία του Πολ Τόμας Άντερσον.
Κάπου προς το τέλος θα ακουστεί η ατάκα ότι σημασία έχει ο προορισμός και όχι το ταξίδι. Αν πετάξουμε λοιπόν την αντιστροφή του Καβάφη στα σκουπίδια κι επιστρέψουμε στην αρχική θέαση των πραγμάτων, δεχόμενοι ότι σημασία έχει μόνο ο προορισμός, θεωρώ ότι το “Brutalist” απέχει αρκετά και ουσιωδώς απ’ το να είναι το σχεδόν αριστούργημα που θα ήθελε να είναι. Αν όμως σημασία έχει όντως το ταξίδι, θα πρέπει να είναι κανείς είτε τυφλός είτε εντελώς προκατειλημμένος για να μην αναγνωρίσει ότι πρόκειται πράγματι για ένα μεγαλεπήβολο όραμα που μετατρέπεται σε ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κινηματογραφικά ταξίδια των τελευταίων ετών.















