Ταινία του 2022 το “Pacifiction”, διαγωνίστηκε στο προπέρσινο φεστιβάλ των Καννών, είναι η όγδοη του δημιουργού της, Άλμπερτ Σέρα, αλλά μόλις η πρώτη που φτάνει στις ελληνικές αίθουσες, στις οποίες μάλιστα έφτασε τις πιο καλοκαιρινές εβδομάδες του χρόνου και για πολύ λίγες συνολικά προβολές. Κι όλο αυτό όχι μόνο επειδή διαρκεί δύο ώρες και τρία τέταρτα, αλλά κι επειδή δεν είναι ένα έργο φτιαγμένο για το μεγάλο κοινό.
Από την άλλη, δεν παύουμε να έχουμε ενώπιον μας μια ταινία που φιγουράρισε στις λίστες καλύτερων ταινιών του 2022 πολλών κριτικών, φτάνοντας μάλιστα στο νούμερο 1 της λίστας των Cahiers du Cinéma, ενώ κέρδισε και μια σειρά από βραβεία, ανάμεσα στα οποία Σεζάρ για τη διεύθυνση φωτογραφίας της και τον πρωταγωνιστή της Μπενουά Μαζιμέλ. Και αν μη τι άλλο βλέποντας την κανείς, μπορεί πάρα πολύ καλά να καταλάβει και γιατί βραβεύτηκε η φωτογραφία και γιατί βραβεύτηκε ο Μαζιμέλ.
Κοντεύουμε να φτάσουμε στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όμως ακόμα δεν έχει αποαποικιοποιηθεί όλος ο πλανήτη (ο λόγος βέβαια για την κυριολεκτική αποαποικιοποίηση, η μεταφορική είναι άλλη κουβέντα). Υπάρχουν ακόμα γωνιές του που παραμένουν αλλιώς. Όπως η Γαλλική Πολυνησία ας πούμε, νησιωτικό σύμπλεγμα που βρίσκεται στον Νότιο Ειρηνικό και αποτελείται από 118 νησιά και ατόλες, ανάμεσα στα οποία η Ταϊτή και τα Μπόρα Μπόρα. Η Γαλλική Πολυνησία είναι υπερπόντια κτήση του γαλλικού κράτους, στην οποία παραχωρήθηκε το 2004 «καθεστώς διευρυμένης αυτοδιοίκησης». Για τριάντα χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα ως τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα, η Γαλλία έκανε πυρηνικές δοκιμές εκεί. Και οι συνέπειες δεν ήταν κι ακριβώς ασήμαντες. Και να που η γλώσσα λειτουργεί καμιά φορά κάπως από μόνη της, κάπως λέει από μόνη της πράγματα. Μου βγήκε δηλαδή κι έγραψα πως «η Γαλλία» τις έκανε τις πυρηνικές δοκιμές εκεί. Αν οι δοκιμές γίνονταν σε αυτό που έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας ως Γαλλία, στην ευρωπαϊκή Γαλλία, θα μου ερχόταν μάλλον αυτόματα στο μυαλό να γράψω «το γαλλικό κράτος».
Βασικό αφηγηματικό άξονα του “Pacifiction” αποτελούν φήμες που διακινούνται, πως μετά από δεκαετίες οι πυρηνικές δοκιμές θα ξεκινήσουν ξανά. Οι ντόπιοι τις μεταφέρουν στον Ύπατο Αρμοστή (τι ορολογία, τι λέξεις, από ποιά πολιτική προϊστορία προέρχονται, και να όμως που ακόμα παραμένουν κατάλοιπα της, ασορτί με τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας) στην επίσημη συνάντησή τους. Σε ανεπίσημη συνάντηση τον προειδοποιούν ότι θα εξεγερθούν και αν είναι να χυθεί και λίγο αίμα, ας χυθεί και λίγο αίμα, αφού η παγκόσμια κοινή γνώμη πρέπει να ευαισθητοποιηθεί, δεν γίνεται ο τόπος τους να μετατραπεί πάλι σε πεδίο βολής κι οι κάτοικοι του σε ακούσια πειραματόζωα. Εκείνος πάλι δεν είχε ιδέα. Δεν του έχει πει κανείς τίποτα. Από την παντοδυναμία που ένιωθε στον τόπο, βρίσκεται αντιμέτωπος με την υποψία ότι είναι ασήμαντος, ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για κάτι τόσο θεμελιώδες, ότι το Κράτος το οποίο εκπροσωπεί τον αντιμετωπίζει ίσως κι αυτόν σαν τους ντόπιους. Πέφτει στα ίδια του τα μάτια, από μεγάλος πατέρας των ντόπιων και άξιος γιος της πατρίδας του, τώρα μετατρέπεται σε κάποιον με τον οποίοι οι ντόπιοι είναι έτοιμοι να συγκρουστούν και η πατρίδα του δεν τον βλέπει καν μπροστά της. Μέχρι τώρα εκπροσωπούσε στο μυαλό του τους πάντες, και τη Γαλλία αλλά και το καλό του τόπου. Τα συγκέραζε όλα με αποικιοκρατικό ναρκισσισμό. Τώρα ποιον εκπροσωπεί; Τις λίγες φορές που βλέπει την πραγματικότητα όπως είναι αναγκάζεται να βγάλει τα πολύχρωμα γυαλιά του και να δει με τα ίδια του τα μάτια ότι εδώ τα πράγματα δεν είναι αυτά που νόμιζε και τελικά και ο ίδιος δεν είναι αυτός που νόμιζε.
Αρχίζει να εξηγεί πώς λειτουργούν τα πράγματα. Η πολιτική είναι σαν ένα νάιτ κλάμπ, στο οποίο τυφλοί χορεύουν με άλλους τυφλούς και στο τέλος βγαίνουν και εξηγούν στους λαούς που εξουσιάζουν τι είδαν στο χορό τους, ρυθμίζοντας τις τύχες του πλανήτη βάσει όσων είδαν. Έχουν την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουν τα πάντα, ενώ κανείς δεν ελέγχει τίποτα. Του αρέσει να ακούει τον εαυτό να μιλάει και σολάρει για ώρα. Ο μοναδικός ακροατής του και συνοδηγός του μετά βίας κρατάει τα δικά του μάτια ανοιχτά. Τον παίρνει ο ύπνος. Δεν τον νοιάζει να μάθει πώς λειτουργούν τα πράγματα.
Το “Pacifiction” είναι μια ταινία πάρα πολύ σαγηνευτική σε πολλές στιγμές της, είναι μια ταινία αρκετά βαρετή σε άλλες της στιγμές, ενίοτε μπορεί στην ακριβώς σκηνή να νιώθεις και σαγηνευμένος και κουρασμένος. Όπως βέβαια συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η κόπωση αφορά την εμπειρία σου τη στιγμή που βλέπεις την ταινία, ή ενδεχομένως και τη στιγμή που θα επιχειρήσεις να τη ξαναδείς, αλλά δεν είναι αυτή που θα σου μείνει ως τελικό απόσταγμα. Μετά, όταν η προβολή τελειώνει, σου μένει η σαγήνη, η ατμόσφαιρα, η αίσθηση.
Δεν έχουμε να κάνουμε με μια κενή περιεχομένου άσκηση ύφους, δεν είναι ότι το “Pacifiction” δεν έχει κάτι να πει. Έχει. Και μάλλον και κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου εντοπίζεται στην αντιστοίχιση αφενός αυτού που έχει να πει με το χρόνο που παίρνει για να το δείξει και αφετέρου με το κατά πόσο αυτό που έχει να πει συνδέεται πάντα με τις εικόνες που βλέπουμε, καθώς άλλοτε νιώθεις πως απουσιάζουν από τις σχεδόν τρεις ώρες του βασικά στοιχεία της πλοκής, άλλοτε νιώθεις πως οι εικόνες που βλέπουμε δεν έχουν να κάνουν καθόλου με την πλοκή, έχουν να κάνουν μόνο με τον τόπο και την ατμόσφαιρά του ή ίσως με το σκηνοθετικό βλέμμα και την ατμόσφαιρά του.
Έχω την αίσθηση (και εν προκειμένω δεν αναφέρομαι μόνο το “Pacifiction”), ότι συχνά αυτό που παρουσιάζεται και γίνεται αντιληπτό ως καλλιτεχνική πρωτοπορία και τόλμη είναι στον πυρήνα του καλλιτεχνική αδυναμία. Το όποιος νιώσει ένιωσε, όποιος παρασυρθεί παρασύρθηκε, είναι το διάβημα ανθρώπων που σαφώς έχουν πιάσει κάτι, έχουν αποτυπώσει κάτι, έχουν πετύχει κάτι καθόλου αυτονόητο, αλλά από την άλλη δεν μοχθούν αρκετά ή δεν τους αφορά αρκετά το να δέσουν αδιαπέραστα μορφή και περιεχόμενο σε ένα τελικό σώμα ταινίας, που οκ δεν είναι η μόνη δυνατή εκδοχή σινεμά, αλλά είναι κατ’ εμέ η ιδεατή εκδοχή σινεμά.
Με άλλα λόγια, δεν καταλαβαίνω και δεν πείθομαι γιατί το “Pacifiction” να μην μπορούσε να είναι μια ταινία προσιτή για τον πολύ κόσμο, μια ταινία που θα αφορά τον πολύ κόσμο, χωρίς να χάνει τις εντυπωσιακές αρετές της και χωρίς να κάνει εκπτώσεις. Στο μυαλό μου ένα πολύ πιο πετυχημένο κλείδωμα εικόνων και περιεχομένου όχι μόνο έκπτωση δεν θα αποτελούσε, αλλά αντιθέτως θα ήταν απογειωτικό. Εν πάση περιπτώσει, εμείς μόνο να κρίνουμε εκ των υστέρων μπορούμε, οι δημιουργοί είναι που δημιουργούν και τελικά το κάθε έργο είναι ό,τι είναι. Και το “Pacifiction” χάνει μεν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία, αλλά όσο κι αν μέρει αποτυγχάνει, άλλο τόσο προσφέρει κάτι αναμφίβολα υποβλητικό.





