Ο Γιώργος εκτελεί δρομολόγια από τη Δράμα προς τα αεροδρόμια της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης, μια φροντίδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας για τους καλεσμένους του. Ήρθε να με πάρει την ημέρα επιστροφής μου. Άρχισε να μου αφηγείται με αγάπη την ιστορία της οικογένειάς του, τις δυσκολίες του να ζεις σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, τη σημασία του Φεστιβάλ για τους κατοίκους αλλά και τη, μικρή έστω τόνωση της οικονομίας κατά τη διάρκειά του. «Δεν τον αφήνω αυτό τον τόπο με τίποτα», μου λέει. Μοιάζει νέος αλλά τα δύο του παιδιά έχουν εδώ και χρόνια ενηλικιωθεί και τραβάνε τον δικό τους δρόμο.

Μιλάμε για τον μεγάλο ευεργέτη της πόλης του, τον Αποστολίδη και την εταιρεία του που δημιουργούν θέσεις εργασίας στα παιδιά των Δραμινών, για την αποκατάσταση του Σαντιρβάν, το οθωμανικό τζαμί με το μιναρέ του που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και τώρα φιλοξενεί εκθέσεις, τη λίμνη στο πάρκο της Αγίας Βαρβάρας που στέρεψε και πλέον οι κάτοικοι μεταφέρουν οι ίδιοι νερό για να ξεδιψάσουν οι πάπιες, μιλάμε για τους παππούδες του που δούλεψαν σε αυτή τη γη, για τα όνειρά του. Να μια ακόμη ιστορία προσωπική, καθολική, οικουμενική.

Κοιτάω έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Οι ιστορίες που ακούω, οι ιστορίες που είδα, οι ιστορίες των διηγημάτων του βιβλίου που με συντρόφευε σε αυτό το ταξίδι, οι ιστορίες που έχω ζήσει, οι ιστορίες που φαντάζομαι όλες σε ένα οδοιπορικό διαρκείας. Όλες κομμάτια της ζωή μας, σπαράγματα, αγωνίες, παρηγοριά, ανατροπές, λύπη, χαρά, θρήνος, έρωτας, ελπίδα.

«Όλη μας η ζωή μικρές στιγμές που απλώνουν, αγκαλιάζουν καρδιές και μνήμες, τις ντύνουν τριαντάφυλλα -κόκκινα τριαντάφυλλα- για να μη χάσουν το χρώμα τους στο χρόνο. Ακόμα κι αν αυτό το χρώμα ξεθωριάζει πάντα θα φαίνονται πως κάποτε ήταν κόκκινα. Ίσως και να μυρίζουν κιόλας…» γράφει η Αναστασία Στέρπα, στο διήγημά της Μικρές στιγμές στη συλλογή Κομβίο αναμονής (Εκδόσεις Ιωλκός).

 

 

Αποχαιρέτησα το 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας έχοντας γράψει μια πρώτη ανταπόκριση ύστερα από την τελετή έναρξης αλλά και τις πρώτες εντυπώσεις για τις ιστορίες του σπουδαστικού διαγωνιστικού, ελπιδοφόρες για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου. Τα ανακοινωθέντα, κατά τη λήξη του Φεστιβάλ βραβεία, μόνο χειροκρότημα αξίζουν για όλους τους συντελεστές, όπως άλλωστε και όλες οι ιστορίες που δεν χώρεσαν σε ένα βραβείο ή μνεία.

Ολοκληρώνοντας πλέον το κινηματογραφικό μας ταξίδι σε μια θάλασσα ιστοριών κάνω ένα μικρό απολογισμό ξεχωρίζοντας τις πέντε ταινίες που σαν λίγο να μεγέθυναν την καρδιά. Οι ταινίες αφορούν στο Εθνικό Διαγωνιστικό τμήμα και ελπίζω σύντομα να τις ξαναδούμε και στην Αθήνα:

 

[ 1 ]

Honeymoon, του Άλκι Παπασταθόπουλου

 

 

Η Φαίη και η Σάντρα, δύο τρανς κορίτσια κάνουν ένα τελευταίο ταξίδι μαζί. Η Φαίη πρόκειται να ταξιδέψει στη μακρινή Αυστραλία και η Σάντρα τη συντροφεύει μέχρι τον σταθμό για να την αποχαιρετήσει. Πολύ σύντομα το ταξίδι τους θα διακοπεί ύστερα από μια τρανσφοβική επίθεση από δύο συνεπιβάτες τους, που τις αναγκάζει να εγκαταλείψουν το λεωφορείο και να μείνουν αποκλεισμένες στην εθνική οδό. Προσπαθώντας να φτάσουν στον σταθμό, με τον χρόνο να κυλάει αντίστροφα, καταλαβαίνουν πως αυτές είναι οι τελευταίες στιγμές για να μοιραστούν όσα πραγματικά νιώθουν η μία για την άλλη.

«Το σινεμά που θέλω να κάνω δημιουργεί μικρο-ουτοπίες και παραδείγματα που δεν βλέπουμε. Θέλω να διαρρηγνύει τη βία της κανονικότητας. Παρότι κάνω κινηματογράφο κοινωνικού ρεαλισμού όλη μου τη ζωή, δεν θέλω πλέον να βλέπω σινεμά ίδιο με αυτό που ζω στην πραγματική μου ζωή. Θέλω να μιλάω για τις στιγμές που δεν είναι οι χειρότερες. Δεν θέλω οι ταινίες μου να είναι Sugar Coated, δηλαδή δεν θέλω να αποκρύπτω και την αλήθεια», αναφέρει στην κουβέντα μας το Άλκι Παπασταθόπουλος (μείνετε συντονισμένοι για την εκτενή συνέντευξη).

Μια γλυκόπικρη ταινία για τους φόβους που απειλούν όχι μόνο μια συγκεκριμένη κοινότητα αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Η επιβολή κανόνων, ο περιορισμός της προσωπικής έκφρασης και η αδικία στο προσκήνιο μέσα από μια γλυκιά ιστορία αγάπης.

Η ταινία του Άλκι Παπασταθόπουλου απέσπασε το βραβείο Καλύτερης LGBTQ+ Ταινίας Μικρού Μήκους στο PalmSprings Short Fest αλλά και στο 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στη Δράμα.

[ 2 ]

Zange, της Ίριδας Μπαγλανέα

 

 

Η ταινία “Zange” προσεγγίζει το θέμα του θανάτου και του τραύματος της απώλειας μέσα από την οπτική ενός εξάχρονου αγοριού. «Το τραύμα για εμένα είναι μια τριβή που χρειάζομαι σε όλες τις ταινίες μου που μεταμορφώνεται σε μια Τρίτη δύναμη, την απελευθερωτική» λέει η σκηνοθέτις Ίρις Μπαγλανέα. Kαι από αυτό το τραύμα ξεκινάει και σε αυτή την ταινία, ένα τραύμα μη γενόμενο ακόμα που υποβόσκει αλλά σε συνομιλία με την ελπίδα και χαρά. Ένας επικείμενος θάνατος και μια αναμενόμενη γέννηση. Η ζωή σε γραμμική συνομιλία. Πόνος, ίαση και λύτρωση.

Zange, το καβούρι, ο αστερισμός του καρκίνου και για τους αρχαίους προγόνους μας η Πύλη στον Κάτω κόσμο. Μια τετραμελής οικογένεια ζει απομονωμένη σε έναν υδροβιότοπο. Το σπίτι τους είναι περικυκλωμένο από νερό και διβάρια. Ο Έκτορας και η αδερφή του Ελένη μεγαλώνουν δίπλα στη φύση, παίζοντας. Την ημέρα αναζητούν καβούρια πάνω στα βράχια, κυνηγιούνται μέσα στη λιμνοθάλασσα, ενώ τις νύχτες κοιτάζουν τον ουρανό και διαβάζουν τα αστέρια. Ο πατέρας τους είναι άρρωστος και το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του το περνάει μόνος σκαλίζοντας τις ξύλινες μαριονέτες του. Η μητέρα, έγκυος, ασχολείται με τη φροντίδα των παιδιών αλλά και του πατέρα. Τους μαθαίνει για τη ζωή με τρόπο παρηγορητικό, καθησυχαστικό. Οτιδήποτε μπορεί να θυμίσει το θάνατο μετατρέπεται σε παιχνίδι.

 

[ 3 ]

Treadmill του Γιώργου Κοιμήση

 

 

Η Δήμητρα, μια γυναίκα που πλησιάζει τα 50, ζει με την ηλικιωμένη και χειριστική μητέρα της, Ρέα. Καθημερινά η ζωή τους φωτίζει μια συγκρουσιακή σχέση, μια δύσκολη συνύπαρξή τους φτάνει σε οριακό σημείο όταν η Δήμητρα επιχειρεί να εγκαταστήσει στο δωμάτιό της ένα διάδρομο γυμναστικής. Η Ρέα δεν την αφήνει ποτέ σε ησυχία, για όλα έχει λόγο, όλα τα κρίνει και τα επικρίνει. Η Δήμητρα από την άλλη πλευρά, με περίσσια υπομονή και διάθεση εξομάλυνσης προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε αυτή την εμπόλεμη κατάσταση μέχρι τη στιγμή του απόλυτου ξεσπάσματος και μια απρόσμενη ανατροπή.

Η Δήμητρα δεν έχει καταφέρει να είναι αντάξια των προσδοκιών της μητέρας της. Δεν έχει ενταχθεί αρμονικά ως όφειλε στο «πακέτο» μιας γυναίκας σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Ζει ακόμα μόνη της, δεν έχει άντρα, δεν έχει παιδιά. Η Εύη Σαουλίδου και η Υβόννη Μαλτέζου καταφέρνουν να συνθέσουν ένα εξαίρετο, συγκρουσιακό δίδυμο μέσα από τη στοργική ματιά του Γιώργου Κοιμήση σε αυτή την πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα.

 

[ 4 ]

Χρυσά Βαστά, του Φοίβου Κοντογιάννη

 

 

Μέσα στην τάξη ένα 6χρονο αγόρι, ο Λαλάκης πιάνει τη φλογέρα του και αρχίζει να παίζει. Δεν έχει καταφέρει να κάνει την πράξη που μόλις του ζήτησε ο δάσκαλός του και όλοι τον γιουχάρουν ανελέητα. «Ο Λαλάκης δεν παίρνει από τα γράμματα. Τον έχεις ακούσει να παίζει φλογέρα;», θα πει ο δάσκαλος στον πατέρα του. «Κι άλλος γύφτος θα γίνει μουσικός; Εγώ ήθελα να τον κάνω γυναικολόγο», θα απαντήσει εκείνος. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία ο μικρός Λαλάκης θα κλέψει όλες τις καρδιές όταν αρχίσει να παίζει με το κλαρίνο του. Με σκηνικό τη ρατσιστική κοινωνία της επαρχιακής Ελλάδας της δεκαετίας του 1960, γεννημένος και μεγαλωμένος μέσα σε μια πραγματικά φτωχή οικογένεια, ο μικρός ονειρεύεται να γίνει μουσικός. Ο μικρός θα αγωνιστεί σκληρά για να γίνει ένας από τους κορυφαίους σολίστ κλαρίνου στον κόσμο. Η ταινία με σύμμαχο το χιούμορ αλλά και τον γλυκύτατο μικρό του ήρωα καταφέρνει να πάρει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. 

Η ταινία είναι αφιερωμένη σε όλους τους τσιγγάνους μουσικούς και είναι εμπνευσμένη από το ταλέντο και το πάθος τους για τη μουσική. Ο Φοίβος Κοντογιάννης έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους και δύο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, ενώ σήμερα αναπτύσσει το σενάριο της πρώτης του ταινίας μεγάλου μήκους.

 

[ 5 ]

Η μεγαλύτερη μέρα του κόσμου του Δημήτρη Χαραλαμπόπουλου

 

 

«Πώς ξεχνάμε; Πώς μπορούμε να ξεχάσουμε», ρώτησε το μικρό αγόρι που δεν είχε τίποτα να ξεχάσει σε αυτό τον κόσμο. Ο Έντι έχει μόλις χάσει τη γιαγιά του και με επίκεντρο το θερινό ηλιοστάσιο μιας σημαντικής χρονιάς για τον ίδιο, την οικογένειά του, την παρέα του και την ενηλικίωσή του αφηγείται σκέψεις, αισθήματα, γεγονότα.

Μια τρυφερή ιστορία με τη μορφή συρραφής home video από το παρελθόν και το παρόν. Ο ήρωας περιπλανιέται στην πόλη του και θυμάται στιγμές και πρόσωπα με σημασία για εκείνον. Είναι η μέρα του θερινού ηλιοστασίου, η μεγαλύτερη μέρα του κόσμου, εκείνη με τη μεγαλύτερη διάρκεια που μπορεί να χωρέσει πολλά και πολλούς. Μια ταινία με χαλαρή εκκίνηση που μαγικά έρχεται να κερδίσει με την εξομολογητική της διάσταση και την εγγύτητά της. Μια «χειροποίητη κατασκευή», κοινωνός ενδόμυχων σκέψεων μιας ενηλικίωσης που ίσως και να μοιάζει με τη δική σου;

O Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος πίσω από τη σκηνοθεσία και το σενάριο, με ήρωα τον Μάριο Μπανούσι.