Είναι γεννημένος το 1982 και από το 2008 εργάζεται συνεχώς ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος για όπερες. Έχει συνεργαστεί με τις Εθνικές Όπερες της Ολλανδίας, της Φινλανδίας με τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου και της Κοπεγχάγης. Μα πάνω απ’ όλα o Φίλιπ Φυρχόφερ είναι ζωγράφος, εικαστικός καλλιτέχνης που τα έργα του έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές εκθέσεις στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Σίδνεϊ, στο Χονγκ Κονγκ και φυσικά σε πόλεις της Γερμανίας που είναι και η πατρίδα του. Στα εικαστικά του έργα το ενδιαφέρον που βρίσκω είναι το βάθος πεδίου που δίνει με τα νέα μέσα που χρησιμοποιεί, το γυαλί που όταν ανάβει το φως μέσα γίνεται ένα φωτεινό κουτί που αποκτά μια άλλη εικόνα, ένα άλλο επίπεδο, άλλοτε πιο σκοτεινό άλλοτε πιο φωτεινό.
Είχα τη χαρά να συνομιλήσω μαζί με τον Φίλιπ Φυρχόφερ και να τον γνωρίσω στη γενική πρόβα της Τζοκόντα του Αμίλκαρε Πονκιέλλι, σε μια νέα μεγάλη διεθνή συμπαραγωγή της Εθνική Λυρικής Σκηνής με το Πασχαλινό Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ. Καθίσαμε, εγώ στον καναπέ και εκείνος σε αναμμένα κάρβουνα, γιατί σε μισή ώρα η πρόβα θ’ άρχιζε. Δεν ήταν αγχωμένος είχε αυτή τη γλυκιά αδημονία τού να πάνε όλα καλά. Δεν σας κρύβω έχοντας δει τα εικαστικά του έργα, περίμενα να δω πώς θα ήταν το σκηνικό που σχεδίασε γι’ αυτή τη μεγάλη διεθνή συμπαραγωγή που ήρθε και στην Αθήνα.
Πώς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία σου με την Εθνική Λυρική Σκηνή;
Αρχικά η Τζοκόντα είχε προγραμματιστεί για το Πασχαλινό Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του έψαχνε για συνεργασίες. Γιατί αυτό είναι το καινούργιο πράγμα που κάνεις πια στην όπερα. Συνεργασίες με άλλες χώρες και άλλες όπερες, οπότε πριν από την Αθήνα, ξέραμε ότι θα πάει στο Royal Opera House. Η δε Royal Opera House, από άποψη σκηνής, είναι σχεδόν το ίδιο μέγεθος με της Αθήνας. Η σκηνή του Ζάλτσμπουργκ έχει πλάτος 20 μέτρα, οπότε απαιτείται ένα τεράστιο σκηνικό, ενώ η σκηνή της Royal Opera House είναι πέντε μέτρα μικρότερη, οπότε ξέραμε ήδη ότι θα πρέπει να το προσαρμόσουμε για να είναι όλα λίγο μικρότερα, αλλά και όμορφα. Και καθώς το είχαμε ήδη προσαρμόσει, έψαχναν και άλλους συνεργάτες και η Αθήνα ήταν η ιδανική επιλογή και για αυτό.

Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεσαι με Έλληνες; Ήταν εύκολο για σένα; Καταλαβαίνεις αυτή είναι μια ερώτηση-παγίδα.
(Γελώντας) Όχι, οι άνθρωποι εδώ είναι εξαιρετικά ευγενικοί, οπότε είναι ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα εργασίας.
Αγαπάμε την όπερα οι Έλληνες.
Ναι, το έχω αντιληφθεί αυτό. Είναι εντελώς διαφορετικό. Λοιπόν, για να είμαι διπλωματικός και αυτό είναι επίσης αλήθεια, κάθε θέατρο έχει εντελώς διαφορετική διοίκηση και διαφορετικό σύστημα εργασίας. Η Royal Opera House είναι πολύ διαφορετική από το Ζάλτσμπουργκ. Το Ζάλτσμπουργκ είναι πολύ διαφορετικό από την Ελλάδα. Οπότε χρειάζεται πολύς χρόνος για να προσαρμοστούν τα πράγματα, τόσο για μένα όσο και για την ομάδα, για αυτούς, για εμάς. Οπότε χρειάζεται κάποιος χρόνος, αλλά νομίζω ότι φτάσαμε στο σημείο. Για να πω την αλήθεια ότι αυτό που σίγουρα δεν βοήθησε, ήταν αυτές οι δύο ημέρες γενικής απεργίας. Χάσαμε πολύ χρόνο από τις απεργίες στις πρόβες. Το πρόγραμμα είναι πολύ πιεστικό.
Η όπερα Τζοκόντα είναι γεμάτη πάθος, θυσία και, νομίζω, ζήλια. Πώς αποτύπωσες αυτά τα συναισθήματα στο σκηνικό σου;
Η Τζοκόντα, είναι ένα έργο όπερας που σπάνια ανεβαίνει στη σκηνή. Απαιτεί πολύ υψηλή ποιότητα τραγουδιστών και πολλούς πραγματικά κορυφαίους λυρικούς τραγουδιστές. Είναι μια πολύ μεγάλη παράσταση, επειδή δεν χρειάζεσαι μόνο δύο κορυφαίες φωνές, αλλά 5 ή 6. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να τραγουδήσεις και το θέμα είναι ότι, όταν ήρθα αντιμέτωπος με το κείμενο και με την πρόταση να το κάνω, διάβασα το κείμενο και προσπάθησα να το καταλάβω. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι ο κόσμος μπορεί με κάποιο τρόπο να ακολουθήσει αυτό το πολύ παράξενο, πολύ σουρεαλιστικό και πολύ ωμό κείμενο. Το κείμενο δίνει, για παράδειγμα, σε αυτά τα μικρά πράγματα, έναν τόσο σημαντικό δραματουργικό ρόλο που είναι πραγματικά δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Έτσι, είναι ήδη διαφορετικό από άλλες όπερες. Είναι πραγματικά ένα μεγάλο έργο να καταστήσεις πιστευτό αυτό που είναι γραμμένο σε μια όπερα. Οι όπερες συχνά δεν είναι πολύ πιστευτές, αλλά μπορείς να συνδεθείς συναισθηματικά μαζί τους. Και εδώ πραγματικά το έργο είναι να ακολουθήσεις την ιστορία. Και γι’ αυτό είπαμε, εντάξει, βασίζεται στη Βενετία. Θα το κρατήσουμε στη Βενετία. Θα προσπαθήσουμε να φτιάξουμε αυτά τα σχεδόν ρεαλιστικά σκηνικά, αλλά θα είναι σε συνεχή κίνηση. Υπάρχουν στοιχεία στα σκηνικά που αλλάζουν κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πράξεων. Και πρώτα απ’ όλα, σκέφτεσαι, ναι, είναι πιστευτό. Και μετά καταλαβαίνεις ότι υπάρχει ένα παράξενο σουρεαλιστικό δεύτερο επίπεδο πίσω από αυτό. Έτσι, ίσως αυτό το είδος τεχνάσματος ή έκφρασης που χρησιμοποίησα μπαίνει μέσα σε αυτή την παράσταση. Μέσα στον χρόνο υπάρχουν μερικοί τοίχοι που μοιάζουν να είναι η πρόσοψη μιας εκκλησίας, και μετά μεταμορφώνονται σε εσωτερικούς τοίχους ενός μεγάλου παλατιού, για παράδειγμα. Υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία. Εμφανίζονται πάντα δύο ή τρεις φορές, αλλά σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Είναι σαν όνειρο. Έχει αυτή την παράξενη, σχεδόν πραγματική, αλλά όχι εντελώς πραγματική ατμόσφαιρα. Αυτό προσπάθησα να αποτυπώσω.

Δηλαδή δεν προσπάθησες να ενσωματώσεις στοιχεία του 17ου αιώνα, προσπάθησες να το κάνεις διαχρονικό;
Διαχρονικό ναι, γιατί η Βενετία για μένα είναι διαχρονική. Όταν πηγαίνεις στη Βενετία σήμερα και την κοιτάς, αν διαγράψεις απ’ το οπτικό σου πεδίο τους χιλιάδες τουρίστες, εξακολουθεί να μοιάζει με πόλη του 17ου αιώνα. Αυτό είναι το τυπικό χαρακτηριστικό της Βενετίας. Αυτή η πόλη έχει με κάποιο τρόπο σταματήσει στον χρόνο και αυτό το έχουμε στην παράσταση αλλά έχουμε και καλλιτέχνες στη σκηνή με σύγχρονα κοστούμια. Οπότε είναι πολύ σαφές ότι παίζουμε στο σήμερα, οπότε έχει μεταφερθεί στον σημερινό κόσμο. Και η Τζοκόντα είναι σαν μια άστεγη που προσπαθεί να επιβιώσει με το τραγούδι. Στο πραγματικό κείμενο του Βίκτωρος Ουγκώ, ήταν πόρνη. Έχει αυτό το υπόβαθρο, για παράδειγμα, στην ουβερτούρα και στον περίφημο Χορό των ωρών του Μπαλέτου αυτό επιστρέφει στην ιστορία της. Αλλά είναι στον σημερινό κόσμο το σκηνικό και θα δείτε αυτή τη γραμμή του ορίζοντα, αυτή την ατελείωτη, αιώνια πόλη που είναι η Βενετία για εμάς. Πάντα έρχεσαι αντιμέτωπος με την αιωνιότητα. Η γραμμή του ορίζοντα, τα σύννεφα, η θάλασσα. Οι άνθρωποι έρχονται να πεθάνουν εκεί και έχει αυτή τη μελαγχολία, μια μελαγχολία που είναι πολύ σημαντική για εμάς.
Ως καλλιτέχνης, στα δικά σου έργα χρησιμοποιείς ακρυλικό γυαλί, διαφάνειες, βάθος πεδίου, φώτα LED. Ενσωμάτωσες κάποιο από αυτά τα στοιχεία στο σκηνικό σου;
Όχι, αυτή τη φορά. Ίσως διαφέρω από άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες που προσκαλούνται να σχεδιάσουν κυρίως οπτικά στοιχεία. Αν προσλάβεις έναν εικαστικό καλλιτέχνη ως σκηνογράφο, θα φέρει το δικό του έργο, μόνο που θα είναι δέκα φορές μεγαλύτερο. Εννοώ, μπορώ να το κάνω αυτό, το έχω κάνει σε άλλες παραστάσεις όπου ήταν κατάλληλο. Εδώ, τόσο ο σκηνοθέτης όσο και εγώ, διαβάζαμε το κείμενο και ήρθαμε αντιμέτωποι με αυτή τη μουσική και είπαμε, δεν έχω ιδέα τι θα έπρεπε να κάνει ένα light box εδώ. Η ιστορία και όλα τα άλλα είναι ήδη τόσο περίπλοκα, γιατί να προσθέσουμε κι άλλα στοιχεία; Απλά δεν μου ταίριαζε. Έχω κάνει πάρα πολλά σκηνικά και έχω κατανοήσει ότι αυτό δεν είναι μια ατομική παράσταση για μένα. Είναι μια συνεργασία όλων. Μερικές φορές θέλω να κάνω ένα βήμα πίσω. Εν τω μεταξύ, έκανα μια Τόσκα, για παράδειγμα, πριν από τρεις ή τέσσερις εβδομάδες στην Κοπεγχάγη, εκεί ήταν ένα καθαρά δικό μου σκηνικό και εδώ κάναμε κάτι άλλο. Ήταν επίσης ένα πείραμα για μένα, αλλά εξακολουθεί να έχει να κάνει με τη ζωγραφική όλη την ώρα. Εννοώ, ο ζωγραφισμένος ουρανός, αλλά και οι τοίχοι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να σκέφτομαι και να βλέπω τα πάντα μέσα από τα μάτια ενός ζωγράφου. Και όλα αυτά τα εφέ σκιών εδώ είναι λίγο πιο διακριτικά, θα έλεγα.

Τι σου αρέσει περισσότερο, να είσαι εικαστικός καλλιτέχνης, καλλιτέχνης γενικά ή σκηνογράφος;
Πάντα περιγράφω τον εαυτό μου ως ζωγράφο που ζωγραφίζει σε διαφορετικό πλαίσιο, οπότε μπορεί να είναι ζωγραφική σε γυάλινο κουτί. Μπορεί να είναι ζωγραφική σε μεγάλη κουρτίνα για μουσείο. Μπορεί να είναι ζωγραφική στη σκηνή για όπερα. Πάντα ζωγραφίζω κυρίως σε διαφανή μέσα, αλλά σε ένα πλαίσιο. Και το πλαίσιο είναι μερικές φορές κάτι που είναι εκτός του ελέγχου μου. Όπως οι περαστικοί σε έναν δρόμο που έρχονται αντιμέτωποι με ένα έργο τέχνης ή μια εγκατάσταση, ή τραγουδιστές σε μια σκηνή και φως ή ένα κοινό που αντανακλάται από έναν τεράστιο καθρέφτη. Στο αναφέρω αυτό γιατί υπάρχει ένας τεράστιος καθρέφτης στο σκηνικό που δημιουργεί μια οριζόντια γραμμή, σαν να διπλασιάζει τον ορίζοντα. Για μένα, λοιπόν, όλα έχουν να κάνουν με τη ζωγραφική, αλλά σε διαφορετικά πλαίσια. Συνήθως μου αρέσει να κάθομαι στο στούντιό μου να δημιουργώ και να σχεδιάζω αυτά τα διαφορετικά concept. Για να είμαι ειλικρινής, μερικές φορές μου αρέσει να έρχομαι σε μια όπερα και να δουλεύω με εκατοντάδες ανθρώπους και αυτό είναι επίσης τιμή για μένα, επειδή πρέπει να ασχοληθούν με τα σχέδιά μου. Αλλά αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μου αρέσει. Μου αρέσει πολύ να δημιουργώ και μερικές φορές μου αρέσει, όταν το σκηνικό είναι έτοιμο και αρχίζει η μουσική. Αυτό είναι κάτι που με ανυψώνει, γιατί δεν μπορώ να το πετύχω με τους δικούς μου πίνακες ή με μια έκθεση. Μια έκθεση είναι μόνο ατομική μα εδώ είναι 100 άνθρωποι συντελεστές, ορχήστρα. Πάντα το συγκρίνω με ένα τζάμπο τζετ που απογειώνεται και με όλους αυτούς τους άλλους ανθρώπους που δουλεύουν, αρχίζει πραγματικά να πετάει.
Ανήκεις στη νέα γενιά δημιουργών. Πώς οραματίζεστε το μέλλον της όπερας; Περισσότερα φώτα, περισσότερα οπτικά στοιχεία ή μια πιο κλασική προσέγγιση;
Αυτό εξαρτάται πραγματικά από το πού βρισκόμαστε. Εννοώ, το μέλλον της όπερας είναι πιθανώς εντελώς διαφορετικό στην Αθήνα από ό,τι, για παράδειγμα, στο Βερολίνο, όπου ζω. Στο Βερολίνο έχουμε δει πραγματικά τα πάντα. Έχουμε δει γυμνούς ανθρώπους στη σκηνή, έχουμε δει ως και ανθρώπους να ουρούν στη σκηνή. Πιστεύω λοιπόν ότι για την όπερα, δεν θέλω να ακουστεί πολύ συντηρητικό, αλλά η αίσθησή μου είναι ότι η νεότερη γενιά, οι νεότεροι άνθρωποι από μένα, δεν έχουν δει ποτέ έναν κλασικό Ντον Τζιοβάνι ή Φίγκαρο. Και οι παλιοί σκηνοθέτες, εξακολουθώ να συνεργάζομαι με μερικούς θρυλικούς Γερμανούς σκηνοθέτες όπερας που θαύμαζα πριν από 20 χρόνια, μα πολλοί θεατές δεν έχουν ακούσει ποτέ για αυτούς. Έτσι, όλη αυτή η παράδοση που είχαμε στην όπερα τη δεκαετία του ’80, με τις υπερ-κλασικές, ας τις πούμε παλιομοδίτικες παραγωγές, και μετά τη δεκαετία του ’80, τα κατέστρεψαν όλα και όλα ήταν ριζοσπαστικά και καινούργια, κάτι που ήταν απαραίτητο εκείνη την εποχή. Αυτό τελείωσε πριν από δέκα χρόνια, οπότε κανείς δεν μπορούσε να το δει πια και είπε, εντάξει, ακόμα και αυτό έγινε κατά κάποιον τρόπο συμβατικό, αφού το έχουμε δει χιλιάδες φορές. Δεν το είχαν αυτό, οπότε ένα τεράστιο κενό υπάρχει για τους νεότερους. Νομίζω λοιπόν ότι οι νεότεροι δεν γνωρίζουν τις παραδοσιακές παραγωγές, και οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν να δουν πια αυτά τα ψευδο-νέα πράγματα. Νομίζω λοιπόν ότι αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνουμε, και αυτός είναι ο στόχος μου, είναι να πούμε μια ιστορία, να τολμήσουμε να πούμε μια ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι με αυτά τα παλιά, σκονισμένα κοστούμια και σκηνικά. Μπορεί να είναι καινούργια, αλλά η όπερα δεν είναι το καλύτερο μέσο για μένα για avant garde πειραματισμούς. Μπορείς να πας σε μπιενάλε και σε εκθέσεις, και μπορείς να κάνεις τα πάντα εκεί. Αυτό που νομίζω ότι λείπει ακόμα, και υπάρχει μια τεράστια ανάγκη από το κοινό είναι το να πάρουν οι δημιουργοί το κείμενο και τη μουσική πιο σοβαρά από τον εαυτό τους. Να εμπιστευτούν το κείμενο και τη μουσική και να προσπαθήσουν να πουν πραγματικά μια ιστορία.

Σου άρεσε πάντα η όπερα ;
Πάντα! Πάντα ήμουν τρελά ερωτευμένος με την κλασική μουσική, μα για μένα ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι ήθελα να γίνω εικαστικός καλλιτέχνης.
Θυμάσαι τον εαυτό σου δηλαδή να πηγαίνεις στην όπερα από μικρό αγόρι και να απολαμβάνεις τις παραστάσεις;
Ναι, από 12 χρονών θυμάμαι που άκουσα Βάγκνερ. Όλοι νόμιζαν ότι ήμουν τρελός. Έμαθα πιάνο από τα έξι μου περίπου. Αυτό με βοήθησε να ασχοληθώ με την όπερα, το να διαβάζω το λιμπρέτο και τις νότες και να γνωρίζω την ιστορία της μουσικής. Αλλά δεν ήμουν ποτέ καλός στις παραστάσεις, στο να βγαίνω στη σκηνή. Είχαμε σχολικές συναυλίες που για μένα ήταν πάντα εφιάλτης. Ήμουν πολύ καλύτερος στο να προετοιμάζω τα πράγματα στο στούντιο μου ή στο σπίτι ή οπουδήποτε αλλού. Και μετά, όταν τελειώνει είμαι ευχαριστημένος που το παρουσίασα στο κοινό, και δεν είναι πια δική μου ευθύνη, αν εκείνη η βραδιά είναι επιτυχημένη ή όχι, ξέρεις, να πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος, να έχεις την προσοχή σου σε εκείνη τη στιγμή. Αυτό που απολαμβάνουν τόσο πολύ οι μουσικοί, οι καλοί μουσικοί, είναι και η αλληλεπίδραση με το κοινό τους. Και εγώ πάντα ήμουν τρομοκρατημένος.
Από την άλλη πλευρά, η δουλειά σου στέκει επι σκηνής όλη την ώρα. Περισσότερο κι από τους τραγουδιστές.
Απολύτως. Και αυτή είναι η μεγάλη ευθύνη, αλλά και η δύναμη που έχω. Η σκηνογραφία είναι επίσης πολύ πιο σημαντική για την όπερα από ό,τι για το θέατρο. Στο θέατρο μπορείς απλά να φτιάξεις ένα τραπέζι και αν έχεις πολύ καλούς ηθοποιούς κανείς δεν θα χάσει τίποτα. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με την όπερα. Χρειάζεσαι την οπτικοποίηση, αυτό ήταν πάντα συναρπαστικό. Και αυτό είναι επίσης ο συνδυασμός, ίσως της εκπαίδευσής μου, αυτού του είδους της μουσικής εκπαίδευσης, αλλά και αυτής της αγάπης για την αισθητική και τη ζωγραφική και όλα αυτά είναι όπως αυτά που βλέπουν οι άνθρωποι στη σκηνή. Αν είσαι πραγματικά καλός, θα ακούσουν διαφορετικά. Το έχω βιώσει ο ίδιος στο Βερολίνο, όταν ήμουν φοιτητής και δεν ήμουν συνηθισμένος στις σύγχρονες παραγωγές όπερας. Σκέφτηκα, εντάξει, είναι η Τραβιάτα του Βέρντι. Ξέρω τη μουσική και μετά υπήρχε αυτό το απίστευτα μοντέρνο και ριζοσπαστικό και όμορφο σκηνικό. Σκέφτηκα, πόσο μοντέρνος είναι ο Βέρντι; Έτσι, η μουσική γίνεται πιο σύγχρονη και πιο συγκινητική για σένα μέσω της ορατότητας του σκηνικού. Και επίσης και για τον σκηνοθέτη, το σκηνικό είναι απίστευτα σημαντικό.
Μου αρέσουν τα σκηνικά που φέρουν αυτή την ποπ κουλτούρα, είναι πιο φρέσκα στο μάτι μου. Δεν ανήκω στη γενιά που θέλει να βλέπει τις κλασικές εκδοχές. Προτιμώ να με μεταφέρουν σε έναν άλλο κόσμο κι όχι στην εποχή που γράφτηκαν μα στο παρόν.
Απολύτως. Ναι.


Ποια είναι η ιστορία της Τζοκόντα;
Το κορίτσι που χαμογελάει και γελάει πάντα. Είναι λοιπόν αυτό το άστεγο κορίτσι. Έχει μια τυφλή μητέρα που ζει επίσης στον δρόμο. Κάνουν καριέρα ως τραγουδίστριες, τις προσκαλούν σε πλούσια πάρτι να τραγουδούν για να βγάλουν λίγα χρήματα και να επιβιώσουν. Αλλά σε όλη την όπερα την παρενοχλούν και βασικά στο πραγματικό κείμενο είναι πάντα το θύμα. Τη μεταχειρίζεται άσχημα ο τενόρος Έντσο. Τη μεταχειρίζεται άσχημα ο μπάσος Iris. Και υπάρχει ο Μπάρναμπα, που είναι ένα είδος διαβολικού προσώπου που πάντα ήθελε να την αποκτήσει σεξουαλικά, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε. Είναι πραγματικά σαν τον Μεφίστο. Αν δεν μπορώ να την έχω εγώ, θα την στείλω στην κόλαση. Θα σκοτώσω τη μητέρα της και θα προσπαθήσω να σκοτώσω και αυτήν. Είναι πραγματικά πολύπλοκο, αλλά στο τέλος, συνήθως αυτοκτονεί. Είναι μια εξαιρετικά θλιβερή ιστορία. Και εκτός από αυτή την πολύ προσωπική τραγωδία της, υπάρχει στο τοπίο και η Βενετία, το Καρναβάλι, και έχουμε αυτές τις χορευτικές σκηνές με χορωδία. Αυτό το διασκεδαστικό πάρτι του καρναβαλιού, που το κάνει ακόμα πιο διαβολικό. Έχεις αυτή την αντίθεση μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας, που φυσικά είναι μια τεράστια παράδοση στην όπερα. Έχεις το τραγούδι και το μπαλέτο, που είναι επίσης μια τεράστια παράδοση στην όπερα, αλλά κάνει ακόμα και τον χορό να μην είναι πραγματικά αγνός. Δεν υπάρχουν αγνά συναισθήματα. Όλα φιλτράρονται μέσα από αυτή τη μελαγχολία, την κατάθλιψη και τη θλίψη και αυτό είναι ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της όπερας, νομίζω.
Αν ήταν ένας πίνακας δικός σου, πώς θα μπορούσε να απεικονιστεί; Σαν μια γυναίκα μπροστά και όταν ανάβουμε τα φώτα LED, αυτή εξαφανίζεται;
Ναι. Εξαφανίζεται σε αυτό, θα δεις αυτόν τον ατελείωτο ορίζοντα που είναι ζωγραφισμένος, σαν μια αναφορά σε έναν παλιό βενετσιάνικο δάσκαλο όπως ο Tiepolo ή κάτι τέτοιο. Και αντανακλάται σε αυτή τη θάλασσα, θα δείτε τη γραμμή της θάλασσας και το νερό που αντανακλάται, χάρη σ’ αυτό τον καθρέφτη που υπάρχει και αντανακλά. Για μένα ήταν πάντα αυτή η αιωνιότητα στο βάθος. Και μετά υπάρχουν διάφορα φίλτρα, οι τοίχοι που μπαίνουν, δημιουργώντας ρεαλιστικά δωμάτια και διαφορετικούς χώρους. Είναι σαν να εμποδίζουν, και ξέρεις το να εμποδίζουν μπορεί να σημαίνει επίσης ότι είναι ένα εθελοντικό εμπόδιο, όπως το ότι δεν θέλω να αντιμετωπίσω την αιωνιότητα ή τη θνητότητά μου. Έτσι, θα προσπαθήσω να μείνω ασφαλής μέσα στους τέσσερις τοίχους μου, στα μικρά δωμάτιά μου που μπορώ να δημιουργήσω και να ελέγχω, ενώ η θάλασσα, τα σύννεφα, ο ουρανός και ο ήλιος είναι ανεξέλεγκτα για μένα. Αυτή είναι η αιωνιότητα. Αυτός είναι ο παράδεισος ή η κόλαση. Και αυτή είναι για μένα η πολύ λεπτή ιστορία πίσω από αυτό το σκηνικό, το οποίο μπορείς να το αφομοιώσεις ως έναν κανονικό, ρεαλιστικό χώρο, αλλά έχει αυτά τα διαφορετικά επίπεδα, όπως και τα έργα μου, αλλά διαφορετικά από ένα φωτιστικό κουτί αυτή τη φορά.

Νιώθεις περήφανος για τον εαυτό σου, είσαι ευχαριστημένος με όλα όσα έχεις επιτύχει έως τώρα;
Μόλις χθες μιλούσα με κάποιον, με έναν φίλο, για αυτό. Στη Γερμανία χρησιμοποιούμε αυτό το ρητό, ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι ανθρώπου. Ο ένας τύπος λέει ότι το ποτήρι είναι μισογεμάτο και ο άλλος λέει ότι το ποτήρι είναι μισοάδειο.
Το έχουμε και εμείς εδώ στην Ελλάδα, προσωπικά πάντα βρίσκω το ποτήρι μισοάδειο.
Ναι, κι εγώ το ίδιο. Και αυτό ειδικά ως καλλιτέχνης, νομίζω ότι πάντα εστιάζεις σε αυτό που δεν έχεις πραγματικά επιτύχει. Ακόμα και αν η παράσταση, η όπερα, ό,τι κι αν είναι η παραγωγή, πήγε τόσο καλά όσο το είχα φανταστεί. Πάντα σκέφτομαι, τι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα την επόμενη φορά; Και αυτό ισχύει και για την καριέρα μου. Ναι, ίσως έχω πετύχει κάτι και υπάρχουν μερικά πράγματα για τα οποία είμαι περήφανος, όπως οι εκθέσεις σε μουσεία και οι παραγωγές. Και το να είμαι ένας καλλιτέχνης που ταξιδεύει διεθνώς είναι ίσως κάτι που δεν θα είχα ονειρευτεί ποτέ ότι θα γινόταν πραγματικότητα όταν ήμουν φοιτητής. Ειλικρινά, όταν ήμουν φοιτητής, είχα άλλα πράγματα να ανησυχώ, όπως το πώς θα επιβιώσω, πώς θα κάνω καριέρα. Τώρα έχω άλλα πράγματα να ανησυχώ, για παράδειγμα, πώς θα διατηρήσω ένα επίπεδο ποιότητας. Θα έχω δουλειά τα επόμενα πέντε χρόνια; Εννοώ, αυτό δεν τελειώνει ποτέ.
Οι πραγματικοί καλλιτέχνες που ζουν κι αναπνέουν για την τέχνη δεν είναι πιστεύω ποτέ ικανοποιημένοι.
Ναι, αλλά αυτό μπορεί να είναι και πολύ αλαζονικό, ξέρεις, αν το κάνεις αυτό ως concept για να κάνεις καλή δουλειά, δεν πρέπει να ικανοποιείσαι πολύ νωρίς, γιατί αυτό γίνεται και ένα τέχνασμα.
Και αυτό επίσης δεν είναι ικανοποίηση, είναι πάντα ένα τέχνασμα μια μανιέρα που κρύβεσαι πίσω από αυτή.
Ναι. Δεν το καταλαβαίνουμε και ακόμα και όταν το καταλαβαίνουμε, δεν το καταλαβαίνουμε αρκετά. Μερικές φορές έχω ευτυχισμένες στιγμές, όταν, για παράδειγμα, μια έκθεση εγκαθίσταται για πρώτη φορά, οι πίνακες κρέμονται και λέω, εντάξει, λειτουργεί, τότε έχω αυτή τη 1 ώρα ή 10 λεπτά, ή μερικές φορές για τον εαυτό μου, όπου είμαι πραγματικά ευτυχισμένος.
Σου εύχομαι πολλές ευτυχισμένες δημιουργικές στιγμές.
Το εύχομαι κι εγώ, για παράδειγμα, σε μια πρεμιέρα, δεν είμαι ποτέ ευτυχισμένος. Είναι πάντα μια κόλαση. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές αντιδράσεις. Πάντα δουλεύεις για εκείνη την πρεμιέρα, αλλά ποτέ δεν ικανοποιεί αυτό που νομίζεις, αυτό που θα πάρεις. Σαν να σε κατακλύζει ένα ανικανοποίητο αίσθημα. Έχεις κάτι στο μυαλό σου που δεν θα εκπληρωθεί ποτέ. Αλλά μετά, για παράδειγμα, μερικές φορές βλέπω δύο χρόνια μετά μια παραγωγή μου ή μια φωτογραφία ή μια δουλειά μου σε έναν κατάλογο και λέω, ουάου, αυτό ήταν πραγματικά καλό. Δεν μπορούσα να το νιώσω εκείνη τη στιγμή.
Κάλλιο αργά παρά ποτέ Φίλιπ.
Χτύπησε το κουδούνι, κατευθυνθήκαμε στην αίθουσα, εκείνος κάθισε πλάι στον σκηνοθέτη. Ο Φίλιπ ήταν πολύ ταπεινός στα λεγόμενα του, γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που σαν πέφτει το φως πάνω του αποκτά βάθος, πολλά επίπεδα και την ψευδαίσθηση ότι άλλοτε είσαι σε λιμάνι, άλλοτε μπρος από έναν ναό κι άλλοτε σε μια πλατεία της Βενετίας. Για να είμαι και ’γώ ειλικρινής, όπως ο Φίλιπ θα ήθελα εκείνος να είχε κάνει και τα κοστούμια για να δω όλη του την τέχνη μα όπως και εκείνος είπε δεν είναι ατομική υπόθεση η παραγωγή μιας όπερας που δεν πρέπει να μονοπωλεί μόνο ένας καλλιτέχνης. Και μιας που είπα καλλιτέχνης, μια ακουστική μαγεία έζησα σαν άκουσα τους λυρικούς τραγουδιστές. Ναι, η Τζοκόντα απαιτεί φωνές υψηλού βεληνεκούς που οι: Άννα Πιρότσι, Αλίσα Κολόσοβα, Ανίτα Ρατσβελισβίλι, Φραντσέσκο Πίο Γκαλάσσο, Τάσος Αποστόλου και φυσικά ο Δημήτρης Πλατανιάς το απογειώνουν ως ακουστικό ερέθισμα. Σκηνοθετικά έχει αυτή τη διαδοχή εικόνας και συναισθήματος, ενώ κρατήθηκα αρκετές στιγμές, γιατί στην αίθουσα άκουγα τους ψιθύρους από τους συντελεστές στον οργασμό της εργασίας τους για να πάνε όλα καλά, μα δυο στιγμές ήθελαν οι παλάμες μου να χτυπήσουν μεταξύ τους και να φωνάξω ένα μπράβο.

HIDDEN TRACKS:
– Η Τζοκόντα είναι μια όπερα σε τέσσερις πράξεις που τη μουσική έγραψε ο Αμίλκαρε Πονκιέλλι και την παρουσίασε το 1856 μα η μεγάλη επιτυχία ήρθε όταν το 1876 ανέβηκε στη Σκάλα του Μιλάνου. Έκτοτε ο συνθέτης έκανε παρεμβάσεις και η εκδοχή του 1880 έχει επικρατήσει έως σήμερα.
– Το κείμενο της Τζοκόντα βασίζεται στο θεατρικό έργο του Βίκτωρος Ουγκώ Άγγελος Τύραννος της Παδαούης.
– Στην Εθνική Λυρική Σκηνή στο Θέατρο Ολύμπια η Τζοκόντα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1959, μα σύμφωνα με πηγές είχε πρωτοανέβει στην Αθήνα το 1897, και αναφέρεται και στην Κέρκυρα μια παράσταση το 1905.
– Η Μαρία Κάλλας πρωτοερμήνευσε την Τζοκόντα το 1947 σε ηλικία 24 ετών και ήταν η πρώτη πλήρης όπερα που ηχογράφησε το 1952.
– Όσοι έχουμε δει τη Φαντασία της Disney έχουμε ακούσει λίγο Τζοκόντα, είναι ο Χορός των Ωρών, όπου κροκόδειλοι και ιπποποταμίνες χορεύουν.
– Τέλος εδώ μπορείτε να δείτε και τα εικαστικά έργα του Φίλιπ Φυρχόφερ στην προσωπική του ιστοσελίδα, γιατί είναι πραγματικά ξεχωριστά, ζωντανά και πολυεπίπεδα.

