Η παράσταση «Ουρανός απ’ άλλους τόπους – ρόδα στο μαντίλι» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά πέρσι το καλοκαίρι στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας, σε έναν ανοιχτό χώρο, με ελεύθερη είσοδο, στο πλαίσιο του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός». Και ο κόσμος το αγκάλιασε. Τώρα, στην Αθήνα, το στοίχημα διαφέρει. Η παράσταση γίνεται πιο πυκνή, ελαφρώς αναθεωρημένη – όχι ως προς το κείμενο, αλλά ως προς την ένταση της ακρόασης. Γιατί, όπως εξηγούν στη συζήτηση που κάναμε ο Περικλής Μουστάκης και η Δώρα Στυλιανέση, η αφετηρία δεν ήταν η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στη σκηνή. Ήταν η ανάγκη να ακουστεί μια φωνή. Η φωνή της Αλέξως. Μιας γυναίκας που διατρέχει έναν ολόκληρο αιώνα, κουβαλώντας μνήμη, τόπο και γλώσσα. Από εκεί ξεκινά η κουβέντα μας. Από το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου. Από τη γλώσσα. Και από το ερώτημα τι σημαίνει σήμερα να αναζητούμε τις ρίζες μας και να οδηγούμαστε από μια ιδέα.

Η γνωριμία με το βιβλίο και η απόφαση για τη σκηνή

Η σχέση τους με το έργο δεν ήταν τυχαία. Το μυθιστόρημα «Ουρανός απ άλλους τόπους – ρόδα στο μαντίλι» του Σωτήρη Δημητρίου, βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2022, αφηγείται έναν ολόκληρο τρόπο ύπαρξης, μια καθημερινότητα που γίνεται κοσμολογία με τρόπο συγκινητικό, βαθιά εσωτερικό – και αυτό δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο.  Το βιβλίο συγκροτείται από αυτόνομες ιστορίες που εκτείνονται από τα παιδικά χρόνια της Αλέξως έως τα εκατό της χρόνια.

Η Αλέξω -πρόσωπο υπαρκτό, η μητέρα του συγγραφέα- με λόγο ριζωμένο στη δημώδη ηπειρώτικη γλώσσα, μιλά ως φορέας μιας ζωντανής προφορικής μνήμης. Ο λόγος της, αν και διαμορφωμένος λογοτεχνικά από τον συγγραφέα, τραχύς και ποιητικός, γεμάτος χιούμορ, πίκρα, πίστη και μια αδιάκοπη απορία για τον κόσμο παραμένει αυθεντικός.

Στις σελίδες του βιβλίου, η απώλεια συνυπάρχει με τη δοξολογία. Το εφήμερο ακουμπά το αιώνιο. Και η γλώσσα -με τον πλούτο και τη μουσικότητά της- δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο αλλά τον δημιουργεί εκ νέου, με μεγάλη ποιητική δύναμη. Αυτός ήταν και ένας από τους βασικούς λόγους επιλογής του έργου από τον Περικλή Μουστάκη και τη Δώρα Στυλιανέση.

Η παράσταση εστιάζει σε ένα κεφάλαιο, το «Ρόδα στο μαντίλι», έκφραση που έχει προστεθεί λεκτικά και στον τίτλο του θεατρικού έργου. Ένα αυτοτελές αφήγημα, με τη φράση να εμφανίζεται προς το τέλος. «Το λέει κάποια στιγμή στο τέλος του κεφαλαίου η Αλέξω: “Τώρα βλέπω ότι έχουν οι γονέοι τις κοπέλες ρόδα στο μαντήλι και μου χαίρεται η καρδιά· είναι παιδί, είναι ζωή, είναι ζωή στον απάνω κόσμο”. Το “ρόδα στο μαντήλι” δεν είναι μόνο μια ποιητική φράση. Έχει και κυριολεκτική σημασία. Πράγματι, έβαζαν ρόδα στα μαντήλια των κοριτσιών – όχι των αγοριών. Αλλά η φράση ξεπερνά το έθιμο. Όταν λέει “να ’ναι παιδί”, δεν έχει σημασία αν είναι αγόρι ή κορίτσι· σημασία έχει να υπάρχει ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο. Και ταυτόχρονα υπαινίσσεται ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος. Ο απάνω κόσμος», θα μου πει ο Περικλής Μουστάκης.

Δεν πρόκειται για διασκευή με την έννοια της δραματουργικής ανασύνθεσης. Το κείμενο παραμένει αυτούσιο. Η γλώσσα –δημώδης, ηπειρωτική, βαθιά μουσική– δεν έχει απλοποιηθεί ούτε μεταφραστεί για να μοιάζει σύγχρονη, παρά τις όποιες δυσκολίες. Γιατί, όπως επισημαίνουν, η αρχική αίσθηση δυσκολίας ξεπερνιέται σχεδόν αμέσως. Η γλώσσα μπορεί να φάνηκε αρχικά απαιτητική. Υπήρχαν σημεία δύσκολα, λέξεις άγνωστες. Όμως καμία δεν στάθηκε εμπόδιο. Ακόμη κι αν κάποια λέξη δεν είναι κατανοητή, το νόημα ήταν αντιληπτό. Η μουσικότητα των λέξεων μπορεί να παρασύρει και τελικά ο λόγος να αποκτήσει ρυθμό.

«Το φοβερό είναι ότι όταν διάβασα το κείμενο, δυσκολεύτηκα στην αρχή αλλά όχι με τρόπο που να με απομακρύνει. Αντίθετα με έβαλε μέσα», παραδέχεται η Δώρα Στυλιανέση. «Σιγά σιγά εξοικειώθηκα. Το συνήθισα. Τώρα πια, όταν το διαβάζω, είναι σαν κάτι απολύτως φυσικό. Όχι μόνο το κομμάτι του έργου αλλά όλο το βιβλίο». Kαι συνεχίζει πως «όλοι ρωτούν πώς μαθαίνεις τόσα λόγια. Αυτό είναι το λιγότερο», λέει. Η ουσία ήταν να μπορέσει να μιλήσει αυτόν τον λόγο. Να τον κατακτήσει ρυθμικά, σωματικά, ουσιαστικά. Σε απόλυτη συνομιλία με τον Περικλή Μουστάκη, που η έμφαση της δουλειάς του είναι η άσκηση πάνω στη λέξη, η αφετηρία ήταν η δομή του λόγου. Ο λόγος δεν αντιμετωπίζεται ως πληροφορία αλλά ως ήχος. «Αναζητούμε την ιδέα του ήχου», λέει. Όταν ο ήχος βρεθεί, το νόημα γίνεται ακέραιο. Η λέξη αποκτά βάρος. Ξεφεύγει από την τοξικότητα της καθημερινής χρήσης και τρυπά το υποσυνείδητο.

Αθηναία η ίδια, χωρίς καμία προσωπική σύνδεση με την Ήπειρο, βρέθηκε μπροστά σε μια απρόσμενη συγκίνηση. «Διαβάζοντάς το ξανά και ξανά για να το μάθω, μου δημιουργήθηκε μια αδιανόητη συγκίνηση. Και αυτό ήταν συγκλονιστικό. Δεν έχω σχέση με αυτές τις περιοχές κι όμως κάτι μέσα μου αναγνώριζε αυτόν τον κόσμο». Και αυτό που λέει δεν εμπεριέχει κάποια ρομαντική ή νοσταλγική ιδέα. «Δεν το λέω καθόλου εθνικιστικά», διευκρινίζει. «Αλλά νομίζω ότι κάτι χτυπάει στο θυμικό μας. Κάτι βαθύ, που έχει να κάνει με το παρελθόν που κουβαλάμε». Η ηπειρωτική ρίζα του έργου μοιάζει με μια εσωτερική γεωγραφία. Ξεπερνά οποιαδήποτε φολκλορική ερμηνεία και εστιάζει στη βιωματική μας σχέση με τη γλώσσα. «Έτυχε να γεννηθούμε σε αυτόν τον τόπο. Από τη στιγμή που έτυχε, καλούμαστε να επικοινωνήσουμε με το παρελθόν αυτού του τόπου. Και επειδή αυτός ο τόπος ανήκει στην Ευρώπη, καλούμαστε να επικοινωνήσουμε και με το παρελθόν της Ευρώπης. Και επειδή η Ευρώπη ανήκει στη γη, καλούμαστε να επικοινωνήσουμε με όλη την ιστορία. Αλλά ξεκινάς από το οικείο σου. Από τη βάση σου. Από τον τόπο σου. Είμαστε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Μιλάμε την ίδια γλώσσα. Αυτή είναι η βάση μας», θα προσθέσει εδώ ο Περικλής Μουστάκης.

Φέρνει μια ιστορία ως παράδειγμα: μια Γαλλίδα που έψαχνε την προσωπική της αλήθεια και ταξίδεψε στην Ινδία, σε δασκάλους και γκουρού. Στο τέλος, ο δάσκαλος τη ρώτησε: «Από πού είσαι;» – «Από το Παρίσι». «Γύρνα πίσω και προσκύνα την Παναγία σου», της είπε. «Αρχίζεις από το οικείο για να πας στο ανοίκειο».

Σήμερα, επισημαίνει, ο λόγος -που είναι το “είναι” του ανθρώπου-, έχει κατακερματιστεί. «Δεν υπάρχει υπαρξιακό βάθος. Στην καθημερινή ομιλία, σε μία πρόταση μπορεί να συνυπάρχουν δύο ξένες λέξεις. Η παράσταση, δεν μένει αμέτοχη απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Υπάρχουν στιγμές «προκλητικές», όπου η σύγκρουση ανάμεσα στη δημώδη ντοπιολαλιά και τον αστικό λόγο γίνεται σχόλιο. Η εγκατάλειψη των χωριών, η απαξίωση της καταγωγής, η ντροπή να δηλώσει κανείς από πού προέρχεται, όλα αυτά διαπερνούν τον σύγχρονο ψυχισμό. Την ίδια στιγμή, νέοι άνθρωποι επιστρέφουν σε μουσικές παραδόσεις και πολιτιστικές δράσεις, όμως αυτό το ρεύμα παραμένει μικρό».

Η Αλέξω ως μια αρχετυπική μορφή

Για τον Περικλή Μουστάκη, η Αλέξω δεν είναι ένα ηθογραφικό ή ψυχολογικό πρόσωπο. «Είναι ένα πρόσωπο που συνδιαλέγεται με τον κόσμο. Είναι ένα αρχέγονο σχήμα. Γυναίκα με Γ κεφαλαίο. Μητέρα με Μ κεφαλαίο. Ένα αρχέτυπο που ξεπερνά τον συγκεκριμένο τόπο και γίνεται οικουμενικό».

Αυτό που τον εντυπωσιάζει και τον συγκινεί είναι ο διαρκής θαυμασμός της για τα πάντα, για όλα όσα την περιβάλλουν, για όλα όσα βλέπει, μυρίζει, ακουμπάει και νιώθει. «Την θαυμάζεις συνέχεια. Είναι ανατριχιαστικό. Στα εκατό της χρόνια, συνεχίζει να θαυμάζει. “Ω ρε κόσμε”, επαναλαμβάνει. Σαν ένα πουλί που κελαηδά αδιάκοπα. Ζητά “δυο μέτρα χώμα”. Όχι απλώς για να ταφεί. Αλλά για να φυτέψει. Να βάλει σπόρο, να κρατήσει τον σπόρο για του χρόνου. Το χώμα είναι μήτρα και επιστροφή. Από εκεί προερχόμαστε, εκεί καταλήγουμε. Είναι η σύμπλευση του εφήμερου με το αιώνιο», συνεχίζει.

Η Αλέξω μιλά με απορία. Με περιέργεια. Με εκείνο τον “μέγα θαυμασμό” που, όπως λέει, θυμίζει μια ρομαντική στάση απέναντι στη ζωή, μια στάση που σήμερα μοιάζει να λείπει. Για τον ίδιο, αυτή η απώλεια του θαυμασμού είναι βαθιά παιδευτική κρίση. Δεν αφορά μόνο το θέατρο. Αφορά τον τρόπο που μεγαλώνουμε, που εκπαιδευόμαστε, που στεκόμαστε απέναντι στον κόσμο σήμερα όλοι μας. Η Αλέξω, αντίθετα, στέκεται ανοιχτή. Δεν περιγράφει απλώς γεγονότα. Ζει μέσα σε αυτά με επίγνωση και απορία.

Ωστόσο, η Αλέξω δεν περιγράφει μήτε αφηγείται γεγονότα. Ο Περικλής Μουστάκης απορρίπτει εξαρχής την έννοια της αναπαράστασης. Η αφετηρία της παράστασης, δεν ήταν να “ανέβει” ένα μυθιστόρημα στη σκηνή. «Ήταν η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος να ακουστεί μια φωνή». «Δεν κάνουμε αναπαράσταση γεγονότων. Πρόκειται για μια επίμονη προσπάθεια να διατηρηθεί κάτι. Και αυτό το κάτι, για μένα, είναι με κεφαλαία γράμματα. Είναι το άρρητο που διαρκώς ξεφεύγει».

O υπαρξιακός πυρήνας του έργου

Πίσω από τη γλώσσα, τον τόπο και τη μνήμη, αναδύεται ο υπαρξιακός πυρήνας του έργου που δεν είναι άλλος από την απώλεια, την επίγνωση, την πνευματικότητα, τη δημιουργική εργασία, τα γηρατειά και τελικά τον θάνατο. Η Αλέξω είναι μια μορφή που διατρέχει ολόκληρο τον 20ό αιώνα, με πολέμους, κακουχίες και την απουσία των αντρών, όπου οι γυναίκες «κρατούν» τον κόσμο με σκληρότητα αλλά και δημιουργική ευθύνη. Δούλευαν για να ζήσουν την οικογένεια. «Τότε η δουλειά είχε άλλο νόημα. Όταν λέω “δουλεύω”, το εννοώ δημιουργικά. Είναι στο χέρι μου να δουλέψω δημιουργικά. Να το απολαμβάνω. Με κόπο, με ιδρώτα  αλλά με αποστολή. Τότε έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν τα παιδιά τους. Κι όταν η εργασία γίνεται δημιουργική, συνδέεται με την ελευθερία. Για μένα η ελευθερία είναι συνυφασμένη με τη δημιουργική εργασία. Καλλιτέχνης μπορεί να είναι και ο καθαριστής, αν κάνει τη δουλειά του με συνείδηση. Έχω στο μυαλό μου την ταινία με τον καθαριστή τουαλετών – ο άνθρωπος καθάριζε με μια καλλιτεχνική αφοσίωση, με ευτυχία. Το ένιωθε ως αποστολή, ως χρέος. Αυτό είναι πνευματικότητα. Είναι το πώς προετοιμάζομαι. Η καθαρίστρια λοιπόν στη δραματική σχολή, όταν σκουπίζει, δεν σκέφτεται τα προβλήματά της. Σκέφτεται: “Να το κάνω καλά, για να έρθουν τα παιδιά να κάνουν μάθημα”. Αυτό είναι πνευματικότητα. Κι όμως, η λέξη σήμερα έχει φθαρεί. Μιλάμε για πνευματική προετοιμασία στον αθλητισμό, αλλά δεν εννοούμε τη συγκέντρωση, τη συνείδηση, την ευθύνη απέναντι σε αυτό που κάνεις. Εκεί έχουμε ξεφύγει. Και γι’ αυτό λέω ότι έχουμε πάρα πολλά να ξαναμάθουμε», μοιράζεται ο Περικλής Μουστάκης.

Η Αλέξω καταλήγει σε μια ευχή: «Καλά γεράματα και καλό θάνατο». Η ευχή αυτή που ακούγεται από τα χείλη της δεν είναι μοιρολατρική αλλά συνδέεται με μια βαθιά επίγνωση του θανάτου που μοιάζει να φωτίζει τη ζωή συνδέοντάς την με το αιώνιο. «Πότε ακούμε σήμερα τη λέξη «θάνατος» να προφέρεται τόσο φυσικά; Η επίγνωση του θανάτου εδώ δεν είναι σκοτεινή. Μοιάζει σαν να έχει νικήσει τον θάνατο. Όταν θαυμάζεις, ο θάνατος σε ανασταίνει», λέει ο Περικλής Μουστάκης.

Και το γήρας, η τρίτη ηλικία, εδώ, βρίσκει χώρο έκφρασης. «Τα γηρατειά είναι λίγο υποτιμημένα», συμπληρώνει η Δώρα. «Υπάρχουν ρατσιστικές εκφάνσεις απέναντι στην ηλικία. Παλιά έβλεπες έναν πενηντάρη και του έλεγες “γεια σου παππού”. Υπάρχει μια υποτίμηση. Κι όμως, τα γηρατειά κουβαλάνε κάτι. Κουβαλάνε εμπειρία, χρόνο. Και πόσο μάλλον σήμερα, που παρατείνεται ο μέσος όρος ζωής. Είναι ένα τεράστιο θέμα. Οι γονείς μας, οι παππούδες μας – όσοι τους έχουμε – δεν είναι περιθώριο. Είναι φορείς ζωής». Θυμάται έναν διάλογο της «Αλέξως» με μια φίλη της: Δεν τελειώνει τώρα. Τώρα αρχίζει για μας. Θα χορτάσουμε χώμα. Αυτό με συγκλονίζει», λέει. «Ότι στα γηρατειά δεν υπάρχει μόνο τέλος. Υπάρχει και μια αρχή».

Στην Αλέξω, όλα αυτά συνυπάρχουν· η συνείδηση του θανάτου, η χαρά της δημιουργίας, η ευθύνη απέναντι στη ζωή. Και αυτό, τελικά, είναι το βαθύτερα υπαρξιακό στοίχημα της παράστασης.

Το στοίχημα για τον θεατή

«Θα ήθελα ο θεατής να φεύγει και να σκέφτεται. Να σκέφτεται την Αλέξω. Να έχει συγκινηθεί από κάποια νοήματα. Γιατί τα νοήματα μετακινούν ανθρώπους. Στη σκηνή, ένα σώμα, ένας τρόπος ομιλίας, ένα πρόσωπο, αυτό με συγκινεί πρώτα. Και μετά έρχεται το νόημα. Είναι ένας συνδυασμός. Αλλά σαφώς η ιδέα καθορίζει τη μορφή. Η ιδέα καθορίζει τον τρόπο που μιλάω, που στέκομαι, που ντύνομαι. Σήμερα η ιδέα περιορίζεται στο πώς θα επιβιώσω καταναλώνοντας. Όχι πώς θα ζήσω. Το “ευ ζην” έχει καταντήσει πώς θα τη βγάλω καθαρή. Κι όμως, τον 20ό αιώνα, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τις αναταραχές στον κόσμο και τη γέννηση των καλλιτεχνικών κινημάτων, ο άνθρωπος υποκινούνταν και πέθαινε για μία ιδέα… Πίστευε. Τώρα υπάρχει μια ψευδής ελευθερία, ένας πλουραλισμός δυνατοτήτων. Και τελικά η πιθανότητα χάνεται γιατί περιέχει ρίσκο. Δεν ρισκάρουμε πια. Θέλουμε απόλυτη βεβαιότητα. Όλα εύκολα. Όλα έτοιμα. Δεν μένει τίποτα. Εγώ κυνηγάω αυτή την πιθανότητα. Γιατί μέσα από την αντιξοότητα γεννιέται κάτι αληθινό. Όχι μέσα από την ευκολία».

Πριν τους αποχαιρετήσω αναρωτιέμαι αν σήμερα υπάρχουν μορφές όπως η Αλέξω. «Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει σήμερα μια Αλέξω εκατό ετών. Με ενδιαφέρει αν υπάρχει πυρήνας. Οι εποχές αλλάζουν, τα ιδανικά αλλάζουν, οι συνθήκες αλλάζουν. Αλλά υπάρχει ένα άρρητο κάτι που δεν τυποποιείται. Από αυτόν τον πυρήνα πρέπει να πάρουμε κάτι. Τι κρατάω από αυτό το σύνολο; Τι μνήμη κρατάω ώστε να μου είναι ζωοποιός αυτή η μνήμη για το τώρα; Πώς επικοινωνώ με το παρελθόν; Θέλω να βγάλω ρίζες. Αν δεν υπάρχουν ρίζες, ο άνθρωπος λατρεύει είδωλα. Γίνεται ειδωλολάτρης. Οι ρίζες είναι οι προπάτορές μου. Κι εμείς σήμερα δυστυχώς είμαστε αποκομμένοι από το παρελθόν. Ανιστόρητοι. Ξεχνάμε πως υπάρχουμε μέσα σε μια συνέχεια».

Info παράστασης:

Ουρανός απ’ άλλους τόπους – ρόδα στο μαντίλι | Θέατρο Φούρνος