Στην έκθεση του εικαστικού Νικόλα Βεντουράκη με τίτλο “Refinements / Βελτιώσεις” στην Callirrhoë θα συναντήσεις μεγάλα και μικρά έργα που όλα αποτυπώνουν εξονυχιστικά την υφή, τα χρώματα και την υλικότητα των αντικειμένων, όπως ο ίδιος τα βίωσε καθημερινά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτου στην Καλλιθέα και το οποίο είναι εξειδικευμένο στα οχήματα Alfa Romeo. Το συγκεκριμένο συνεργείο δεν είναι τυχαίο για τη ζωή του ίδιου του καλλιτέχνη, αλλά είναι το συνεργείο του Ηλία που οδεύει προς κλείσιμο και στο οποίο πήγαινε από πολύ μικρός ο Νικόλας Βεντουράκης μαζί με τον πατέρα του για να «φροντίσουν» το δικό του αμάξι, που τελικά κάποια στιγμή πέρασε και στα δικά του χέρια. Ο εικαστικός με εξειδίκευση στο μέσο της φωτογραφίας με ξεναγεί στην έκθεση Refinements / Βελτιώσεις και από την πρώτη ήδη κουβέντα του γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο «παιδεύει» κι εργάζεται στη ματιά των έργων του, μου εξηγεί την αναλογική διαδικασία που ακολούθησε σε αυτό το εικαστικό πρότζεκτ αναλύοντας το κάθε σημείο της, τον λόγο επιλογής της, τον τρόπο που θέλησε να αποτυπώσει τα πράγματα ενώ μοιράζεται αυτά που τον απασχολούν στο έργο του: την υλικότητα που έχουν τα εργαλεία, την πάλη του καινούργιου και του παλιού.

Η αρχή της προσέγγισης, το συνεργείο του Ηλία ως προσωπικό βίωμα και η «πατέντα» που χάνεται
Ο Νικόλας Βεντουράκης με αφορμή και την προσωπική σχέση με το συνεργείο του Ηλία μιλάει για το σημείο εκκίνησης που προσεγγίζει τα θέματα στα έργα του ενώ με την ξεκάθαρη διευκρίνιση ότι δεν έρχεται από την πλευρά του τεχνοφοβικού παρατηρεί πώς έχει χαθεί η «πατέντα»:
«Όλες οι δουλειές είναι προσωπικές, δηλαδή όλες ξεκινούν από μια προσωπική σχέση την οποία έχω με τα πράγματα τα οποία δείχνω. Όμως δεν με απασχολεί τόσο το αυτοβιογραφικό ή το να είναι 100% προσωπικές ιστορίες. Ξεκινάει από εκεί, γιατί από αυτό το σημείο μπορώ να το προσεγγίσω και να έχει προσωπικό ενδιαφέρον. Κάποια ιδέα ας πούμε, μπορεί να είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά να μην έχει ενδιαφέρον για μένα, οπότε δεν θα δημιουργήσω πάνω σε αυτήν. Eίναι κάποια σύνδεση, η οποία με κρατάει και μου δημιουργεί και τις επιπλέον ιδέες, οι οποίες έρχονται όσο δουλεύεις. Έχω βέβαια μια τάση να μην δουλεύω όταν έρχεται η ώρα να γίνει ένα πρότζεκτ, σε κάτι το οποίο μόλις έχω συναντήσει. Δηλαδή μπορεί να ξαναδουλέψω αυτή την ιδέα χρόνια μετά, αλλά, παίρνει ένα διάστημα ώστε να έχω και εγώ μια επαφή με αυτό το οποίο βλέπω, και η οποία έχει δημιουργηθεί από κάποιου είδους τριβή.


Στο συνεργείο του Ηλία πηγαίνω εκεί από τότε που με θυμάμαι, γιατί ο πατέρας μου, όταν άνοιξε ο Ηλίας το συνεργείο ήταν από τους πρώτους πρώτους πελάτες του, είχε μια Alfa Romeo τότε και αυτός και ο θείος μου. Οπότε ως παιδί κατά καιρούς, μπορεί να ήμουν μαζί του, όταν πήγαινε να αφήσει το αμάξι. Μετά μεγάλωνα σιγά σιγά, πήρε το επόμενό του αμάξι, που είναι το δικό μου αμάξι από όταν άρχισα να οδηγώ το ’99 – 2000 και αυτό που έχω ακόμα. Πηγαίναμε λοιπόν στον Ηλία να το φτιάξει και μετά έκανα και εγώ το ίδιο. Μέσα στα χρόνια και τα αδέρφια μου πηγαίνουν σε αυτό το συνεργείο, είναι και κοντά στην περιοχή που μεγαλώσαμε, οπότε ήταν μια πολύ εύκολη πρόσβαση. Μπορείς να πεταχτείς ακόμα και για να πεις ότι κάτι μικρό έχει χαλάσει, ήταν αυτή η σχέση, η οποία όμως είναι και πολύ πιο οργανική. Είχα λοιπόν την άποψη του χώρου ως παιδί, πώς μου φαίνονταν όλα τεράστια, πώς πάλιωναν τα πράγματα τα οποία γυάλιζαν τότε πάρα πολύ, πώς μεγάλωναν τα ανταλλακτικά…
Είναι αυτό που κάποτε υπήρξε καινούργιο και ήταν η εικόνα της εποχής του, π.χ τα ‘80s που τα έχουμε ζήσει ως παιδιά, τα βλέπουμε τώρα και έχουμε αυτή τη νοσταλγία. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα το μέλλον που ζήσαμε μετά, οπότε είναι ο συνδυασμός της ανάμνησης τού να είναι ένα συνεργείο, το οποίο συνέχεια φτιάχνει καινούργια αυτοκίνητα, που σιγά σιγά όμως εξελίχθηκε σε ένα συνεργείο που στην ουσία φτιάχνει αντίκες, και αμάξια τα οποία είναι υπό κατάρρευση. Όχι ότι δεν φτιάχνουν και σύγχρονα αυτοκίνητα, αλλά έχει αλλάξει τελείως το επάγγελμα, γιατί τα μεγάλα εργοστάσια, δεν τα πολυ-θέλουν τα ανεξάρτητα συνεργεία πλέον και τα καινούρια αμάξια είναι «υπολογιστές». Έχει χαθεί αρκετά μεγάλο κομμάτι αυτής της διαδικασίας της «πατέντας». Το να φτιαχτεί κάτι, οπότε δεν υπάρχει και η άμεση σχέση με το αυτοκίνητο.

Το συνεργείο του Ηλία οδεύει προς κλείσιμο. Ο Ηλίας κοντεύει τα 80. Ο Χρήστος που είναι ο νεαρός μάστορας κοντεύει τα 60. Δεν υπήρξε η διάδοχη κατάσταση, γιατί και είναι μια δύσκολη δουλειά, ήταν και τα πέντε χρόνια της πανδημίας που έπαιξαν τον ρόλο τους και προσωπικά υπάρχει αυτή η απώλεια όλης αυτής της γνώσης, η οποία δεν έχει μεταλαμπαδευτεί, δεν έχει περάσει σε κάποιον. Δεν υπάρχει κάποιος ο οποίος μπορεί να τα φτιάξει αυτά τα παλιά αμάξια.
Εγώ είχα τον πρώτο μου υπολογιστή το 1984. Δηλαδή έχω άμεση επαφή με τους υπολογιστές, με την τεχνολογία, είχα internet το 1995 -96, οπότε δεν έρχομαι από την πλευρά του τεχνοφοβικού, που πιστεύει ότι όλα τα αναλογικά είναι καλύτερα, καμία σχέση. Όμως την ίδια στιγμή παρατηρώ ότι χάνεται ας πούμε αυτή η σχέση που έχει με το αυτοκίνητο ο Ηλίας μέσα στα χρόνια, που κάποια στιγμή με την αφή, κάποια στιγμή ξέροντας το αμάξι μέσα σε τριάντα χρόνια… κάτι θα «ακούσει»… πλέον στα μεγάλα συνεργεία κάθε φορά είναι διαφορετικός τεχνικός, βλέπουν απλώς την καρτέλα του και χρειάζεται να εξηγείς ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα…
Παρατηρώ το τετράφυλλο τριφύλλι πάνω στο κόκκινο αυτοκίνητο της φωτογραφίας και η συζήτηση πηγαίνει και στον συμβολισμό ειδικά της συγκεκριμένης μάρκας της Alfa Romeo, για την οποία ο καλλιτέχνης αναφέρει: «Συγκεκριμένα την Ελλάδα η Alfa Romeo έχει μια πάρα πολύ ιδιαίτερη παρουσία που δεν έχει σε άλλες χώρες. Δηλαδή τη δεκαετία του ’80, ’90, το 2000 ήταν πάρα πολύ έντονη η επιθυμία σε κόσμο να έχει Alfa Romeo. Εκτός Ιταλίας έχω την εντύπωση ότι είμαστε από τις ελάχιστες χώρες που έχει τόσο έντονη παρουσία και παντού συνεργεία. Δηλαδή στη Χαμοστέρνας έχει πέντε συνεργεία που εξειδικεύονται στην Ελλάδα. Έχει ένα συμβολισμό μιας γενιάς. Και υπήρχε ένας διαχωρισμός: είναι αυτοί που είτε ήθελαν τα γερμανικά αμάξια είτε αυτοί που ήθελαν τα ιταλικά. Και υπήρχε αυτή η πολύ έντονη παρουσία της. Οπότε είναι όλοι αυτοί οι οδηγοί που είναι 60, 70, 80 χρονών και φέρνουν ακόμα τα αμάξια τους στο συνεργείο και κάπως υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι σβήνουν όλοι μαζί προχωρώντας. Δεν είναι πολλοί οι νεότεροι οδηγοί που φέρνουν το αμάξι σε ένα τέτοιο συνεργείο».

Η υλικότητα των εργαλείων και οι «βελτιώσεις»
«Ένα συνεργείο είναι ύμνος στην υλικότητα», μοιράζεται ο Νικόλας Βεντουράκης «και νομίζω ότι είναι από τα λίγα μέρη και το λέω αυτό γιατί τώρα το παρατήρησα κι εγώ, που όντως βλέπεις τα πράγματα να παλιώνουν. Δηλαδή πηγαίνεις εκεί με καινούργιο αμάξι και δεκαπέντε χρόνια μετά που πηγαίνεις στο ίδιο συνεργείο, το αμάξι πλέον είναι παλιό, αλλά δεν έχουμε πολλά άλλα μέρη όπου τα αντικείμενα εκτός από το σπίτι μας, πχ που παλιώνει κάτι μέσα σε αυτό, στο οποίο βλέπουμε κυριολεκτικά το πέρασμα του χρόνου, τα πλαστικά να σπάνε, να φεύγει το χρώμα, να φαίνεται παλιό, όταν όλα τ’ αμάξια γύρω του πλέον είναι καινούργια. Και κάπως το συνειδητοποίησα μέσα σε αυτό τον χώρο».
Ο Νικόλας Βεντουράκης μου δείχνει τα έργα στα οποία έχει φωτογραφίσει τα γαλλικά κλειδιά του συνεργείου και αναφέρει σχετικά: «Με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτή η υλικότητα που έχουν τα εργαλεία, η πάλη του καινούργιου και του παλιού. Εδώ βλέπεις όλα τα χρόνια που έχει περάσει αυτό το εργαλείο, έχει φτιάξει π.χ. 200 αυτοκίνητα και ως τεχνολογία αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ είναι ότι έχει φτάσει στο πικ του. Δεν έχει αλλάξει μορφή αυτό το εργαλείο εδώ και 100 χρόνια, ας πούμε. Όλοι ξέρουμε ότι το γαλλικό κλειδί είναι “αυτό”. Και δύσκολα θα φτιαχτεί κάτι το οποίο είναι καλύτερο.
Αλλά την ίδια στιγμή αυτό που με ενδιέφερε είναι ότι στο συνεργείο εκτός από τις επισκευές φτιάχνανε και αναρτήσεις για τις βελτιώσεις. Η εταιρία είναι σε δύο επίπεδα. Είναι το συνεργείο και αυτό που φτιάχνει parts ή δουλεύει για κάτι το οποίο και αυτό χάνεται πάρα πολύ. Παράλληλα είναι και όλη αυτή η ιδέα ότι τα πράγματα δεν είναι blackbox, αλλά έρχεσαι και μπορείς να το κάνεις λίγο καλύτερα. Να κάνεις μια βελτίωση όμως, που πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που κάνεις. Εκεί έρχεσαι και μπορείς να το “σπάσεις” στη διαδικασία. Αλλά και αυτή τη στιγμή υπάρχει μια τάση για το ακριβώς ανάποδο. Να θέλουμε κατευθείαν το αποτέλεσμα. Δηλαδή και με το chatGPT και με το AΙ πηγαίνουμε κατευθείαν στο “εγώ θέλω το αποτέλεσμα”. Όταν φτάνεις κατευθείαν στο αποτέλεσμα όμως δεν μπορείς να το βελτιώσεις. Δεν γνωρίζεις τη διαδικασία. Τι χρειάζεται; Πώς μπορείς να το πειράξεις; Μένεις έρμαιο και ως ένα σημείο το ένιωθα και εγώ αυτό όταν πήγαινα στο συνεργείο, δεν είχα ιδέα τι έκαναν στο αμάξι, απλά τους έβλεπα να το φτιάχνουν».

«Πρώτα απ’ όλα το ίδιο το μέσο με καθοδηγεί»
Η διαδρομή της δημιουργίας των έργων της έκθεσης και η φωτογραφική διαδικασία ξεκίνησε από τον Ιούνιο και κράτησε μέχρι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Ο Νικόλας Βεντουράκης πήγαινε καθημερινά στο συνεργείο του Ηλία βιώνοντας τον ρυθμό του και με την κάμερα σταθερή στο τρίποδό της για το συγκεκριμένο εικαστικό project επέλεξε την αναλογική φωτογραφία με το ίδιο το μέσο να τον καθοδηγεί:
«Η διαδικασία είναι αναλογική και είναι μεγάλο φορμά φιλμ, τα οποία είναι πλάκες ουσιαστικά. Αυτά δεν εμφανίζονται στην Ελλάδα, οπότε πρέπει να τα εμφανίζω ο ίδιος. Τώρα δεν υπάρχουν πλέον εργαστήρια στην Ελλάδα που να μπορούν να εμφανίσουν τέτοια φιλμ και επίσης δεν μπορώ να τα στέλνω στα εργαστήρια με τα οποία δουλεύω στην Αγγλία.
Πρώτα απ’ όλα το ίδιο το μέσο με καθοδηγεί. Δεν μπορείς να δουλέψεις γρήγορα με μεγάλη φόρμα φιλμ. Και δεν μπορείς να είσαι σπάταλος, εκτός αν έχεις άπειρα resources. Αλλά σε δεύτερο επίπεδο ήταν και γιατί έπρεπε να επαναπροσεγγίσω τη σχέση μου με τον χώρο, γιατί πλέον περιφερόμουν και πέρναγα πολλές ώρες. Καθόμουν και άκουγα το συνεργείο να δουλεύει, δηλαδή μπαίνεις και λίγο στον ρυθμό της καθημερινότητας του χώρου, για τον οποίο δεν είχα αυτή την εμπειρία.
Με ενδιαφέρει η υφή την οποία έχει είναι εικαστικό πρότζεκτ. Η επιλογή της αναλογικής φωτογραφίας ήταν και για την καταγραφή και για τη λεπτομέρεια και για το χρώμα, τα οποία χρειαζόμουν να είναι συγκεκριμένου τύπου. Ένα κομμάτι το οποίο χάνεται και αποφάσισα μετά από πολλά χρόνια να το ξαναπιάσω, είναι τα handprints. Δηλαδή όλα είναι στον σκοτεινό θάλαμο τυπωμένα, οπότε είναι κατευθείαν από το φιλμ πάνω σε φωτογραφικό χαρτί με την κλασική αναλογική διαδικασία. Άμα δεις από κοντά έχουν αυτή την υφή του τελείως αναλογικού. (μου δείχνει κάποια άλλα έργα) Γιατί και τα άλλα είναι αναλογικά, αλλά έχουν περάσει τη διαδικασία σκαναρίσματος και μετά εκτύπωσης ψηφιακής. Αυτά έχουν και την ατέλεια, γιατί έχουν αυτή τη μαλακότητα που δίνει ο φακός. Γιατί όταν τυπώνεται, είναι με τα χρώματα τα οποία μπορεί να δώσει το ίδιο το φιλμ απευθείας με τα καλά του και τα αρνητικά του και με την πιθανότητα λάθους. Δηλαδή, ας πούμε σε αυτό το έργο μπορεί να διακρίνει κάποιος στην εικόνα ένα μικρό χτύπημα, το οποίο συνέβη κατά την εμφάνισή του, το έχουμε αφήσει επίτηδες γιατί εδώ είναι μέρος της διαδικασίας, παρόλο που θα μπορούσες να φτιάξεις ένα καινούριο και να ξαναβγάλεις αντίτυπο, για μένα ήταν αρκετά σημαντικό να μείνει και λίγο το σημάδι της χειροπιαστής διαδικασίας.
Η αναλογική φωτογραφία έχει μια αίσθηση υπερρεαλιστικότητας και μεταμόρφωσης, η οποία όμως δεν μας είναι και εμφανής, γιατί ανταποκρίνεται στον κόσμο που ξέρουμε. Έχεις την απόλυτη καθετότητα για αυτό το οποίο επιλέγεις να φωτογραφίσεις, χωρίς όμως παραμορφώσεις. Αλλάζει η προοπτική των πραγμάτων και η συγκεκριμένη προοπτική που μου δίνεται η δυνατότητα να έχω χρησιμοποιώντας αυτού του είδους τα μέσα, για μένα είναι πιο κοντά στο effect το οποίο θέλω καθώς και στο ποια είναι η συσχέτιση των πραγμάτων μεταξύ τους».


“Still life” με εργαλεία συνεργείου και το παιχνίδι με την τυχαιότητα
Ο Νικόλας Βεντουράκης μου εξηγεί για το βάθος του χρώματος που ήθελε στα φωτογραφικά έργα μέσα από την αναλογική διαδικασία, την επιλογή τους στον χώρο της Callirrhoë, το πώς παίζουν τα χρώματα μεταξύ τους, πώς κάθονται οι εικόνες, οι επαναλήψεις που μπορεί να δει ο επισκέπτης και μετά να «κουβαλήσει» στο επόμενο δωμάτιο:
«Προσπάθησα», συνεχίζει «να δώσω την αίσθηση του αντικειμένου. Δηλαδή κάποιος /κάποια να νιώσει ότι μπορεί να το πιάσει σε ένα σημείο, αλλά φυσικά γίνονται αναφορές και στην ιστορία του μέσου και στην ιστορία της τέχνης. Με το still life να είναι πολύ έντονο, για να μην φαίνεται ότι είναι ντοκιμαντέρ ενός χώρου που μιλάει για το κλείσιμο του συνεργείου. Δεν μιλάω για το κλείσιμο του συνεργείου, μιλάω για τον χώρο και τον χρόνο και την υλικότητα ενός μέρους, στην ουσία. Δίνοντας κάποια “σημάδια” σε κόσμο ο οποίος διαβάζει σύγχρονη τέχνη να αναγνωρίσει still life, μπαίνοντας σε αυτή τη λογική… και όλα σιγά σιγά να τα βλέπει και υπό αυτό το πρίσμα.
Υπάρχουν και προσωπικές “εμμονές”, μ’ αρέσει, ας πούμε η αστάθεια σε κάποιες εικόνες όπως είναι ακουμπισμένα τα εργαλεία. Δηλαδή σου δίνει την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ εύκολο σε αυτή τη σύνθεση, απλά να πέσει κάποιο αντικείμενο, την ίδια στιγμή είναι όμως και τελείως “σφιγμένο”, παρότι το βλέπουμε ότι είναι σαν να πήγε και να έβαλε ο ζωγράφος τα πράγματα δεξιά – αριστερά, όπως θα έκανε σε έναν πίνακα της ολλανδικής Χρυσής Εποχής. Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ, συνέβαινε όταν πήγαινα κάθε μέρα και παρατηρούσα πώς έχουν ακουμπήσει τα εργαλεία σήμερα.
Για κάποιες μέρες μπορεί να μην τα φωτογράφιζα, γιατί δεν είχαν κάτσει καλά, αλλά δεν ήθελα να τα βάλω εγώ. Ήθελα να πετύχω κάποια στιγμή αυτή την τυχαιότητα του πώς έχουν ακουμπήσει. Μου άρεσε και αυτό το παιχνίδι με την τυχαιότητα, δηλαδή ότι κάποια στιγμή θα ακουμπήσει εκεί το καλώδιο και τώρα είναι η ώρα για να βγει αυτή η φωτογραφία».


Τα συνεργεία αυτοκινήτου αλλιώς… με ευαισθησίες
Σίγουρα μετά από αυτή την έκθεση και ξενάγηση ο χώρος του συνεργείου αυτοκινήτων δεν θα είναι ο ίδιος πλέον στα μάτια μου, με παραδείγματα ο Νικόλας Βεντουράκης κάνει συσχετίσεις και συνδέσεις που δεν είχαν συμβεί ποτέ στο μυαλό μου.
Ο ίδιος με αφορμή οικογενειακά θέματα υγείας και του ίδιου που τον έφεραν τα τελευταία 3- 4 χρόνια σε επαφή με τα νοσοκομεία έχοντας εγγραφεί οι εικόνες τους έντονα, εντοπίζει συσχετίσεις στους δύο αυτούς χώρους: ανάμεσα στο συνεργείο αυτοκινήτων και το νοσοκομείο και όπως μοιράζεται σχετικά:
«Παρατηρώ γύρω μου τα αντικείμενα, οι ειδικότητες και το πώς προσεγγίζονται τα πράγματα πάνω στο σώμα για να το φτιάξεις, πχ βάζεις ένα πλέγμα, βάζεις βηματοδότη και κάπως στο συνεργείο σε αυτή τη μορφή μου θύμισε πάρα πολύ αυτό το πράγμα. Τα υγρά τα οποία μαζεύονται, τα λάδια τα οποία θα φύγουν, το band-aid το οποίο θα μπει μέχρι να βρούμε το οτιδήποτε, ακόμα και οι ρόμπες των ανθρώπων που εργάζονται και στους δύο χώρους».
Επίσης έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση του Νικόλα Βεντουράκη για τις λέξεις που ακούγονται σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων:
«Παίζει πάρα πολύ το δίπολο το οποίο υπάρχει, γιατί ο χώρος ενώ έχει ένα πολύ έντονο masculinity, όπως και να το κάνεις, έχει και τρομερή ευαισθησία στα πράγματα. Δηλαδή υπάρχει τόσο μεγάλη ευαισθησία στο πώς να δουλέψει, να φτιαχτεί, να μην χαλάσει, να το “φροντίσουμε”. Δηλαδή ακούγονται λέξεις οι οποίες συνήθως δεν τις σκέφτεσαι ότι θα τις ακούσεις ειδικά σε αυτά τα περιβάλλοντα».
Γενικότερα μου αναφέρει ο καλλιτέχνης στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά αυτού του χώρου όπως παρατήρησε υπάρχει και ένα ιδιαίτερο “pride” ως προς το ότι πρέπει να το φτιάξουμε σωστά το αμάξι ώστε να φύγει από εδώ και να μην μου το ξαναφέρει πίσω ο ιδιοκτήτης, είναι μεγάλη πληγή αν πρέπει να ξανάρθει, γιατί σημαίνει ότι “δεν κατάφερα να το φτιάξω”».

Κλείνοντας στην έκθεση παίζει σε βιντεοκασέτα κι ένα video τραβηγμένο στο συνεργείο του Ηλία με παλιές τεχνολογίες, Hi8 χωρίς να έχει ίχνος από τη σύγχρονη υφή του 4K, HD. «Το βίντεο, όπως αναφέρει ο Νικόλας Βεντουράκης, «πέρα από το ίδιο ως έργο τέχνης, δημιουργεί και ένα δεύτερο πλαίσιο, το οποίο μεγαλώνει λίγο τον ορίζοντα, αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι χρειάζεται αυτό για να γίνει. Δηλαδή αυτό στέκει από μόνο του ως επιπλέον ερέθισμα. Κάποιος/α μπορεί να κάτσει μόνο στο βίντεο για 25 λεπτά και δεν είναι απαραίτητο ότι χρειάζεται το ένα ή το άλλο για να λειτουργήσουν μαζί».
Στο βίντεο πέρα από τις σκηνές του συνεργείου, είναι ο Ηλίας, ο οποίος μιλάει (δεν έχει πάντα ήχο- ανεβαίνει και κατεβαίνει ο ήχος κάποιες φορές) και όταν ολοκληρώνεται ακούμε να λέει:
«Είναι δοκιμασμένο το εξάρτημα, πελάτης ευχαριστημένος, τέλος».

