Κάθε δύο χρόνια, η Βενετία μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο από μια πόλη. Γίνεται ένας ζωντανός χάρτης της σύγχρονης τέχνης, ένας τόπος όπου συγκεντρώνονται φωνές από όλο τον κόσμο για να μιλήσουν, να συγκρουστούν, να συνυπάρξουν.
Η Μπιενάλε Βενετίας, η παλαιότερη και ίσως πιο επιδραστική διεθνής έκθεση σύγχρονης τέχνης, επιστρέφει το 2026 για την 61η της διοργάνωση, από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου, απλώνοντας τα έργα της από τα Giardini και το Arsenale μέχρι απρόσμενα σημεία μέσα στην πόλη.
Ο μοναδικός της χαρακτήρας δε βασίζεται αποκλειστικά στην κλίμακά της αλλά και στον τρόπο που με τα χρόνια εξαπλώθηκε και τελικά συγκροτήθηκε πολυδιάστατα: ως ένα κεντρικό επιμελητικό αφήγημα, με δεκάδες εθνικά περίπτερα και μια διάχυτη παρουσία εκθέσεων που μετατρέπουν ολόκληρη τη Βενετία σε έναν εντυπωσιακό εκθεσιακό χώρο.


Ένα σύντομο μάθημα ιστορίας
Η ιστορία της λέγεται πως αρχίζει στα τραπέζια του Caffè Florian, εκεί όπου, ήδη από τον 18ο αιώνα, η Βενετία συνήθιζε να συζητάει και να παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις. Ανάμεσα σε καφέδες και μεζεδές που περνούν από χέρι σε χέρι, ο δήμαρχος της πόλης, Riccardo Selvatico – ποιητής και θεατρικός συγγραφέας πριν απ’ όλα – φαντάζεται μια έκθεση που θα φέρει στη Βενετία ό,τι πιο νέο συμβαίνει στην τέχνη.
Χρειάστηκαν χρόνια συζητήσεων για να πάρει μορφή αυτή η ιδέα. Και έπειτα, μια ημερομηνία: 30 Απριλίου 1895. Η πρώτη Διεθνής Έκθεση Τέχνης ανοίγει τις πύλες της και η πόλη, σχεδόν χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, εγκαινιάζει έναν θεσμό που θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, κάθε δύο χρόνια, σαν ένας παλμός.
Στους Giardini della Biennale, οι χώρες αρχίζουν σταδιακά να αποκτούν τον δικό τους χώρο. Το Βέλγιο είναι το πρώτο. Και ύστερα ακολουθούν κι άλλες. Περίπτερα που ξεπερνούν την έννοια των εκθεσιακών χώρων και μοιάζουν με αρχιτεκτονικές προτάσεις, σχεδιασμένες από ανθρώπους όπως ο Carlo Scarpa ή ο Gerrit Rietveld. Αρχιτεκτονικές δηλώσεις να βλέπει κανείς τον κόσμο, παρελθόν, παρόν και μέλλον με ένα διαφορετικό βλέμμα.
Με τα χρόνια, η Biennale ξεφεύγει από τα όρια των εικαστικών. Η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο, η αρχιτεκτονική, ο χορός βρίσκουν κι αυτά τη θέση τους, δημιουργώντας ένα πολυμορφικό και πολυφωνικό σύμπαν.
Η φετινή 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης της Μπιενάλε Βενετίας, με τίτλο In Minor Keys, βασίζεται στο όραμα της επιμελήτριας Koyo Kouoh, της πρώτης Αφρικανής γυναίκας που ανέλαβε τη συγκεκριμένη θέση, η οποία απεβίωσε τον Μάιο του 2025 σε ηλικία 57 ετών και περιλαμβάνει περίπου 100 εθνικές συμμετοχές. Επτά χώρες συμμετέχουν για πρώτη φορά: Γουινέα, Ισημερινή Γουινέα, Ναουρού, Κατάρ, Σιέρα Λεόνε, Σομαλία και Βιετνάμ. Σε επίπεδο περιεχομένου, η έκθεση εστιάζει σε φωνές που βρίσκονται εκτός κυρίαρχων αφηγήσεων και δίνει έμφαση σε μορφές καλλιτεχνικής πρακτικής που σχετίζονται με την εμπειρία, την ακρόαση και τη συλλογικότητα.

Πολιτικές εντάσεις της φετινής χρονιάς
Όπως συχνά συμβαίνει σε έναν θεσμό που κινείται στον παλμό της εποχής, η διοργάνωση συνοδεύεται από πολιτικές αντιδράσεις, κυρίως γύρω από τη συμμετοχή των εθνικών περιπτέρων. Έτσι και φέτος, οι εντάσεις και ενστάσεις δεν απουσίασαν.
Η επιστροφή της Ρωσίας, μετά την αποχώρηση του 2022 λόγω της εισβολής στην Ουκρανία, έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής χρηματοδότησης προς τη Biennale. Στο εσωτερικό της Ιταλίας καταγράφονται επίσης διαφωνίες μεταξύ κυβερνητικών στελεχών για το ζήτημα.
Σε επίπεδο εθνικών συμμετοχών, έχουν προκύψει και άλλες εντάσεις. Το Περίπτερο της Νότιας Αφρικής θα παραμείνει κενό, μετά την ακύρωση συμμετοχής της καλλιτέχνιδας Gabrielle Goliath λόγω διαφωνιών με την κυβέρνηση. Στην Αυστραλία, η αρχική απομάκρυνση καλλιτεχνικής ομάδας για πολιτικούς λόγους ανακλήθηκε μετά από αντιδράσεις.
Τέλος, ορισμένες εθνικές συμμετοχές παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον. Το Γερμανικό Περίπτερο περιλαμβάνει έργο της καλλιτέχνιδας Henrike Naumann, η οποία απεβίωσε το 2025, ενώ το Περίπτερο του Βατικανού συγκεντρώνει γνωστά ονόματα διεθνώς, όπως οι Brian Eno, Patti Smith και FKA Twigs.
Παράλληλα, καλλιτέχνες και επιμελητές έχουν ζητήσει τον αποκλεισμό του Ισραήλ από τη διοργάνωση, με ανοιχτές επιστολές που συνδέουν τη συμμετοχή του με τη διεθνή πολιτική συγκυρία. Το ισραηλινό περίπτερο στους Giardini παραμένει κλειστό λόγω ανακαίνισης, ωστόσο η παρουσία του μεταφέρεται στο Arsenale, γεγονός που έχει επίσης προκαλέσει αντιδράσεις.
Η Παλαιστίνη δεν διαθέτει επίσημο εθνικό περίπτερο, καθώς η συμμετοχή προϋποθέτει κρατική αναγνώριση από την Ιταλία. Ωστόσο, προγραμματίζονται παράλληλες εκθέσεις εκτός του επίσημου πλαισίου της Biennale. Το Ελληνικό Περίπτερο θα εκπροσωπηθεί με το έργο “Escape Room” από τον εικαστικό και αρχιτέκτονα Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη.
Εικαστικές στάσεις που ξεχωρίσαμε
[1]
Peggy Guggenheim in London: The Making of a Collector | Peggy Guggenheim Collection

Πριν από το Palazzo Venier dei Leoni, υπήρχε το 30 Cork Street. Εκεί, το 1938, η Peggy Guggenheim άνοιξε στο Λονδίνο την πρώτη της γκαλερί, Guggenheim Jeune. Η λειτουργία της κράτησε μόλις δεκαοκτώ μήνες, αλλά το αποτύπωμά της υπήρξε καθοριστικό.
Σε αυτό το σύντομο διάστημα παρουσιάστηκαν έργα καλλιτεχνών όπως ο Salvador Dalí, ο Jean Cocteau και ο Wassily Kandinsky, καθώς και πρώιμα έργα του νεαρού τότε Lucian Freud – ονόματα που θα συνδεθούν με τη συλλεκτική της ταυτότητα. Το πρόγραμμα της γκαλερί ήταν τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής, διευρύνοντας τα όρια του τι μπορούσε να θεωρηθεί σύγχρονη τέχνη στο προπολεμικό Λονδίνο.
Παρά τη θετική υποδοχή από κοινό και κριτικούς, η Guggenheim Jeune δεν ήταν οικονομικά βιώσιμη και έκλεισε με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Guggenheim μετέφερε τότε τη συλλογή της εκτός Βρετανίας, προστατεύοντάς την από τους βομβαρδισμούς. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα, η γκαλερί είχε ήδη λειτουργήσει ως βασική πλατφόρμα για την προβολή της αφηρημένης τέχνης και του Σουρεαλισμού σε μια καλλιτεχνική σκηνή που διατηρούσε επιφυλάξεις.

Herbert Read and Peggy Guggenheim, 1939 (printed 1977) Dyetransfer, 46 x 35 cm
Peggy Guggenheim Collection Archives, Venice, Purchase courtesy Ikona Photo Gallery, Venice, 1988

Jean Cocteau, 1939
Raisin-coated chromogenic color print on Kodak paper, 20.3 x 30 cm
IMEC, Saint-Germain-la-Blanche-Herbe, France
Η έκθεση στην Peggy Guggenheim Collection (25 Απριλίου – 19 Οκτωβρίου 2026), σε επιμέλεια της Gražina Subelytė και του Simon Grant, επανεξετάζει αυτή την περίοδο ως καθοριστική για τη διαμόρφωση της Guggenheim ως συλλέκτριας και υποστηρίκτριας της μοντέρνας τέχνης. Μέσα από το εκθεσιακό υλικό που ξεδιπλώνεται σε διάφορα μέσα- ζωγραφική, γλυπτική, έργα σε χαρτί, φωτογραφία, κούκλες, αποτυπώνει την έντονη πειραματική διάθεση της εποχής και αναδεικνύει όχι μόνο η δραστηριότητα της Guggenheim Jeune, αλλά και την πρόθεσή της να ιδρύσει ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στο Λονδίνο.
Μετά τη Βενετία, η έκθεση θα ταξιδέψει στη Royal Academy of Arts και στη συνέχεια στο Solomon R. Guggenheim Museum το 2027.
[2]
Tide of Returns | Ocean Space

Η TBA21–Academy ανοίγει τη σεζόν του 2026 στο Ocean Space με την έκθεση Tide of Returns (28 Μαρτίου – 11 Οκτωβρίου), βασισμένη στην καλλιτεχνική έρευνα του Repatriates Collective, μιας ομάδας καλλιτεχνών με καταγωγή από την Ωκεανία, την Αφρική, την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, που εξετάζει τι συμβαίνει όταν ευρωπαϊκά μουσεία καλούνται να επιστρέψουν αντικείμενα σε κοινότητες με τις οποίες συνδέονται ιστορικά και πολιτισμικά.
Μπορεί πολιτιστικοί θησαυροί όπως τα Μπρούντζινα του Μπενίν ή τα δικά μας Γλυπτά του Παρθενώνα να αποτελούν τα τρέχοντα σημαντικά έργα διεκδίκησης, η έκθεση στρέφεται και σε λιγότερο προβεβλημένα αντικείμενα, όπως οι Dadikwakwa-kwa, οι λεγόμενες «κούκλες από κοχύλια».
Η έκθεση καταλαμβάνει και τις δύο πτέρυγες της πρώην εκκλησίας του San Lorenzo, παρουσιάζοντας νέες πολυμεσικές παραγωγές. Στη δυτική πτέρυγα, το Repatriates Collective δημιουργεί μια μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση με άμμο, χιλιάδες μορφές από κοχύλια και υφάσματα, βίντεο και ήχο. Το έργο εστιάζει στο θέμα της επαναδιεκδίκησης πολιτιστικών στοιχείων, βασισμένη σε υλικά και αφηγήσεις που συνδέονται με τη γη, τη θάλασσα και την κοινοτική μνήμη. Η άμμος από τον τόπο της καλλιτέχνιδας Noeleen Lalara διαμορφώνει ένα τοπίο που παραπέμπει σε τοτέμ, φυλές και “songlines”, ενώ μορφές που προέρχονται από κοινότητες όπως οι Warnindilyakwa ενεργοποιούνται μέσα από ήχο και κινούμενη εικόνα.
Στην ανατολική πτέρυγα, η Verena Melgarejo Weinandt παρουσιάζει μια υβριδική εγκατάσταση υφάσματος και βίντεο, που εστιάζει σε πρακτικές φροντίδας και συλλογικής εμπειρίας. Υφάσματα σε αποχρώσεις του μπλε, διαπερασμένα από πλεγμένες μαύρες πλεξούδες, συνδυάζονται με τριπλή προβολή βίντεο που καταγράφει διαδικασίες πλυσίματος, ύφανσης και επεξεργασίας υφασμάτων σε ποτάμι. Το έργο εξετάζει τη συνέχεια μεταξύ σωμάτων και υδάτινων ροών, συνδέοντας τη μνήμη με επαναλαμβανόμενες χειρονομίες.

Οι θεματικές της έκθεσης επεκτείνονται και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα OCEAN / UNI (2025–2026), το οποίο εστιάζει στην κινούμενη εικόνα ως εργαλείο επαναπατρισμού και πολιτιστικής αποκατάστασης. Παράλληλα, στον χώρο Research Room παρουσιάζεται η έκθεση “Nature Speaks. Listening for Rights of Nature in Venice and Europe“, που εξετάζει τα δικαιώματα της φύσης και τη σχέση τέχνης και περιβαλλοντικής προστασίας.
[3]
Lorna Simpson. Third Person | Punta della Dogana

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκθεση της Lorna Simpson στην Ευρώπη εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία και παρουσιάζεται στο Punta della Dogana, από τις 29 Μαρτίου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026. Σε επιμέλεια της Emma Lavigne και σε συνεργασία με το Metropolitan Museum of Art, η έκθεση συγκεντρώνει περίπου πενήντα έργα, από ζωγραφική, κολάζ, γλυπτική, εγκαταστάσεις και φιλμ, προερχόμενα από τη συλλογή Pinault, διεθνή ιδρύματα, ιδιωτικές συλλογές και το προσωπικό αρχείο της καλλιτέχνιδας. Περιλαμβάνονται επίσης νέα έργα, σχεδιασμένα ειδικά για τον χώρο.
Η έκθεση εστιάζει κυρίως στη ζωγραφική πρακτική της Simpson, η οποία από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 έχει αποκτήσει κεντρική θέση στο έργο της. Γνωστή αρχικά για τη συμβολή της στη φωτογραφία από τη δεκαετία του 1980, η καλλιτέχνιδα εξετάζει συστηματικά τους μηχανισμούς κατασκευής της εικόνας, τη μνήμη και τα όρια της αναπαράστασης. Στην έκθεση παρουσιάζονται ενότητες από βασικές σειρές όπως Ice, Special Characters και Earth and Sky, καλύπτοντας περισσότερα από είκοσι χρόνια δουλειάς, από έργα που συνδέονται με τη συμμετοχή της στη Biennale του 2015 έως νέες παραγωγές.

Η διαδρομή οργανώνεται σε τρεις βασικούς άξονες. Αρχικά, παρουσιάζονται έργα με αινιγματικές μορφές, που παραπέμπουν σε ιστορικές εντάσεις και πολιτικά γεγονότα. Στη συνέχεια, ακολουθούν τοπία εμπνευσμένα από αρχειακό υλικό αποστολών στην Αρκτική, όπου κυριαρχούν ψυχρές χρωματικές κλίμακες και μια αίσθηση αστάθειας. Η έκθεση ολοκληρώνεται με μια σειρά γυναικείων μορφών μεγάλης κλίμακας, που εξετάζουν ζητήματα ταυτότητας και αναπαράστασης, ιδιαίτερα στον χώρο του Cube του Tadao Ando.
Κεντρικό ρόλο έχει και το κολάζ, με μια μεγάλη εγκατάσταση σαράντα μερών που βασίζεται σε εκτενές οπτικό αρχείο. Μέσα από τη σύνθεση και την αποσπασματικότητα, η Simpson χρησιμοποιεί το κολάζ ως εργαλείο έρευνας, αναδεικνύοντας ζητήματα συλλογικής μνήμης, στερεοτύπων και διαγραφής.
[4]
Horst P. Horst. The Geometry of Grace | Le Stanze della Fotografia

Πριν από τη μόδα, υπήρχε η δομή. Και για τον Horst P. Horst, η φωτογραφία εκτός από εικόνα ήταν μια κατασκευή με αυστηρές δομές και γεωμετρίες που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα. Στο έργο του διαμορφώνεται ένα συνεκτικό οπτικό λεξιλόγιο, που εξελίσσεται σταδιακά με κεντρικό άξονα την έννοια της αρμονίας. Οι εικόνες του οργανώνονται με βάση αναλογίες που παραπέμπουν σε μαθηματικές αρχές, όπως η «χρυσή τομή», την οποία ο Ευκλείδης περιγράφει στα Στοιχεία ως τη σχέση μεταξύ μέσου και άκρου λόγου, ενώ αργότερα ο Luca Pacioli τη χαρακτηρίζει «θεία αναλογία».
Η προσέγγιση αυτή επανατοποθετεί το έργο του Horst P. Horst, απομακρύνοντάς το από τη φωτογραφία μόδας ως βασικό άξονα ανάγνωσης. Η μόδα λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία για την ανάπτυξη μορφών και για τη διεύρυνση του πεδίου της εικόνας προς άλλες κατευθύνσεις.
Από τις 21 Φεβρουαρίου έως τις 5 Ιουλίου 2026, το Le Stanze della Fotografia στο νησί San Giorgio Maggiore παρουσιάζει την έκθεση HorstP. Horst. The Geometry of Grace σε επιμέλεια της Anne Morin, σε συνεργασία με τον Denis Curti.

Η έκθεση συγκεντρώνει περισσότερα από 300 έργα – φωτογραφίες, vintage prints, σχέδια και αρχειακό υλικό, μέρος του οποίου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ιταλία. Η παρουσίαση επιχειρεί να επανατοποθετήσει το έργο του πέρα από τη φωτογραφία μόδας που τον καθιέρωσε στις σελίδες της Vogue.
Η εκπαίδευσή του στην αρχιτεκτονική, με σπουδές στο Αμβούργο και το Παρίσι και συνεργασία με τον Le Corbusier, διαμορφώνει μια προσέγγιση όπου το φως, το σώμα και ο χώρος λειτουργούν ως δομικά στοιχεία. Η εικόνα οργανώνεται με όρους ισορροπίας και αναλογίας, αντλώντας από το Bauhaus αλλά και από την κλασική παράδοση.
Η έκθεση ακολουθεί αυτή τη διαδρομή: από τη φωτογραφία μόδας σε πορτρέτα και νεκρές φύσεις, αναδεικνύοντας τη συνέπεια μιας πρακτικής που κινείται ανάμεσα στον μοντερνισμό και τον κλασικισμό. Παρουσιάζονται πορτρέτα προσωπικοτήτων όπως οι Ingrid Bergman, Coco Chanel, Salvador Dalí, Marlene Dietrich και Yves Saint Laurent.



[5]
Jenny Saville. The Anatomy of Painting | Ca’ Pesaro

Με έργα που συνομιλούν με τη ζωγραφική παράδοση της πόλης της Βενετίας αλλά και θεματικές που σχετίζονται με τη βία και τη συλλογική απώλεια, παρουσιάζεται στο Ca’ Pesaro, πρώτη μεγάλη έκθεση της Jenny Saville στη Βενετία, σε επιμέλεια της Elisabetta Barisoni, με την υποστήριξη της Gagosian. Από τις 28 Μαρτίου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, η έκθεση έρχεται σε συνέχεια της αναδρομικής The Anatomy of Painting που παρουσιάστηκε το 2025 στη National Portrait Gallery.
Η παρουσίαση χαρτογραφεί την εξέλιξη της ζωγραφικής της πρακτικής από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, συγκεντρώνοντας έργα από διαφορετικές περιόδους, καθώς και μια νέα ενότητα που δημιουργήθηκε ειδικά για τον χώρο. Περιλαμβάνονται τα μεγάλης κλίμακας γυμνά που την καθιέρωσαν την περίοδο των Young British Artists, όπως και μεταγενέστερα έργα όπου η μορφή αποδομείται και συνδυάζεται με στοιχεία αφαίρεσης.
Από τα πρώιμα έργα όπως Propped (1992) και Hybrid (1997), έως πορτρέτα όπως το Hyphen (1999) και το Reverse (2002–03), η Saville εξετάζει το σώμα ως πεδίο έντασης, μεταβολής και επαναπροσδιορισμού. Στη νεότερη δουλειά της, η ζωγραφική γίνεται πιο ρευστή, με έντονες χρωματικές αντιθέσεις και πιο ελεύθερη χειρονομία, ενώ τίτλοι που αντλούν από τη μυθολογία και τη λογοτεχνία (Ligeia, Song of Songs) ή από αφηρημένες έννοιες (Focus, Gaze, Rupture) υπογραμμίζουν τη μετατόπιση της πρακτικής της.


Παράλληλα, έργα όπως το Aleppo (2017–18) και οι παραλλαγές της Πιετά εισάγουν θεματικές που σχετίζονται με τη βία και τη συλλογική απώλεια, χωρίς να παραπέμπουν σε συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά μετασχηματίζοντας την εμπειρία σε μια πιο γενικευμένη εικόνα της ανθρώπινης συνθήκης.
Η σχέση της Saville με την ιστορία της τέχνης παραμένει κεντρική. Από τον Titian έως τον Peter Paul Rubens και τον Rembrandt, η αναφορά στους παλαιούς δασκάλους λειτουργεί ως εργαλείο για τη συνεχή επανεξέταση της ζωγραφικής.
Η έκθεση ολοκληρώνεται με έναν νέο κύκλο έργων, δημιουργημένων ειδικά για το Ca’ Pesaro, ως αναφορά στη Βενετία.
[6]
The Quiet Source | Jan Fabre

Στη Scuola Grande di San Rocco, από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, παρουσιάζεται η έκθεση The Quiet Source του Jan Fabre, στο πλαίσιο της 61ης Μπιενάλε Βενετίας. Σε επιμέλεια των Giacinto Di Pietrantonio και Κατερίνας Κοσκινά, η έκθεση φέρνει σε διάλογο τρία γλυπτά από μπρούντζο με τον εμβληματικό ζωγραφικό κύκλο του Tintoretto.
Ο Fabre γίνεται ο πρώτος εν ζωή καλλιτέχνης που παρεμβαίνει σε έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς χώρους της Βενετίας, εισάγοντας ένα σύγχρονο έργο σε ένα περιβάλλον που συνδέεται άμεσα με την Αναγέννηση. Τα γλυπτά, αξιοποιούν το φως ως βασικό στοιχείο, δημιουργώντας μια αίσθηση ελαφρότητας και σχεδόν άυλης παρουσίας. Τα έργα, που αναπτύχθηκαν σε διάστημα πέντε ετών, τοποθετούνται κατά μήκος του κεντρικού άξονα του κτιρίου, διαμορφώνοντας μια διαδρομή που εκτείνεται σε όλα τα επίπεδα του χώρου. Η εγκατάσταση λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο, οργανωμένο γύρω από θεματικές όπως η οικογένεια, η μνήμη και η προσωπική μυθολογία. Δύο από τα γλυπτά φέρουν τα χαρακτηριστικά του πατέρα και του αδελφού του καλλιτέχνη, ενσωματώνοντας βιογραφικά στοιχεία στο έργο.
Η επιμελήτρια Κατερίνα Κοσκινά σημειώνει: «Ο Jan Fabre είναι ένας επαναστατικός, εικονοκλαστικός και ανατρεπτικός καλλιτέχνης». Και συνεχίζει: «Σε αυτό το πλαίσιο, οι εγκαταστάσεις του σε μεγάλα μουσεία, όπως τα Ουφίτσι, το Λούβρο και το Ερμιτάζ, αλλά και σε ιστορικούς χώρους όπως παλάτια και θεολογικές σχολές – η Nuova Grande Scuola di Santa Maria della Misericordia και τώρα η Grande Scuola di San Rocco – καθώς και σε μοναστήρια και εκκλησίες, όπως η Abbazia di San Gregorio και το παρεκκλήσι του Pio Monte della Misericordia, δεν είναι καθόλου τυχαίες. Πρόκειται για ιδανικά περιβάλλοντα για μια αισθητική, σωματική και υπαρξιακή εμπειρία που ενεργοποιείται μέσα από την ιστορία, τη σκηνοθεσία και τη μνήμη, καλλιεργώντας τη διαλεκτική σχέση παρελθόντος και παρόντος και αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα της τέχνης».
