Ένας από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της εποχής μας, ο David Hockney, επιστρέφει με μια έκθεση στη Serpentine, καλώντας μας να ξαναδούμε το καθημερινό με μεγαλύτερη προσοχή και ευλάβεια. Τα νέα έργα, που δημιουργήθηκαν ειδικά για την έκθεση, αποτελούν συνέχεια της μακροχρόνιας έρευνάς του γύρω από το πώς βλέπουμε τον κόσμο. Πορτρέτα ανθρώπων από τον στενό του κύκλο και νεκρές φύσεις συνυπάρχουν σε έναν ενιαίο εικαστικό χώρο, κάνοντας τη ζωγραφική να μοιάζει περισσότερο ως διαδικασία παρατήρησης παρά ως αναπαράσταση και εικαστική απεικόνιση.
Από τις 12 Μαρτίου έως τις 23 Αυγούστου 2026 η έκθεση “A Year in Normandie and Some Other Thoughts about Painting”, φέρνει για πρώτη φορά στο Λονδίνο το μνημειακό έργο A Year in Normandie (2020–2021), μαζί με μια νέα σειρά ζωγραφικών έργων του καλλιτέχνη. Εμπνευσμένο από την ταπισερί της Μπαγιέ και την οριζόντια ανάπτυξή της (πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά και σημαντικά έργα της μεσαιωνικής τέχνης, ένα τεράστιο κεντημένο ύφασμα μήκους περίπου 70 μέτρων, που δημιουργήθηκε τον 11ο αιώνα και αφηγείται την ιστορία της νορμανδικής κατάκτησης της Αγγλίας το 1066, το έργο αποτυπώνει τη ροή του χρόνου μέσα από τις εποχές, καταγράφοντας το τοπίο γύρω από το στούντιο του καλλιτέχνη στη Νορμανδία.
Σχεδιασμένο μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών, το A Year in Normandie αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα του David Hockney και συνδέεται με την περίοδο κατά την οποία εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά στο στούντιό του, στην ύπαιθρο της βόρειας Γαλλίας, το 2019. Ο καλλιτέχνης εγκαταστάθηκε εκεί σε ένα αγροτόσπιτο με θέα σε καταπράσινα τοπία, και βρήκε έμπνευση στα φυσικά φαινόμενα, τις εποχές και το φως της περιοχής.



Καθώς ο χώρος βρισκόταν ακόμη υπό κατασκευή, ο Hockney στράφηκε προς το τοπίο, ζωγραφίζοντας απευθείας στο iPad. Από τα πρώτα χιόνια έως την άνθιση της άνοιξης, τα χρυσαφένια καλοκαιρινά χωράφια και τις έντονες κόκκινες και πορτοκαλί αποχρώσεις του φθινοπώρου, κατέγραψε το διαρκώς μεταβαλλόμενο φως και την ατμόσφαιρα του νέου του περιβάλλοντος.
Η Νορμανδία προσέφερε στον Hockney ένα περιβάλλον ιδανικό για να μελετήσει και να αποτυπώσει τις μεταβολές της φύσης, τα τοπία της περιοχής δίνοντας έμφαση στο φως, τα χρώματα και τη ζωή που εκπέμπει η εξοχή. Στο πνεύμα των ιμπρεσιονιστών, αποτύπωσε τις μεταβαλλόμενες αποχρώσεις των δέντρων, του ουρανού και των χωραφιών πάνω σε αυτό τον σύγχρονο «καμβά», την οθόνη του iPad. Η σχέση του με τα ψηφιακά μέσα ξεκινά ήδη από το 1985, όταν προσκλήθηκε να δημιουργήσει έργα με το Quantel Paintbox (ένας από τους πρώτους «ψηφιακούς καμβάδες» στην ιστορία της τέχνης και της τηλεόρασης) για την εκπομπή του BBC Painting with Light. Έκτοτε, έχει πειραματιστεί με μια ευρεία γκάμα εργαλείων, από το photoshop και τα fax machines έως το iPhone. Από το 2010 ζωγραφίζει στο iPad, ενώ από το 2018 χρησιμοποιεί ψηφιακά πινέλα σχεδιασμένα ειδικά για τον ίδιο. Αυτές οι τεχνολογίες του επιτρέπουν να εργάζεται με ταχύτητα, διατηρώντας την αμεσότητα της παρατήρησης, απαλλαγμένος από τους περιορισμούς του στεγνώματος της μπογιάς.
Περισσότερες από διακόσιες ψηφιακές ζωγραφιές, δημιουργημένες στο iPad, συνθέτουν μια πανοραμική εμπειρία που δεν αφορά μόνο το τοπίο, αλλά και τον ίδιο τον χρόνο, όπως γίνεται αντιληπτός μέσα από τη διαρκή αλλαγή του φωτός, των χρωμάτων και της ατμόσφαιρας.
Ένα ακόμη στοιχείο της έκθεσης επεκτείνεται έξω από τον εκθεσιακό χώρο: μια μεγάλης κλίμακας τοιχογραφία στον κήπο της Serpentine, εμπνευσμένη από την ανοιξιάτικη ενότητα του έργου. Έτσι, στο περιβάλλον της Serpentine, το έργο αποκτά μια νέα διάσταση, ανοίγοντας έναν άμεσο διάλογο με το φυσικό τοπίο των Kensington Gardens, όπου η ίδια η φύση είναι οργανικά παρούσα σε όσα αποτυπώνονται στη ζωγραφική.


Η έκθεση παρουσιάζει μια νέα ενότητα έργων δημιουργημένη ειδικά για την έκθεση: πέντε νεκρές φύσεις και πέντε πορτρέτα ανθρώπων από τον στενό κύκλο του καλλιτέχνη. Τα πορτρέτα απεικονίζουν ανθρώπους από τον στενό κύκλο του καλλιτέχνη – φίλους, μέλη της οικογένειας και φροντιστές – ενώ οι νεκρές φύσεις εστιάζουν σε διαφορετικές εκδοχές της αφηρημένης ζωγραφικής.
Και τα δέκα έργα συνδέονται μεταξύ τους μέσα από τη σύνθεση και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενός καρό τραπεζομάντηλου. Το ύφασμα αποδίδεται σε αντεστραμμένη προοπτική, γέρνοντας προς τον θεατή, μια προσέγγιση που ο Hockney θεωρεί πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο μάτι αντιλαμβάνεται τον χώρο, καλώντας τον θεατή να προσεγγίσει τα έργα από διαφορετικές οπτικές.

Για τον ίδιο, τα πορτρέτα δεν αφορούν πρωτίστως τα πρόσωπα, αλλά την ίδια τη ζωγραφική: «είναι η ζωγραφική ενός ανθρώπου». Κάθε έργο αποτυπώνει το πέρασμα του χρόνου, τον αργό ρυθμό της παρατήρησης και τη διαδικασία της εφαρμογής του χρώματος πάνω στον καμβά.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που απεικονίζονται βρίσκονται ο σύντροφός του και διαχειριστής του στούντιο Jean-Pierre Gonçalves de Lima, ο ανηψιός του Richard Hockney και ο στενός του συνεργάτης Joe Hage, ο οποίος παρουσιάζεται μπροστά στο έργο The Tower of Babel (1563) του Pieter Bruegel του Πρεσβύτερου.


Τα πορτρέτα του Jack Ransome, σχεδιαστή των χαρακτηριστικών γυαλιών του Hockney, και του Thomas Mupfupi, ενός από τους φροντιστές του, ενσωματώνουν φόντα που παραπέμπουν στο A Year in Normandie. Ο Mupfupi εμφανίζεται φορώντας ένα από τα σήματα που σχεδίασε ο καλλιτέχνης, με την παιχνιδιάρικη φράση “END BOSSINESS SOON”. Συνήθως ολοκληρωμένα μέσα σε τρεις έως πέντε ημέρες, τα πορτρέτα αυτά αποκαλύπτουν μια βαθιά οικειότητα με τα πρόσωπα και έναν συνεχή διάλογο ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το μοντέλο.
Στα 88 του, ο Hockney συνεχίζει να διερευνά τι σημαίνει να βλέπεις και να αποτυπώνεις τον κόσμο. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, η ζωγραφική μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που αισθανόμαστε.

