«Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι είναι ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που θέτει μια βαθιά υπαρξιακή ερώτηση: Υπάρχει χώρος για την αγαθότητα σε έναν κόσμο που λειτουργεί με όρους συμφέροντος, φόβου και εξουσίας; Ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο «καλός άνθρωπος» του Ντοστογιέφσκι, υπάρχει μέσα στην κοινωνία κουβαλώντας ειλικρίνεια, συμπόνια και μια σχεδόν παιδική αγνότητα και γι’ αυτό ακριβώς χαρακτηρίζεται «Ηλίθιος». Πάνω σε αυτό το παράδοξο της αγαθότητας βασίζεται η βιωματική παράσταση του Νικόλα Ανδρουλάκη, «Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι», μια θεατρική εμπειρία πέρα από την ίδια τη θεατρική σκηνή, απλωμένη στον χρόνο, στις σχέσεις και στην καθημερινότητα. «Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι» του Νικόλα Ανδρουλάκη είναι ένας ρόλος ζωής, ένας άνθρωπος σημερινός, αληθινός, που συνομιλεί με τους θεατές, συγκινεί, γελά, εξομολογείται και διαμορφώνεται μαζί τους κάθε βράδυ.
Μετά από δύο χρόνια πορείας και sold-out παραστάσεις εντός κι εκτός Αθήνας, ο «Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι» επιστρέφει αυτή τη φορά σε μια νέα, ακόμη πιο προσωπική σκηνοθετική συνθήκη, στην Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου, στο Σύνταγμα. Ο Νικόλας Ανδρουλάκης με αυτοπεποίθηση σαν έτοιμος από χρόνια θα μου πει: «Είναι τέτοια η φύση αυτής της εμπειρίας για μένα -ακόμα και έξω από τη σκηνή- που πριν την παράσταση είναι σαν να κάνω μια διάταση, να παίρνω μια ανάσα και …πάμε. Με την έννοια ότι είμαι παντελώς έτοιμος αυτή τη στιγμή να παίξω και στην Ηρώδου Αττικού, αν χρειαστεί. Άμα χρειαστεί, παίζω και σε σπίτι για πέντε φίλους. Έχει γυμναστεί το σώμα και το πνεύμα σε κάθε δοσμένη συνθήκη και περίσταση».

Μια νέα σκηνοθετική φωλιά στην Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου
H επιλογή του χώρου δεν είναι διόλου τυχαία. Ένας τόπος φιλόξενος, ανοιχτός σε δρώμενα, μουσική και ανθρώπινες συναντήσεις. Και με αυτό θα ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με τον Νικόλα Ανδρουλάκη, για την επιλογή του χώρου: «Το σημαντικό για μένα είναι η επιλογή του χώρου να μην είναι κατ’ επίφασιν. Να έχει πραγματικό λόγο. Να έχει σκοπό. Θέλω να συνομιλήσω με τον χώρο, χωρίς όμως να πέσει το έργο στην παγίδα του “εξ άμβωνος”. Ακόμη κι αν ο μονόλογος είναι διαλεκτικός, αν πάρει χαρακτήρα κηρύγματος, για μένα αυτό θα είναι μια βαθιά προδοσία. Το ζητούμενο είναι να είμαστε όλοι μαζί από κάτω, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο καθένας να κοιτάει προς το δικό του ιερό. Μπροστά, μέσα του. Και αυτή η συνθήκη να είναι ανοιχτή, ελευθεριακή – ιδανικά ανεξίθρησκη».
Δίπλα είναι και η Ρωσική Εκκλησία, σε ένα παράλληλο σύμπαν θα μπορούσε να υπάρξει προσβασιμότητα και σε έναν τέτοιο λατρευτικό χώρο, ίσως ακόμη πιο κοντά ιστορικά και εθνικά στο ίδιο το έργο. Ωστόσο, η Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου είναι ο χώρος που τον συγκινεί περισσότερο: «Είναι ένας χώρος από μόνος του που έχει κάτι τρυφερό, ξένο και οικείο μαζί, ανοιχτό. Κουβαλά μια άλλη ευαλωτότητα ως συνθήκη. Δεν νομίζω ότι θα είχε νόημα να τελεστεί αυτό που κάνουμε μέσα σε έναν ελληνικό ορθόδοξο ναό, που είναι το κύριο και “κανονικό” της χώρας μας. Και το ότι θα έχω μαζί μου τη Χριστίνα Αντωνιάδου -μια σπουδαία σολίστ και τη μουσικό που λειτουργεί στο εκκλησιαστικό όργανο- είναι κι αυτό μια ουσιαστική συνομιλία με τον χώρο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο».
Όλα στην παράσταση λιτά, δίχως παρεμβάσεις συνομιλούν με την ουσία του κλασικού έργου όπως αυτό όμως διαμορφώθηκε μέσα από το καθημερινό βίωμα του ίδιου του Νικόλα Ανδρουλάκη: «Θέλω να μπορεί να παραμείνει η σπίθα που έχει ο “Ηλίθιος” αυτά τα δύο χρόνια: στιγμές ξεκαρδιστικές, στιγμές δηκτικές, στιγμές βαθιά εξομολογητικές. Χωρίς αυτολογοκρισία».
«Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι» του Νικόλα Ανδρουλάκη ζει ανάμεσά μας και ασκείται καθημερινά στον ορθό λόγο και στην άνευ όρων αγάπη. Ένας ήρωας εμπνευσμένος από τον Ντοστογιέφσκι αλλά μεταφερμένος στο εδώ και στο τώρα. Αν τον ρωτήσεις «τι συμβαίνει στην παράσταση;», δεν πρέπει να περιμένεις μια περιγραφή σκηνών, γιατί εκείνος δεν ακολουθεί κάποια τέτοια δομή. «Αυτό που έχουμε μάθει να λέμε δομή παράστασης είναι πια για μένα όλο ένα εσωτερικό περιεχόμενο. Μια κβαντική εμπειρία ως ερμηνευτή. Η δομή τελικά είναι ο ήρωας. Έχω πάνω από είκοσι ώρες υλικό, που κάθε φορά -σαν μια Γκουέρνικα της βραδιάς- συνθέτει αυτή τη διάλεξη που τελικά γίνεται κάτι άλλο».
Πρόκειται για έναν ιδιότυπο αυτοσχεδιασμό, βασισμένο όμως σε υλικό που έχει ήδη γράψει ο ίδιος και που εξελίσσεται διαρκώς. «Ταπεινά», όπως λέει, «εδώ και οκτώ χρόνια χτίζουμε και εξελίσσουμε ένα θεατρικό σύμπαν, τόσο συστηματικά ώστε έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μεταπτυχιακής μελέτης σε πανεπιστήμιο. Το ονομάζουμε θέατρο της πραγματικότητας. Είναι μια σπουδή στο ψυχόδραμα, αλλά και μια άσκηση στην επινόηση και στον αυτοσχεδιασμό. Μία βιωματική παράσταση, αλλά και ένα ντοκουμέντο. Στην ουσία είναι, η καλλιέργεια και η σύνθεση μιας πραγματικότητας που καταλήγει σαν απόσταγμα σε ένα πηλίκο».
Αν και στο παρελθόν η σύνθεση ήταν πολυπρόσωπη, η επιλογή του «Ηλίθιου» ως μοναχικού ταξιδιού είναι συνειδητή. Στόχος του μάλιστα είναι μέσα στο 2026 να γράψει το πρώτο του σύγγραμμα: Από τη φιλοσοφία στη θεατρική πράξη και πίσω στη ζωή ως εφαρμοσμένη φιλοσοφία. «Για μένα έχει και ένα βαθιά προσωπικό ενδιαφέρον: τι είναι ρόλος, τι είναι χαρακτήρας και πώς καλλιεργούμε αυτά τα υλικά. Τελικά, η ίδια η παράσταση είναι η άσκηση της δημιουργίας της».

Ανάμεσα στον ρόλο και τη ζωή
Κι εκεί ακριβώς γεννιέται το επόμενο ερώτημα: Πού τελειώνει ο Νικόλας και πού αρχίζει ο «Ηλίθιος»; Τον όρο περσόνα που θα του θέσω τον αποποιείται. Τον θεωρεί επικίνδυνο. Προτιμά πιο απλές λέξεις, όπως αναφέρει: «Για μένα υπάρχουν δύο βασικά στοιχεία: ο χαρακτήρας και ο ρόλος. Ο χαρακτήρας δεν είναι το βάθος της προσωπικότητας, αλλά αυτό που βλέπουμε εξωτερικά: τα συμπεριφορικά στοιχεία, το σώμα, την όψη, από έξω προς τα μέσα. Και μετά υπάρχει ο ρόλος. Ο ρόλος είναι αόρατος και λειτουργικός. Όπως ο ρόλος της μάνας, ο ρόλος του ηθοποιού».
«Ο Ηλίθιός» του ξεπερνάει τον σκηνικό χαρακτήρα και είναι πλέον ένας ρόλος ζωής. Συμπίπτει με προσωπικές του επιλογές ζωής: Νηστείες, αποχή από το αλκοόλ, μια συνειδητή προσπάθεια αποφόρτισης από απωθημένα, μια άσκηση ειλικρίνειας και εξομολόγησης. Χωρίς εξιδανίκευση. Ένας ρόλος που μετουσιώνεται από θεατρική φιγούρα σε καθημερινή άσκηση και λειτουργεί σαν ένα «μπόλιασμα» στους υπόλοιπους προσωπικούς του ρόλους – «”Ο Ηλίθιος” είναι ένας ακόμη ειδικός ρόλος μου, όπως είναι το να είμαι γιος, αδελφός, κολλητός, εραστής, πωλητής, γείτονας, οδηγός, συγγραφέας».
Ο ρόλος του «Ηλίθιου» δεν μένει μια αφηρημένη θεατρική σύλληψη. Ο Νικόλας Ανδρουλάκης τον μπολιάζει συνειδητά με δικά του στοιχεία- προσωπικές ιστορίες, μνήμες και βιώματα που διαπερνούν την παράσταση. Επί σκηνής, τον συνοδεύουν παιδικές του φωτογραφίες. Πρόθεσή του δεν είναι να αποκαλύψει κάτι από τον αληθινό του εαυτό, μήτε να εστιάσει σε μια, κατά τα λοιπά – συμπαθή περίοδο της ζωής του αλλά να μιλήσει για την παιδικότητα: «Όχι ως εύκολη ευαισθησία ή τρυφερότητα. Μιλάω για τον ορθό λόγο του παιδιού. Για εκείνη τη σύντομη περίοδο ζωής -τα πρώτα χρόνια- πριν η κοινωνία μάς μαθαίνει ότι ο γρηγορότερος δρόμος δεν είναι η ευθεία αλλά το ψέμα. Γιατί αργότερα στη ζωή μας οι λέξεις χάνουν την κυριολεξία τους. Όλα μπαίνουν σε εισαγωγικά. Και καταλήγουμε σε μια μικρή συλλογική παράνοια, να χρησιμοποιούμε εισαγωγικά εκεί που δεν χρειάζονται».
Τον ρωτάω αν υπάρχει ποτέ φόβος μπροστά στο άγνωστο που φέρνει κάθε νέα συνάντηση με το κοινό. Γελάει και απαντά: «Οι φόβοι “επί της αρχής” είναι αυτό που λέει η λέξη: μην έρθει κάποια ανώτερη αρχή. Γι’ αυτό ο ήρωας έχει πάντα στην τσέπη του την πρόσληψή του και την ταυτότητά του. Μην έρθει η επιθεώρηση εργασίας, μην εμφανιστεί κανένας μπράβος με όπλο, γιατί βλέπεις ότι σιγά σιγά αγριεύουν τα πράγματα».
Ο «Ηλίθιος» του Νικόλα Ανδρουλάκη μιλά για εξωφρενικές καταστάσεις της ελληνικής πραγματικότητας και αυτό, όπως παραδέχεται, κουβαλά πάντα ένα ρίσκο. Ο βαθύτερος φόβος λοιπόν δεν είναι εξωτερικός αλλά συνδέεται με τη δική του ευαλωτότητα. Θυμάται πως ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι ήταν επιληπτικός κι εκείνος, από τα τριάντα του, βίωσε έντονα κρίσεις πανικού. «Είναι σε έναν θεραπευτικό λήθαργο, αλλά επιστρέφουν σαν ντεζαβού. Όπως ένα παλιό τραύμα που πονάει με την υγρασία». Φέτος τα Χριστούγεννα, σε μια δύσκολη μέρα – άρρωστος, αγχωμένος, με τηλεοπτικές υποχρεώσεις και τον μόχθο της παράστασης – ένιωσε μια τέτοια κρίση να πλησιάζει ξανά. «Οπότε οι φόβοι μου είναι απλοί: να είμαι καλά, να μην είμαι άρρωστος, να μην συμβεί κάτι σοβαρό. Να μην γίνει σεισμός, να μην πιάσει φωτιά, να μην μπει κάποιος οπλισμένος τρελός». Αν αφαιρέσεις αυτά, λέει, όλη η συνάντηση με τον κόσμο είναι δώρο.
Θυμάται απρόβλεπτες στιγμές της παράστασης. Όπως μια μητέρα που στην αρχή σήκωσε το χέρι αγανακτισμένη: «Αυτά που λες δεν είναι το κείμενο του Ντοστογιέφσκι. Mπορώ να φύγω;». Και τελικά όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά στο τέλος σηκώθηκε και έκανε έναν δεκάλεπτο μονόλογο στο ανκόρ, σαν τον Άρη Βελουχιώτη καλώντας τα νέα παιδιά να αντισταθούν στη γενιά της. Η βιωματική σχέση του με τον «Ηλίθιο» δεν σταματά όταν σβήνουν τα φώτα της σκηνής. Ο Νικόλας Ανδρουλάκης έχει ενσωματώσει τον ρόλο ακόμη και στην καθημερινή του αισθητική ως φυσική προέκταση της σπουδής του: «Για λόγους οικονομίας, αλλά και για τη δική μου κοινωνικοπολιτική θέση και ανάγκη, έχω προσαρμόσει την αισθητική μου στο προσωπικό μου ντύσιμο. Για να μπορώ να κινούμαι και να τον βιώνω στο δικό μου μέσο, το κοινότοπο, την καθημερινότητα».
Τα ρούχα του «Ηλίθιου» επί σκηνής -τα «καλά» της προηγούμενης χρονιάς- έχουν περάσει πια στην προσωπική του γκαρνταρόμπα. «Τα φοράω εγώ φέτος στις κενές στιγμές, εκτός της σπουδής του ήρωα. Έχει πλάκα – είναι σαν ο Νικόλας να είναι το μικρό αδερφάκι του Μίσκιν, ο Νικολάκης Μίσκιν».

Μαθήματα από τον «Ηλίθιο»: Το μέτρο και η ευαλωτότητα
Θα τον ρωτήσω τι του έχει μάθει ο «Ηλίθιος» ύστερα από τρία χρόνια συνύπαρξης: «Αν κάτι πολύ σημαντικό έχω μάθει από τον Ηλίθιο, είναι ότι όλα θέλουν μέτρο. Όλα απαιτούν υπομονή. Είτε πρόκειται για υπερήρωες είτε για καθημερινούς ρόλους. Είτε είσαι ο Μπάτμαν, είτε ο Σπάιντερμαν, είτε ο φούρναρης, είτε ο Ηλίθιος που έρχεται όπου θες και αγαπάει άνευ όρων, υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται μια υπομονετική ανοχή στο τίποτα». Γιατί, όπως λέει, «ακριβώς στους αρμούς ανάμεσα στους ρόλους γεννιούνται ο πανικός και η φθορά. Αν δεν αντέχεις αυτή την παθητική, όμορφη εισπνοή της ζωής – να είσαι απλώς ένα πλάσμα με όνομα, με παρατσούκλι – κινδυνεύεις να εγκλωβιστείς τόσο πολύ στην ορμητική ροή των ρόλων σου, που στους ενδιάμεσους χώρους να γίνεις δυσβάσταχτος για τον ίδιο σου τον εαυτό».
Και αυτό, όπως παρατηρεί, το βλέπει έντονα στη γενιά μας. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει συχνά, ακόμη και μέσα από τα social media: να μην πνιγόμαστε, να μην παλεύουμε διαρκώς, να μην ζούμε σε έναν σύγχρονο Προκρούστη ρόλων και απαιτήσεων. «Προσπάθησε όσο μπορείς να γίνεσαι χώρος. Γιατί πολλές φορές, σχεδόν σαδομαζοχιστικά, μπλεκόμαστε ασταμάτητα σε ρόλους (κοινωνικούς) που τελικά μας εξαντλούν αντί να μας ελευθερώνουν».

Κι αν τελικά ο «Ηλίθιος» είναι μια άσκηση ζωής που δεν τελειώνει όταν σβήνουν τα φώτα της παράστασης, τι θα έκανε αν έβγαινε από την Αγγλικανική Εκκλησία και περπατούσε απόψε στο Σύνταγμα, ανάμεσα στους ανθρώπους; Τι θα τους ψιθύριζε; «Θα πάω ένα βήμα πίσω. Ακόμα μέσα στην εκκλησία, στο τέλος κάθε βραδιάς …γνωρίζω ανθρώπους. Κι αυτό είναι στην ουσία η αρχή της επόμενης πράξης, μιας πράξης που τη γράφουμε μαζί. Ιδανικά με ανθρώπους που δεν περίμενα να γνωρίσω. Και έχω γνωρίσει πολλούς. Δίνω το πραγματικό μου κινητό τηλέφωνο σε όλους τους θεατές. Τους παρακαλώ μόνο να μην με χακάρουν, να μην με σοκάρουν. Και λαμβάνω μηνύματα – κατεβατά ολόκληρα – εξομολογητικά, μήνες μετά. Δεν τα δημοσιεύω φυσικά. Δεν είμαι υπέρ το δέον ανοιχτός σε όλα αυτά. Υπάρχει πάντα κι εκείνη η αγωνία της στιγμής που είσαι έξω από τον ρόλο. Είτε έρθει κάποιος τρίτη φορά στην παράσταση – που μου έχει τύχει – είτε είναι κάποιος που απλώς είδε φως και μπήκε, χωρίς να έχει διαβάσει δελτίο τύπου, είτε είναι κάποιος που κέρασε όλη την παρέα εισιτήριο, είτε κάποιος που λέει ανοιχτά πως το έχει ανάγκη. Άλλωστε το μειωμένο εισιτήριο το έχουμε για όποιον πιστεύει ότι το χρειάζεται – δεν ελέγχουμε κανέναν. Και λέω ανοιχτά πως όποιος δυσκολεύεται ακόμη και με αυτό, μπορεί να μου στείλει μήνυμα και θα του έχω εγώ πρόσκληση. Για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Έτσι βγαίνω από την Εκκλησία με τη δική μου συνείδηση ήσυχη. Δεν θα σώσω απόψε τον κόσμο – δεν θα σταματήσει η γενοκτονία στην Παλαιστίνη – αλλά αυτό που μπορούσα, το έκανα. Και αντιστάθηκα ακόμη και στο να φέρω χορηγό που θα ντρεπόμουν να αναφέρω. Ο νοών νοείτω. Και μετά περπατάω στο Σύνταγμα, ίσως με έναν, δύο, πέντε, είκοσι ανθρώπους – όσους θέλουν να περπατήσουν νύχτα στον δρόμο μαζί μας. Να κάνουμε ένα ταμείο, να κουβαλήσουμε δυο πράγματα, να βοηθήσουμε κάποιον που ίσως δεν περίμενε ότι τον είχα προσέξει. Και συχνά εγώ απλώς κουβαλάω τις τσάντες. Γιατί όλα τα αντικείμενα της παράστασης είναι αληθινά. Οι παιδικές μου φωτογραφίες είναι οι πραγματικές κορνίζες. Το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι είναι το μοναδικό αντίτυπο που σημαίνει τα πάντα για μένα. Η τσάντα είναι η ίδια που είχα στον στρατό πριν δέκα χρόνια. Μου λένε πολλοί: “Γιατί δεν βγάζεις αντίγραφα;”. Και απαντώ: όχι. Αυτά είναι τα αληθινά υλικά του Ηλίθιου. Και τα κουβαλάω κάθε βράδυ για να μην χαθούν, για να μην μπω ποτέ στη σκέψη της καχυποψίας απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Προτιμώ να πεινάω, να διψάω, να κουβαλάω πράγματα – και να μιλάνε οι άλλοι. Και τελικά, ίσως να μην χρειάζεται να ψιθυρίσω τίποτα».

