Μετά την πρεμιέρα της πριν λίγο καιρό στις Κάννες, η τέταρτη ταινία του Iσλανδού Χλίνουρ Πάλμασον, το “The Love that Remains”, προβλήθηκε και στο 59o Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, όπου και είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον δημιουργό της, μαζί με δυο ακόμα συναδέλφους από ξένα μέσα. Για την προηγούμενή ταινία του Πάλμασον, το εξαιρετικό «Η Χώρα του Θεού», είχαμε γράψει: «Τα άλογα κινηματογραφούνται σαν να παίζουν κι αυτά. Υπάρχουν σκηνές που νιώθεις ότι παίζουν κι αυτά. Ο δε σκύλος στην ταινία δεν νιώθεις απλά ότι παίζει, σχεδόν ξέρεις ότι παίζει κι αυτός». Το “Τhe Love that Remains” βραβεύτηκε στις Κάννες με το Palm Dog (ναι, υπάρχει κι αυτό), για την ερμηνεία του σκύλου του. Είναι ο σκύλος της οικογένειας του Πάλμασον, όπως και τα παιδιά στην ταινία (το θέμα της οποίας είναι ένα χωρισμένο ζευγάρι με τρία παιδιά, που προσπαθεί να ανταπεξέλθει στην καινούργια κατάσταση που διαμορφώνεται) είναι τα δικά του παιδιά. Αλλά ας του δώσουμε τον λόγο και για τον σκύλο του και για όλα τα υπόλοιπα:

«Δεν του έχω βάλει ακόμα το κολάρο του βραβείου, γιατί βασικά ποτέ δεν του βάζουμε κολάρο. Αλλά ναι, τώρα τιμής ένεκεν μπορεί να του το φορέσουμε για μια βόλτα. Ήταν το μόνο βραβείο που μπορούσαμε να κερδίσουμε (σ.σ. επειδή η ταινία δεν συμμετείχε σε κάποιο διαγωνιστικό πρόγραμμα), οπότε ναι, το χάρηκα. Θέλω να πω, το αγαπώ αυτό το σκυλί και είχε πλάκα. Στην αρχή μάλιστα νόμισα ότι επρόκειτο για αστείο. Στη «Χώρα του Θεού» είχαμε επίσης ένα σκυλί, το «Γιαούρτι». Κι αυτό είχε κερδίσει κάτι, ίσως όχι το μεγάλο βραβείο, κάτι σαν τιμητική αναφορά. Οπότε, ναι, τώρα πια τα νέα έχουν κυκλοφορήσει, με αποτέλεσμα ένα σωρό ζώα να κάνουν ουρά έξω απ’ το γραφείο μου, προκειμένου να συνεργαστούν μαζί μου. Είσαι ας πούμε κοτόπουλο; Έλα, το ‘χουμε. Ο Χίτσκοκ είχε πει ότι ποτέ δεν πρέπει να δουλεύεις με σκυλιά και παιδιά, εμένα όμως μου αρέσει να δουλεύω με σκυλιά. Γράφω για αυτά που ξέρω. Οπότε αν είναι τα δικά σου ζώα και τα ξέρεις, ξέρεις και να γράψεις για αυτά. Δεν θα γράψεις σκηνές που δεν μπορούν να κάνουν. Τελικά λοιπόν μου είναι και εύκολο και διασκεδαστικό.

Όταν επέστρεψα πριν μερικά χρόνια στην Ισλανδία, αγόρασα ένα παλιό στούντιο κι ένα κουτί με παλιούς φακούς. Και μετά ξεκίνησα να τραβάω διάφορα που συνέβαιναν γύρω μου, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς από αυτά θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και πώς. Ήταν περισσότερο ένα εργαλείο προκειμένου να βρω ερεθίσματα ώστε να αναπτύξω στη συνέχεια κάτι. Οπότε, τραβούσα ας πούμε για μια περίοδο τριών μηνών, ύστερα έπαιρνα τo υλικό, το έστελνα για εμφάνιση στη Σουηδία και στη συνέχεια έπαιρνα πίσω τις ημερήσιες λήψεις. Kαι κάθε φορά που τις παίρνω πίσω, το βρίσκω πολύ συναρπαστικό, καθώς πάντα ξεχνάω τι έχω τραβήξει. Τα βλέπω λοιπόν και αρχίζω να τα βάζω σε μια σειρά. Ταυτόχρονα αρχίζω να γράφω και να σχηματίζω πάνω τους ιδέες, ιστορίες και αφηγηματικούς άξονες, προσπαθώντας να σκεφτώ τι θα μπορούσα να κάνω με αυτά. Και το να φιλμάρω είναι κάτι που κάνω διαρκώς, κάθε μήνα, ίσως και κάθε εβδομάδα».

Εννοείτε ότι τραβάτε οτιδήποτε βλέπετε γύρω σας;

Nαι, βασικά έχω πάντα στο αυτοκίνητο μια κάμερα 35 mm κι ένα τρίποδο και μετά, αν για παράδειγμα δω ότι υπάρχει μια χιονοθύελλα, βγαίνω έξω και την τραβάω. Ή αν σκάει το ταβάνι του studio μου, απλά το τραβάω για να απαθανατίσω τη στιγμή. Γενικά πράγματα που βρίσκω ενδιαφέροντα, όπως τα παιδιά μου να κάνουν πατινάζ στον πάγο. Κι όλο αυτό κάπως σταδιακά αναπτύσσεται και μετατρέπεται σε ένα αφηγηματικό νήμα. Και μετά προσπαθώ να το χρησιμοποιήσω. Όταν άρχισε να γεννιέται το “The Love that Remains”, καθόμουν μέσα σε μια μικρή ξύλινη καλύβα φιλμάροντας τα παιδιά. Και άρχισα να σκέφτομαι: τι να κάνουν τώρα οι γονείς τους; Έχουμε τώρα τρία παιδιά που χτίζουν ένα δεντρόσπιτο, οι γονείς τους όμως πού βρίσκονται, τι κάνουν; Έτσι άρχισα να γράφω μια ιστορία για τους γονείς. 

Άρα οι ιδέες σας ξεκινούν βασικά από εικόνες και δεν προϋπάρχουν έξω από αυτές ως κάτι αυτόνομο; Δεν ξεκινάτε από κάτι που γράφετε, αλλά πρώτα βλέπετε κάτι που αποτελεί το έναυσμα, ώστε στη συνέχεια να αρχίσετε να αναπτύσσετε την ιδέα;

Είναι μια μίξη. Ας πούμε πάντα είχα αυτή την ιδέα ότι ήθελα να κάνω μια ταινία για μια οικογένεια. Μια οικογένεια που χωρίζει, ένα ρήγμα στην οικογενειακή σχέση. Κι επίσης πάντα ήθελα να κάνω μια ταινία για τη διαμάχη μεταξύ αδελφών (σ.σ. αναφέρεται στην πρώτη του ταινία, το “Winter Brothers”). Υπάρχουν πολλά αφηγήματα που με ενδιαφέρουν και όλα σχετίζονται πολύ με τον πυρήνα της οικογένειας. Είναι πολύ κοινότοπα. Kαι ένα από αυτά είναι το πώς δημιουργούμε τις αναμνήσεις μας και το πώς περνάμε τον χρόνο μας. Πώς τον περνάμε στα αλήθεια; Toν περνάμε, για παράδειγμα, με τα παιδιά μας; Τον περνάμε δουλεύοντας; Μας ικανοποιεί αυτό; Οπότε άρχισα να εξερευνώ τις συγκεκριμένες θεματικές. Κι έτσι, όταν άρχισαν να ξηλώνουν την οροφή του παλιού μου στούντιο το 2017 επειδή είχε πρόβλημα, είπα πρέπει να το τραβήξω. Δεν ήξερα πού θα το χρησιμοποιήσω όταν το τραβούσα, αλλά μετά, αμέσως μόλις είδα το κινηματογραφημένο υλικό, είπα αυτό θα είναι στο ξεκίνημα του “Α Love that Remains”. Δούλευα ήδη πάνω στην ιδέα λίγο καιρό και αμέσως μου φάνηκε κατάλληλο. Οπότε καμιά φορά οι εικόνες εμφανίζονται όχι ως το σημείο έναρξης, αλλά κάπου στην πορεία της διαδικασίας δημιουργίας της ιστορίας.

Νομίζω ότι διαμορφωνόμαστε από τον τόπο μας, από το περιβάλλον στο οποίο έχουμε γεννηθεί. Για παράδειγμα, ήμουν πρόσφατα στο Σαν Σεμπάστιαν και συζητούσαμε για κάποια περιοχή στην Ισπανία που έχει συχνά πολύ δυνατούς ανέμους. Μια γυναίκα που γνώρισα μου είπε ότι όλοι όσοι είναι από εκεί είναι λίγο τρελοί εξαιτίας των ανέμων. Νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοεί. Οι καιρικές συνθήκες μας διαμορφώνουν. Από την άλλη πάλι, ζούμε σε μια εποχή που μας κάνει να διαμορφωνόμαστε κι από κοινά σε όλους πράγματα. Φοβάμαι λοιπόν ότι η Ισλανδία ρομαντικοποιείται. Και πραγματικά προσπαθώ να μην το κάνω αυτό στις ταινίες μου. Δεν προσπαθώ να προβάλω το ομορφότερο μέρος στον κόσμο. Δεν προσπαθώ να φτιάξω «ισλανδικό πορνό». Τραβάω τα μέρη που γνωρίζω και στα οποία πηγαίνω. Ας πούμε το μέρος που στο “The Love that Remains” η οικογένεια πηγαίνει και μαζεύει μανιτάρια, είναι η ίδια τοποθεσία που βρίσκεται ο ιερέας στο τέλος της «Χώρας του Θεού». Και είναι μια περιοχή στην οποία πηγαίνω πολλές φορές. Οπότε δεν προσπαθώ να τραβήξω την πιο όμορφη παγωμένη λίμνη, αλλά φιλμάρω τη λίμνη που δείχνει βρώμικη. Μια λίμνη στην οποία δεν πηγαίνει κανείς, αλλά εγώ έχω μια σύνδεση μαζί της. 

Στη «Χώρα του Θεού» όμως υπήρχαν εκθαμβωτικές εικόνες. Το φυσικό τοπίο ήταν μεγαλειώδες. Εκεί δηλαδή προσπαθήσατε να το δείξετε ή όχι; 

Δεν προσπαθώ να φτιάξω εικόνες από καρτ ποστάλ, αλλά καμιά φορά αυτές απλά εμφανίζονται, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα όμορφο τοπίο. Νομίζω ότι ποτέ δεν προσπάθησα απλά να φτιάξω ωραίες εικόνες. Προσπαθούσα να απαθανατίσω την αλλαγή των εποχών, απλοποιώντας όσο γίνεται τη διαδικασία. Οπότε δεν χρησιμοποίησα dolly (σ.σ. τροχοφόρα). Δεν υπήρχαν περίπλοκα πιασάρικα πλάνα. Είχαμε είτε ένα τρίποδο που δεν κουνιόταν καθόλου, είτε ένα τρίποδο που έκανει pan (σ.σ. κινούνταν στον οριζόντιο άξονα, δεξιά – αριστερά). Kαι στην πράξη είναι δύσκολο, γιατί όταν έχεις dolly μπορείς να κρύψεις κάτι, μπορείς να πειράξεις την εικόνα και ο θεατής να μην νιώσει ότι δεν το βλέπει, μπορείς να επεμβαίνεις τα πράγματα στην πορεία. Αλλά με pan είναι δύσκολο να το πετύχεις. Ήθελα λοιπόν η ταινία να βγει πολύ απλή. Αλλά επειδή έχω την κάμερά μου στο αυτοκίνητο, μπορώ να απαθανατίζω για παράδειγμα διαφορετικές φάσεις του ουρανού. Ή να βλέπουμε ένα μέρος που είναι χιονισμένο τον χειμώνα και συνέχεια να κόβω σε μια ηλιόλουστη εικόνα του το καλοκαίρι. Οπότε οι εικόνες βγαίνουν όμορφες και όντως πιστεύω ότι το τοπίο είναι πολύ όμορφο, αλλά δεν έχω την τάση να χρησιμοποιώ τα γνωστά τουριστικά μέρη. Κατά τη διάρκεια του covid οδηγούσα με την οικογένειά μου και πηγαίναμε στους τουριστικούς προορισμούς που ήταν άδειοι. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία αυτή η αντιδιαστολή, γιατί συνήθως είναι γεμάτοι κόσμο.

Νομίζω ότι αν δεν δουλεύεις με ταινίες με πολύ πυκνή πλοκή και με ανθρώπους να ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο, τότε μπορείς να εισάγεις άλλα στοιχεία δράματος. Και αυτά μπορεί να είναι οπτικά, όπως ο χειμώνας και το καλοκαίρι, το κρύο και η ζέστη, το μέταλλο από τα σύνεργα ψαρέματος και η γη και η θάλασσα, έτσι ώστε να τα αξιοποιήσεις κάπως διαφορετικά. Και αναρωτήθηκα πολύ πώς μπορώ να κινήσω το ενδιαφέρον των θεατών με διαφορετικό τρόπο. Πώς π.χ. το ότι πάνε στη θάλασσα, μπορεί να επηρεάζει την οικογένεια, χωρίς να συμβαίνουν πολύ δραματικά γεγονότα;  

Η παρουσία και η απουσία είναι μια άλλη μεγάλη αντίθεση της ταινίας. Και θεωρώ ότι αυτή είναι η ισορροπία της ζωής. Τι κάνεις με τον χρόνο σου, πώς τον περνάς; Πρέπει να δουλέψεις, αλλά θέλεις και να περάσεις χρόνο με όσους αγαπάς. Και δεν νομίζω ότι όσο και να προσπαθείς μπορεί να βρεθεί η τέλεια ισορροπία. Και η ταινία έχει να κάνει πολύ με αυτό το θέμα, με το πώς ξοδεύεις τον χρόνο σου, και είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις κινηματογραφικά ενδιαφέρον. Ή το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος. Να το νιώσεις. Και το νιώθω στους κοντινούς μου ανθρώπους. Οι παππούδες μου πεθαίνουν και τα παιδιά μου μεγαλώνουν, πράγματα πολύ σημαντικά για μένα, το πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα, κι ως κινηματογραφιστής προσπαθείς να τα αποτυπώσεις, την ουσία τους, την αίσθησή τους. Οπότε το περιστρέφεις γύρω από τους ανθρώπους που αγαπάς. Αυτός είναι ο συναισθηματικός πυρήνας της ταινίας. Είναι μια προσωπική, αλλά όχι μια ιδιωτική ιστορία. Δεν χωρίζω με τη γυναίκα μου, δεν έχουμε τα ίδια προβλήματα με το ζευγάρι, αλλά οι πρωταρχικές ανάγκες και επιθυμίες είναι εκεί και νομίζω ότι αυτά προσπαθώ να εξερευνήσω. Ας πούμε έχουν μαζί κάτι ως ζευγάρι. Και αυτό δεν υπάρχει πια. Κι ο ήρωας το επιθυμεί, το χρειάζεται, το θέλει. Και είναι κάτι σωματικό. Κι αυτό πώς το εξηγείς, πώς το κάνεις, πώς το δείχνεις; Οπότε υπήρξε διεξοδική εξερεύνηση αυτών των μικρών αλλά πολύ βασικών πραγμάτων. 

Και μετά κοιτούν στην αυλή τους και υπάρχουν και κότες εκεί. Τι είδους σχέση μπορούν να έχουν οι κότες; Πώς σχετίζονται οι κότες μεταξύ τους; Σε ένα σημείο της διαδικασίας πίστευα ότι οι κότες θα είχαν πολύ μεγαλύτερο κομμάτι στην ταινία. Θα τις παρατηρούσαμε περνώντας χρόνο μαζί τους, θα τις γνωρίζαμε, για παράδειγμα πώς ο κόκορας κοιτάζει όλες τις κότες στο κοτέτσι κλπ. Αλλά νομίζω ότι όταν κάνεις μια ταινία, αν παρεκκλίνεις πολύ από τη βασική ιστορία που λες, το κοινό παύει να παρακολουθεί. Και καταλάβαινα ότι αν ξέφευγα πολύ η ταινία θα κατέρρεε. Υπάρχουν αφηγηματικές γραμμές στην ταινία, που είναι σαν δέντρο με κλαδιά, τα οποία πηγαίνουν δεξιά κι αριστερά (πχ ο κόκορας, το ψάρεμα) κι αν ξεφύγεις το μαζεύεις πίσω, επιστρέφοντας στον κορμό της. 

Θεωρείτε ότι στους χωρισμούς ο ένας από τους δύο το παίρνει πάντα βαρύτερα; Ότι ο ένας από τους δύο δεν θέλει στα αλήθεια να χωρίσει, κι αντίθετα ο άλλος, όσο δυσάρεστα κι αν αισθάνεται, αρχίζει πλέον και νιώθει ελεύθερος; Ότι υπάρχει έτσι πάντα μια ανισορροπία; 

Nαι, νομίζω υπάρχει πάντα ανισορροπία, επειδή οι άνθρωποι δεν βρίσκονται ποτέ στο ίδιο σημείο. Οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους και θέλουν διαφορετικά πράγματα. Και προσπαθώ κι εγώ να διατηρήσω την ισορροπία της ζωής μου, αλλά νιώθω ότι ποτέ δεν είναι ισορροπημένη. Αλλά είμαι κάπου εκεί κοντά, οπότε είναι ΟΚ. Νομίζω ότι μια από τις αποφάσεις που έκανα όταν δούλευα πάνω σε αυτήν την ταινία χωρισμού, ήταν πως ήξερα πολλά από όσα δεν ήθελα να έχει. Παραδείγματος χάριν, δεν ήθελα να την χτυπά, δεν ήθελα να έχει κοιμηθεί με τον φίλο του, δεν ήθελα να ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο.

Ωστόσο στις ταινίες του Κασσαβέτη (σ.σ. που έχει δηλώσει πως είναι μεγάλη επιρροή του) οι άνθρωποι φωνάζουν.

Ναι. Και τους βάζει και το κάνουν και πολύ καλά. Και προσπάθησα κι εγώ να γράψω μια σκηνή όχι καυγά, αλλά αντιπαράθεσης. Έχω διαφορετική ιδιοσυγκρασία από τον Κασσαβέτη, αλλά θεωρώ ότι είναι ο μάστερ. Και νομίζω ότι αυτό που κάνει, μόνο εκείνος μπορούσε να το κάνει. Και όταν βλέπω μια ταινία του συνδέομαι ιδιαίτερα με τις αποφάσεις που παίρνει. Παίρνει πάντα αποφάσεις που σε ξαφνιάζουν, αλλά αποδεικνύονται οι σωστές.

Από τα 13 μου ήξερα ότι ήθελα να ασχοληθώ με τον ήχο και την εικόνα. Να τα ενώνω, να παίζω μαζί τους. Και είμαι ακόμα ίδιος. Αυτό είναι που βασικά κάνω, αυτό μου αρέσει να κάνω. Και το κάνω εμμονικά. Κάθε φορά που μου έρχονται οι ημερήσιες λήψεις, αμέσως, ακόμα κι αν είναι τρεις το πρωί, τις κατεβάζω και τις βλέπω και αρχίζω να ενώνω εικόνες και ήχους. Και είναι το ναρκωτικό μου. Το πιο αγαπημένο μου πράγμα στον κόσμο. Δεν ξέρω γιατί με εξιτάρει τόσο πολύ, πάντως έτσι είμαι φτιαγμένος. Κάθε φορά που τις παραλαμβάνω είναι για μένα Χριστούγεννα.

Υπάρχει μια ατάκα στη «Χώρα του Θεού» που λέει ότι στην Ισλανδία έχετε διψήφιο αριθμό λέξεων για τη βροχή. 

Ναι, έφερα μαζί μου τον καιρό, συγγνώμη για αυτό. Η χθεσινή πάντως βροχή ήταν καταπληκτική. Νεροποντή κανονική. Την τράβηξα, θέλετε να τη δείτε; (Αρχίζει να μας δείχνει με το κινητό του. Η κάμερα είναι εστιασμένη στο παράθυρο ενός κτιρίου, μια κουρτίνα του δωματίου κουνιέται από τον αέρα, μπροστά φαίνεται η βροχή που πέφτει κάθετα, με δύναμη, πυκνότητα και καθαρότητα, η κάμερα απομακρύνεται από το παράθυρο αργά αλλά σταθερά, η κίνησή της κάνει ακόμα πιο υποβλητική την ατμόσφαιρα). Ήταν πολύ ξεχωριστή βροχή, ήταν βαριά. Και τα σύννεφα πολύ δραματικά. Είναι σαν ζωγραφιά. Αυτή λοιπόν είναι μια χαρακτηριστική εικόνα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως έναυσμα για μια ιστορία.

Είναι σαν Πολάνσκι.

Ναι, πάρα πολύ. Δημιουργεί μυστήριο. Και μετά αρχίζεις να σκέφτεσαι τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Κάτι μπορεί να συνέβη. Και έτσι ξεκινά. Η εμμονή ξεκινά.