Στον δρόμο προς το Ηρώδειο, την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου όσοι ανηφορίσαμε για το Ωδείο ήταν για να ζήσουμε τη νέα δημιουργία του Δημήτρη Παπαϊωάννου. “THIS THAT KEEPS ON – a personal archaeology –” ο τίτλος της και η εκκίνηση κι ο σκοπός της βραδιάς ήταν πολύ συγκεκριμένος, καθώς ήταν μια μοναδική fundraising εκδήλωση, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν αποκλειστικά για τη δημιουργία του νέου Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Η ανάθεση αυτού του έργου έγινε από το ίδιο το Μουσείο σηματοδοτώντας και την έναρξη των εορτασμών για τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την ίδρυσή του αλλά και ξεκινώντας το ταξίδι της «Μεταμόρφωσής» του. Σε αυτή τη μεταμόρφωση με αφορμή τα 40 χρόνια ήρθε και αυτή η ξεχωριστή συνεργασία με το έργο του Δημήτρη Παπαϊωάννου, στο οποίο συμβαίνει κάτι πρώτη φορά.
Στο “THIS THAT KEEPS ON – a personal archaeology –”, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου συνθέτει ένα νέο έργο ανασκάπτοντας όμως εικόνες και σώματα από τις δικές του τέσσερις δεκαετίες δημιουργίας. Αυτή η ανάθεση του έδωσε την ευκαιρία να κάνει κάτι που πάντα ήθελε: κάποιες εφευρέσεις που έκανε στο θέατρο είτε ως οπτικοποιημένες έννοιες είτε ως σωματικές εφευρέσεις να τις βάλει να κατοικήσουν στο ίδιο σπίτι. Αποτελεί την πρώτη του ανασκαφή στην προσωπική του αρχαιολογία, με τα «παιδιά» του όλα μαζί να συνθέτουν κάτι νέο που έχει γεννηθεί από αυτό το «ψάξιμο». Τον βοηθά για την επόμενη μεταμόρφωση, σαν κάτι να καταλαβαίνει.




Οι κερκίδες του Ηρωδείου γέμισαν και εδώ αξίζει μια επισήμανση, γιατί στο κοινό συναντούσες και πρόσωπα σε αρκετά νεαρή ηλικία, αφού το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και ο Δημήτρης Παπαϊωάννου προσέφεραν 2.000 εισιτήρια δωρεάν σε φοιτητές και σπουδαστές κρατικών σχολών θεάτρου, χορού, κινηματογράφου και καλών τεχνών όπως και σε σπουδαστές χορού ΑμεΑ. Επειδή ακριβώς ήταν και μια fundraising εκδήλωση, το συγκεκριμένο κοινό μπορούσες να το διακρίνεις και ήταν πολύ σημαντική και ξεχωριστή η θέση του σε αυτή τη βραδιά.
Η παράσταση ξεκινά και οι «μεταμορφώσεις» του Παπαϊωάννου αρχίζουν κι εκτυλίσσονται μπροστά μας. Τριάντα χορευτές και ηθοποιοί -και όπως ακριβώς αποκαλεί ο Παπαϊωάννου- «ο ιερός κόπος των σωμάτων» τους μπροστά στα μάτια μας. Εικόνες που σε διαπερνούν, πλάσματα που σε βάζουν να επεξεργαστείς τη μορφή τους και τον σχηματισμό τους: πού είναι τα πόδια του σώματος; και πώς ενώνονται τα δύο σώματα σε ένα, γνώριμες αναφορές από έργα του που έχουν μείνει στην ιστορία -ή καλύτερα- σημεία από την προσωπική του αρχαιολογία. Σε αυτά τα σημεία άκουγες κάπου κάπου στο κοινό και κάποιους ψιθύρους να λένε: Α, αυτό το ‘χω ξαναδεί…, ήταν σαν ένα ωραίο παιχνίδι που κάποιοι είχαν μπει σε αυτό αναζητώντας στοιχεία που είχαν ξαναδεί ή απλώς αστραπιαία οι εικόνες του έργου αμέσως ξυπνούσαν την πρώτη οικεία θύμηση.





Δεκάδες μαύρα στοιβαγμένα στρώματα απαρτίζουν το τοπίο, ένα τοπίο ηφαιστειακό, σαν από κυκλαδίτικους βράχους. Αυτό βρίσκεται πίσω, άλλη φορά έρχεται μπροστά και τα σώματα το μεταφέρουν, γίνονται ένα με αυτό. Νότες από μπουζούκι, η κουδούνα του βοσκού και το Beautiful love, I’ve roamed your paradise είναι κάποιοι από τους ήχους που συγκράτησα μαζί με αυτών από τα μαύρα μπαλάκια που έβγαιναν σαν από τα σωθικά του σώματος και έπεφταν σε όλη τη σκηνή, ακολουθώντας τη μοναδική τους ελεύθερη πορεία πέφτοντας στα μάρμαρα του Ηρωδείου με τον ήχο τους να ακούγεται σε όλο το θέατρο.
Τελικά όλα έγιναν νερό, η σκηνή αποκάλυψε τον υδάτινο κόσμο, εκεί που ξεκινούν και καταλήγουν όλα. Εκεί που η εικόνα γίνεται ποίηση και τελικά κάτω από τις καμάρες του ρωμαϊκού Ωδείου αντικρίζεις ένα άχαστο τοπίο που ενεργοποιεί όλο το «είναι» της ύπαρξης, όπως καταφέρνει ο Παπαϊωάννου κι όπως συμβαίνει όταν συναντιέσαι με το έργο του. Με το φινάλε να είναι ο απόλυτος ύμνος στο καλοκαίρι, σε αυτά τα κυκλαδίτικα που λατρεύει και ο ίδιος ο δημιουργός. Όλα έγιναν εμείς, σαν να καθόμαστε στα βράχια, τα μαύρα στρώματα που έγιναν βράχια κι αυτά που είναι μπροστά μας, όπως κάθονται πάνω τους τα γυμνά σώματα. Θάλασσα στον ορίζοντα, ελευθερία, και η χίπικη ζωή πάνω τους. Ύμνος στο καλοκαίρι και τις Κυκλάδες χωρίς να έχεις καταλάβει πώς βρέθηκες μετά από όλη αυτή τη δημιουργία εδώ. Στο κυκλαδίτικο καλοκαίρι αγναντεύοντας τον ορίζοντα, σαν να ζεις κάτι που έχεις ξαναζήσει, αλλά δεν είναι το ίδιο. Τόσο γνώριμο κι απόκοσμο μαζί.




