Είναι αυτή η τελευταία σκηνή της ταινίας, με τα δύο πουκάμισα, το ένα πάνω στο άλλο σε μια ξεχωριστή θέση της ντουλάπας και η φωτογραφία του Brokeback Mountain κρεμασμένη ακριβώς δίπλα τους. Αυτό είχαν άλλωστε, και τον έρωτά τους, πριν βρει ο καθένας τον δικό του θάνατο.
Η ιστορία των δύο καουμπόηδων ξεκινά από τις σελίδες του διηγήματος της Άννι Πρου, βρίσκει τη θέση της στην οθόνη μέσα από την εμβληματική ταινία του Ανγκ Λι, γίνεται όπερα και το 2023 θεατρικό από τον Άσλει Ρόμπινσον.
Ο Δημήτρης Καπουράνης και ο Μιχαήλ Ταμπακάκης είναι οι πρώτοι που την ξετυλίγουν στην Ελλάδα, και ζουν στη σκηνή του θεάτρου Κνωσός τον μεγάλο έρωτα του Τζακ και του Ένις υπό τη σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Ρήγου. Και μπορεί το μάτι σου να μην συναντά την ατμόσφαιρα, τα υπερβατικά τοπία, τον ορίζοντα, τα βλέμματα και τις σιωπές της ταινίας αλλά η συγκίνηση είναι εκεί σε 1 ώρα και 40 λεπτά και 20 χρόνια που περνούν σαν αναμνήσεις στο παιδικό δωμάτιο του Τζακ, με τη ζωντανή μουσική και τους στίχους να δίνουν τον παλμό, να σε καθοδηγούν στα κρυμμένα μονοπάτια των ηρώων.
Ο Δημήτρης και ο Μιχαήλ μιλούν για τη δύσκολη διαδρομή μέχρι να ανέβουν θεατρικά το «βουνό» του “Brokeback Mountain”, να συνδεθούν, να βρουν τον δικό τους Τζακ και Ένις, για τα στοιχήματα, τα ρίσκα και την ελπίδα τους πίσω από αυτό το σπαρακτικό love story που σε όποιο τόπο και χρόνο και αν ήταν, θα έληγε άδοξα.
Ανεβαίνοντας το «βουνό» του “Brokeback Mountain”
Αγαπημένη ταινία και των δύο. Ποια είναι όμως η διαδρομή τους μέχρι να ανέβουν το «βουνό» του “Brokeback Mountain” επί σκηνής; Ποιοι οι σταθμοί;
Για τον Δημήτρη Καπουράνη αυτή η διαδρομή μοιάζει τεράστια: «Ξεκινάει από μια μεγάλη ανασφάλεια ως προς το πώς αποδίδεις κάτι τέτοιο. Είναι και εμένα πολύ αγαπημένη μου ταινία. Πώς αποδίδεται αυτό σκηνικά όμως; Μετά έρχεται ο φόβος… το τι διάσταση μπορεί να πάρει λανθασμένα ένα τέτοιο έργο; Το θεατρικό έχει μία πολύ νατουραλιστική, εκκωφαντική διαχείριση των πραγμάτων, ενώ η ταινία είναι μια ταινία ατμόσφαιρας, οπότε είχαμε να διαχειριστούμε μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Εκεί κατάλαβα ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει σκηνικά και θα έχει πολύ ενδιαφέρον στην Αθήνα το 2024».
Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, όπως ίσως οι περισσότεροι από εμάς, την πρώτη φορά που είδε την ταινία έκλαιγε με αναφιλητά και μετά την είδε ξανά και ξανά.
«Όταν ξεκίνησαν οι πρόβες, αποφάσισα να μην την ξαναδώ για να μην επηρεαστώ, γιατί υπάρχει και αυτή η δυσκολία. Πας να κάνεις ένα πράγμα που είναι τόσο iconic, τόσο σπουδαία ταινία, που λες τώρα τι να πάω να κάνω;», αναφέρει.
Με τον Δημήτρη να συμπληρώνει: «Δεν φοβήθηκα από την άποψη να μην αγγίξουμε την ταινία. Μπορούν να συμβούν πολύ σπουδαία πράγματα πάνω σε μια σκηνή, το θέμα είναι πόσο ανοιχτός είσαι να διαχειριστείς το ότι αυτό είναι ένα άλλο έργο γύρω από την ίδια ιστορία. Επίσης το θέατρο ζητάει κι από τον θεατή πράγματα, να είσαι εκεί ενεργός, είναι μια σχέση αμφίδρομη. Νομίζω ότι αυτό που έχει καταφέρει η ταινία είναι να σου περάσει σαν χάδι αυτό το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, του σπαρακτικά ανεκπλήρωτου, διότι κυλάει ο χρόνος, βλέπεις τη ζωή του να χάνεται μπροστά στα μάτια του, μπροστά στα μάτια μας. Βλέπει όλες τις ευκαιρίες η μία μετά την άλλη να χάνεται λόγω του φόβου του. Στην ταινία αυτό έχει αποδοθεί σαν χάδι. Ενώ θες να του πεις κάνε κάτι, φύγε, αυτό συμβαίνει αργά, αργά, αργά…».
Και κάπου εκεί προκύπτει και για τον Μιχαήλ η δυσκολία: «Νομίζω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αν σκεφτείς ότι στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι, αυτό που λέμε εμείς με όρους συμβάντος θεατρικά. Βλέπεις το πέρασμα του χρόνου μιας σχέσης και δεν έχει κάποιο κοσμογονικό γεγονός. Επειδή είναι μια πάρα πολύ έντονη σχέση ακραίου έρωτα, χρειάζεται χρόνος να κάτσουν τα πράγματα, να γειωθεί, να γίνει πιο αληθινό.
Για μένα δεν παύει όμως να είναι μια ιδανική συνθήκη. Είναι σπάνιο και νομίζω ευθύνεται πολύ ο Κωνσταντίνος Ρήγος γι’ αυτό, γιατί δημιουργεί ένα κλίμα απόλυτης ελευθερίας και ταυτόχρονα ασφάλειας. Μπορέσαμε να προτείνουμε, να υπάρχει ένας διάλογος. Δεν νομίζω ότι γίνεται διαφορετικά, δεν πιστεύω δηλαδή στον σκηνοθέτη που χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς σαν εκτελεστικά όργανα ενός οράματος δικού του».
Τζακ και Ένις – Ταξίδι στο Ουαϊόμινγκ του ’24
«Άμα δεν αφεθεί ο ένας στον άλλο, δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα τέτοιο έργο, δεν υπάρχει ιστορία, γιατί είναι η σχέση, δεν είναι προσωποκεντρικό ούτε προς τον έναν ούτε προς τον άλλον», λέει ο Μιχαήλ επιβεβαιώνοντας ότι η γνωριμία και η συνεργασία του με τον Δημήτρη τηλεοπτικά την προηγούμενη χρονιά στο «Ναυάγιο» είχε σημαντική λειτουργία στη διαδικασία, γιατί «δεν το έπιασαν από το μηδέν».
Και ο Δημήτρης συμφωνεί ότι δεν θα μπορούσε να γίνει με τον καθένα αυτό: «Έπαιξε μεγάλο ρόλο σίγουρα η δυναμική μας και η ιδιοσυγκρασία μας. Είμαστε και οι δύο ήπιοι άνθρωποι με διαφορετικό τρόπο και συμφωνήσαμε σε πολλά στάδια. Βρισκόμασταν πολύ πριν αρχίσουν οι πρόβες για να δουλέψουμε ουσιαστικά τη σχέση μας, τη σχέση του Δημήτρη και του Μιχαήλ, να έρθουμε κοντά, να μάθουμε πράγματα ο ένας για τον άλλον, μας έκανε φίλους η διαδικασία κι ας διαφέρουμε πολύ, μας έδωσε δηλαδή μια ευκαιρία να κάνουμε μια φιλία που αν δεν υπήρχε το θέατρο, μπορεί να μη γινόταν».
Και κάπου εκεί αποφασίζουν να προσεγγίσουν το “Brokeback Mountain” όσο πιο πολύ μπορούν ταξιδεύοντας μαζί στο Ουαϊόμινγκ των ΗΠΑ.
«Το ταξίδι μας στο Ουαϊόμινγκ μας βοήθησε γιατί κάναμε bonding ακόμα πιο πολύ, ζήσαμε την εμπειρία μαζί και είδαμε αυτά τα μέρη. Είναι ένας τελείως αντιτουριστικός προορισμός, ένα ακραίο ταξίδι, εμπειρία ζωής», σημειώνει ο Μιχαήλ. «Προσεγγίσαμε κάπως αυτή την κουλτούρα που είναι πολύ μακριά από εμάς και δεν έχουμε καν κοινές αναφορές πέρα από ταινίες και σειρές. Εκεί είναι σαν να έχει παγώσει κάπως ο χρόνος. Μια τόσο κλειστή κοινωνία που ακόμα και τώρα δεν έχει αλλάξει. Είναι πατριαρχική κοινωνία και δεν έχεις στ’ αλήθεια άλλη διέξοδο άμα δεν κάνεις οικογένεια. Σίγουρα υπάρχουν ακόμα πολλές τέτοιες ιστορίες κρυμμένες εκεί, όπως όμως και εδώ».
Για τον Δημήτρη «Το ταξίδι στην Αμερική γείωσε πολύ τα πράγματα, τον μύθο του καουμπόι. Είδαμε όλη τη “βρωμιά”. Ένας άλλος κόσμος, μια παράλληλη πραγματικότητα».
Και κάπως έτσι οι δύο καουμπόηδες γεννιούνται. Ο Τζακ και ο Ένις. Ο Ένις και ο Τζακ. Και ο έρωτάς τους σε ένα τεντωμένο σχοινί, με τον έναν στη μία άκρη και τον άλλον στην άλλη.
«Δεν υπάρχουν πιο ετερόκλητοι άνθρωποι. O Ένις είναι πάρα πολύ εσωτερικός, δεν έχει κανένα ενεργητικό ρήμα. Είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει όνειρα, δεν έχει στόχους, δεν ζητάει ποτέ τίποτα, είναι έρμαιο. Στην πραγματικότητα αυτός δεν κάνει τίποτα και του συμβαίνουν τα πάντα. Οπότε αυτό και θεατρικά έχει μια μεγάλη δυσκολία τεχνικά μιλώντας. Είναι πολύ πιο δύσκολο να υπάρξει μια τέτοια μορφή στο θέατρο απ’ ότι στο σινεμά, γιατί μέσα σε όλο αυτό πρέπει να υπάρχει η ενέργεια του ηθοποιού, να μην με καταπιεί η ενέργεια του χαρακτήρα. Ουσιαστικά είναι ο ίδιος το εμπόδιο αυτού που συμβαίνει. Φυσικά είναι η κοινωνία σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά κατά βάση είναι ο ίδιος. Με έναν τρόπο δεν ζει. Είναι τόσο εγκλωβισμένος και τόσο φοβισμένος και έχει χτίσει όλο αυτό το σχήμα προκειμένου να μπορεί να υπάρξει, που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τίποτα. Είναι η απόλυτη μιζέρια και επειδή γενικά δεν είμαι μίζερος στη ζωή μου, εσωστρεφής είμαι λίγο και προσπαθώ να το πολεμάω, αλλά κάθε φορά που παίζω συνειδητοποιώ ότι βγάζω μια τέτοια μιζέρια που θέλω να με δείρω. Σκέψου ότι δεν ακούγεται ποτέ στο έργο η λέξη “Σ’ αγαπώ”. Μιλάμε για ένα τόσο μεγάλο έρωτα που δεν έχει πει κανένας από τους δύο “Σ’ αγαπώ” στον άλλον. Αυτό που του ξεφεύγει είναι που λέει όταν συναντιούνται μετά από 4 χρόνια “Αγάπη μου”», λέει ο Μιχαήλ για τον Ένις.
Στα λόγια του Δημήτρη συναντάμε τον Τζακ στην αντίπερα όχθη που «ονειρεύεται, κοιτάζει μπροστά και ήξερε ότι ρισκάρει, αλλά δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς. Ο Ένις καθορίζεται από τον φόβο του. Ο Τζακ όχι και σε αυτό το σύμπαν του έργου νομοτελειακά συμβαίνει ό,τι συμβαίνει σε εκείνον. Δεν νομίζω ότι κάποιος πέφτει από τα σύννεφα, ούτε και ο ίδιος ο Ένις, όταν καταλαβαίνει ότι τον σκότωσαν, ήξερε ότι πήγαινε γυρεύοντας. Είναι περίεργο αυτό που λέω, αλλά πήγαινε γυρεύοντας. Για τον Τζακ θα μπορούσε να είναι υπέρβαση ότι βρίσκεται με έναν τύπο δύο φορές τον χρόνο, για δύο, τρεις μέρες. Η υπέρβασηή του είναι ότι κάνει ένα step back ίσως για να συντηρήσει αυτή τη σχέση.»
Ένα βουνό από… στοιχήματα και ρίσκα
Μιχαήλ Τ.: Το στοίχημα ήταν να ειπωθεί αυτή η ιστορία όπως της αξίζει, με σεβασμό, να καταφέρουμε να δικαιωθεί πραγματικά η ιστορία που έχει γράψει αυτή η γυναίκα. Είναι πολύ σκληρή στην πραγματικότητα. Στην ταινία ήταν λίγο ρομαντικό. Φυσικά είναι ρομαντικό γιατί μιλάμε για έναν πολύ μεγάλο έρωτα, αλλά ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ σκληρό ότι δύο άνθρωποι βιώνουν αυτή την καταπίεση και ουσιαστικά και οι δύο με έναν τρόπο οδηγούνται στον θάνατο. Ο ένας γιατί πεθαίνει κανονικά, τον σκοτώνουν και ο άλλος γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει ζήσει τη ζωή του, δεν την έζησε ποτέ, οπότε και αυτός με έναν τρόπο πεθαμένος είναι στο τέλος.
Σίγουρα θέλαμε να βγει ένα αποτέλεσμα που να αγγίξει μια χορδή του θεατή και ήταν μια από τις δυσκολίες στις πρόβες, γιατί κάποιες φορές δεν λειτουργούσε. Δηλαδή ο Κωνσταντίνος δημιούργησε ένα πάρα πολύ ωραίο πλαίσιο, αλλά άμα αυτό που κάναμε εμείς ήταν κούφιο δεν μπορεί να στέκει, οπότε δουλέψαμε πολύ σε αυτό που βιώνουν αυτοί οι δύο άνθρωποι, που για μας προφανώς δεν είναι κάτι ούτε κακό, ούτε άρρωστο, αλλά ακριβώς επειδή αυτοί νιώθουν σαν να έχουν μια αρρώστια, έπρεπε και εμείς να κάνουμε κάποιες αναλογίες για να βγει αυτή η φοβία. Για τον δικό μου χαρακτήρα είναι σαν να κάνει κάτι εγκληματικό.
Όλο αυτό έχει ρίσκο και έχει να κάνει νομίζω και με το πόσο ανοιχτοί ήμασταν εμείς, εννοώ για να φτάσουμε το πράγμα στα άκρα, γιατί πραγματικά όταν μιλάς για έναν τόσο μεγάλο έρωτα, δεν μπορώ να φανταστώ να κάνεις εκπτώσεις και πρέπει πάση θυσία να περάσει ότι μιλάμε για έναν ακραίο έρωτα. Πόσο μάλλον επειδή ζούμε σε μια κοινωνία που είναι όλα πάρα πολύ εύκολα και πια είναι πολύ δύσκολο να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί να υπάρξει αυτή η ιστορία άμα δεν συμβεί αυτό στους δύο ανθρώπους.
Δημήτρης Κ.: Είναι τόσα πολλά… Ίσως το στοίχημα ήταν να μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε όλα τα πρόσωπα σε αυτό το έργο, γιατί όλοι έχουν δίκιο. Είχε πολύ μεγάλο ρίσκο γιατί από τη μία είναι ένα love story, αλλά από την άλλη είναι τόσο λεπτά τα όρια όλων των χαρακτήρων. Ας πούμε, όπως είναι γραμμένος ο χαρακτήρας του Τζακ, θα μπορούσε πολύ εύκολα να βγάλει ό,τι ανασφάλεια μπορεί να έχει ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή. Είναι πολύ οριακός, πολύ εκφραστικός, κερδίζει το δωμάτιο όλη την ώρα. Ελπίζω να μην συμβαίνει, αλλά θα μπορούσε να πάρει παραμάζωμα όλο το έργο. Και από την άλλη έχουμε τον Ένις, ο οποίος δεν κάνει τίποτα.
Μιχαήλ Τ: Δεν θέλει τίποτα και θέλει τα πάντα. Είναι ένα πολύ εσωτερικό πράγμα και το βασικότερο εμπόδιο για μένα ήταν το να βγει αληθινό, να μην βγει καρικατούρα. Έπρεπε να είναι όλα σε πολύ λεπτές αποχρώσεις. Δεν υπάρχει καμία ευκολία, καμία εύκολη σκηνή. Είχα διαβάσει μια συνέντευξη του Χιθ Λέτζερ που είχε πει ότι αυτός είναι δυστυχισμένος στο σώμα που ζει. Αυτά είναι τόσο μεγάλα μεγέθη…
Δημήτρης Κ: Επίσης σκέφτομαι ότι καμιά φορά λέμε ότι έχουμε μεγαλώσει σε καλά ή καθόλου καλά οικογενειακά πλαίσια. Εγώ ευτυχώς ήμουν τυχερός ως προς αυτό, παρόλα αυτά μικροί σίγουρα έχουμε εμποτιστεί με ομοφοβικά κατάλοιπα, τα οποία τα σέρνουμε σε όλη μας τη ζωή και είτε δεν το παραδεχόμαστε είτε δεν το βλέπουμε, γιατί η μια πλευρά της ιστορίας είναι πολύ πιο εύκολη πάντα. Προσωπικά έχω να πω ότι αυτό το κομμάτι ήταν το μεγαλύτερο δώρο από αυτήν τη διαδικασία, διότι όσο κι αν νομίζει κανείς ότι δεν έχει ομοφοβικά κατάλοιπα μέσα του, πάντα κάτι υπάρχει. Εμένα αυτή η διαδικασία με βοήθησε να τα εντοπίσω και να τα πατήσω κάτω.
Όταν δεν είναι βουτηγμένοι στους κόσμους του Τζακ και του Ένις
Όσο για τις στιγμές που δεν βρίσκονται βουτηγμένοι στους κόσμους του Τζακ και του Ένις…
Ο Μιχαήλ επέλεξε να αφοσιωθεί πλήρως σε αυτή τη θεατρική συνθήκη: «Κάποια στιγμή πέρασα από το δίλημμα να κάνω και κάτι άλλο αλλά τελικά δεν το μετάνιωσα καθόλου. Δεν γινόταν, δεν έχω ευκολίες και την εμπειρία ενός ηθοποιού μεγαλύτερου σε ηλικία που έχει τα εργαλεία, οπότε δεν θα μπορούσα. Συν ότι δεν το ‘χω και τόσο με το multitasking».
Ο Δημήτρης από την άλλη έχοντας σχεδόν «κατασκηνώσει» στο Θέατρο Κνωσός -το θεατρικό του σπίτι για φέτος- τις μέρες που δεν ανεβαίνει το «βουνό» του Brokeback τον συναντάμε με ένα άλλο δίδυμο επί σκηνής με τον Θάνο Λέκκα για 3η χρονιά στο «Μια άλλη Θήβα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, αλλά και να κάνει πρόβες με την μπάντα του, τους Cosmonuts για το live τους στις 19 Δεκεμβρίου στην Αρχιτεκτονική, όπου θα παρουσιάσουν τον νέο δίσκο τους. «Είναι ένα σπουδαίο κομμάτι της ζωής μου η μπάντα. Είμαστε δέκα χρόνια, αλλά τα δύο τελευταία χρόνια είμαστε στην Αθήνα και ουσιαστικά το κυνηγάμε φουλ και δουλεύουμε τον δίσκο που θα κυκλοφορήσει αρχές Δεκέμβρη. Μόλις κυκλοφορήσαμε το single “Menace”. Έχουμε βρει τον ήχο μας και προχωράμε. Με τη μουσική ασχολιόμουν πάντα, τραγουδούσα στις χορωδίες και μετά βρήκα την μπάντα. Το όνομά μας είχε και αυτό μια διαδρομή».
Το θέατρο που συσπειρώνει
Η συνάντησή τους με τον έρωτα του Ένις και του Τζακ σφραγίζεται με σκέψεις που ελπίζουν να αφήσει η ιστορία τους στην Αθήνα του ’24. Από την ελευθερία στον φόβο που σε καταπίνει, στην ευθύνη που μας αναλογεί και την τέχνη που συσπειρώνει.
Μιχαήλ Τ.: Για μένα το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να δούμε ότι ακόμα και μια φράση ειδικά τώρα στην εποχή που ζούμε των social media, που κάποιος μπορεί να γράψει τη μαλακία του, πόσο μπορεί να καταστρέψει έναν άνθρωπο, να του καταστρέψει όλη του τη ζωή και να δυστυχήσει. Η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.
Έχω την τύχη ή την ατυχία, όπως το πάρει κανείς, να γνωρίζω ανθρώπους που είναι ο δικός μου χαρακτήρας. Ο φόβος που έχει ενσταλαχθεί σε έναν άνθρωπο, ασχέτως σε ποια εποχή ζει, ουσιαστικά φέρει τα ίδια αποτελέσματα. Τώρα αυτό υπάρχει στα social media, αλλά η ουσία είναι η ίδια και ο άνθρωπος βιώνει ακριβώς το ίδιο. Οπότε δεν θεωρώ ότι σήμερα αυτή η ιστορία θα κατέληγε κάπως διαφορετικά. Ο φόβος είναι κάτι πάρα πολύ ισχυρό, μπορεί να σε καταπιεί.
Δημήτρης Κ.: Για μένα είναι ένα ακόμα love story. Πήρε τόση μεγάλη έκταση, τόσο μίσος. Είναι δύο άνθρωποι που απλά θέλουν να είναι μαζί και κάποιος άλλος δεν τους αφήνει και ο καθένας να αναλογιστεί το μερίδιό του πάνω σε αυτό. Γιατί δυστυχώς υπάρχει πολύ μεγάλο μερίδιο που αναλογεί σε πολύ κόσμο στην κοινωνία μας. Αυτός ο κόσμος δεν θα έρθει να δει την παράσταση και αυτό είναι το πιο στενάχωρο απ’ όλα. Οι άνθρωποι αλλάζουν και πρέπει να θέλουν να αλλάξουν. Αλλά όσο νιώθουμε ότι είμαστε πολλοί που πιστεύουμε στην αδικία… αυτό μπορεί να το κάνει το θέατρο, να συσπειρώσει και αυτό σίγουρα είναι μια βοήθεια, είναι κάτι.









