Η διαδρομή του στη μουσική μετριέται με ταξίδια άλλοτε σε μικρά νησιά που δεν έχει πάει ποτέ και άλλοτε σε αχανείς ηπείρους που έχει διασχίσει ξανά και ξανά, από την ελληνική περιφέρεια μέχρι τον απόδημο ελληνισμό με τις αναμνήσεις της ξενιτιάς να αναβοσβήνουν.
Ο Δημήτρης Μπάσης είναι σταθερά παρών από το ξεκίνημά του μέχρι σήμερα σε συναυλίες αφιερωμένες στο έργο σπουδαίων καλλιτεχνών από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Σταύρο Ξαρχάκο στον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Δημήτρη Μητροπάνο και νιώθει ότι: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν καλλιτέχνη από το να είναι εκεί…. Εξάλλου αυτό που μετράει είναι η διάρκεια, εκεί κρίνεται. Οπότε όταν μετά από τόσα χρόνια υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να έρθουν να με ακούσουν, δεν υπάρχει πιο σημαντικό πράγμα για μένα».
Λίγο πριν η αυλαία του 3ου Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης πέσει στο λιμάνι με τη φωνή του να «ντύνει» μια βραδιά αφιερωμένη στον Μίμη Πλέσσα σε μια επετειακή χρονιά για τα 100 χρόνια του, ο Δημήτρης Μπάσης μας μιλάει για τα ταξίδια του στη μουσική, τις σπουδαίες συνεργασίες και τη χρυσή εποχή της δισκογραφίας που νοσταλγεί.
Αρχές της νέας σεζόν και σας βρίσκουμε μετά από ένα γεμάτο συναυλιακά καλοκαίρι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πώς ήταν λοιπόν αυτό το φετινό καλοκαίρι;
Ήταν ένα όντως πολύ γεμάτο καλοκαίρι και συνεχίζεται. Πέρα από τις δικές μου συναυλίες, τις προσωπικές, κάνω συναυλίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον μέγιστο συνθέτη. Παράλληλα είναι και μια επετειακή χρονιά Μίμης Πλέσσας. Οπότε είναι τρία project μέσα σε ένα καλοκαίρι με πάρα πολλά ταξίδια. Είναι όμως για μένα πολύ δημιουργικό παρόλο που υπάρχει κούραση, υπάρχει και μια ικανοποίηση, γιατί για εμάς τους καλλιτέχνες το καλοκαίρι είναι ένας τρόπος να ταξιδεύουν τα τραγούδια μας. Ο κόσμος και πέρυσι αλλά και γενικά μετά τον covid, που ήταν μια μεγάλη τομή στον τρόπο ζωής μας, έχει μια έντονη διάθεση να διασκεδάσει και να παρακολουθήσει θεάματα, είτε είναι θέατρο είτε είναι συναυλίες. Ο κόσμος συμμετέχει στις συναυλίες, είναι σαν να μην διστάζει πια, δηλαδή βλέπεις ότι υπάρχει ο παλμός. Πρόσφατα είχαμε και τη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο με το «Όλοι μαζί μπορούμε» με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, όπου έσπασε κάθε ρεκόρ με 40.000 θεατές, τραγουδούσε όλο το στάδιο.
Πόσο διαφορετική είναι η επαφή με τον κόσμο της περιφέρειας;
Είτε απευθύνεσαι στον κόσμο του εξωτερικού, τους απόδημους Έλληνες, είτε στην Ελλάδα, πάντα αυτό που εισπράττεις από τον κόσμο όταν γεμίζουν οι συναυλιακοί χώροι, τα θέατρα, τα γήπεδα, είναι η αγάπη του, η επιβράβευση για όλη τη διαδρομή σου. Μιλώντας για τα δικά μου βιώματα, όταν μετά από 27 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας που έχω από τον πρώτο μου δίσκο μέχρι τώρα που μιλάμε, κάνω συναυλίες, αυτό είναι μια επιβράβευση από τον κόσμο. Εξάλλου αυτό που μετράει στον δικό μας χώρο είναι η διάρκεια, εκεί κρίνεται και όχι όταν κάνεις μια επιτυχία. Αν ο δίσκος έχει διάρκεια, θα μεγαλώσουν και οι επόμενες γενιές με κάποια τραγούδια και αυτό είναι η επιτυχία. Οπότε όταν μετά από τόσα χρόνια υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να έρθουν να με ακούσουν, δεν υπάρχει πιο σημαντικό πράγμα για μένα.
Σαφώς το κοινό της επαρχίας έχει λιγότερες επιλογές απ’ ότι το κοινό της Αθήνας, οπότε είναι και πιο εκδηλωτικοί. Νιώθεις ότι για μια μικρή επαρχιακή κοινωνία είναι ένα γεγονός, κάτι που μπορεί να μην αποτελεί γεγονός για την Αθήνα των εκατομμυρίων, όπου κάθε μέρα σε τόσους πολλούς δήμους που έχει η Αθήνα γίνονται τόσες εκδηλώσεις. Eίναι είναι πιο έντονη η δίψα για να δουν κάποια θεάματα.
Στις αρχές του καλοκαιριού συναντήσατε με τις συναυλίες σας και τους Έλληνες του εξωτερικού. Είστε από τους λίγους καλλιτέχνες που ταξιδεύουν τόσο συχνά. Μιλήστε μας για αυτή την εμπειρία.
Έλειψα ενάμιση μήνα στην Αυστραλία. Γενικά ταξιδεύω πάρα πολύ, έχω πάει τουλάχιστον δέκα φορές στην Αυστραλία, άλλες τόσες και παραπάνω στην Αμερική. Θα έλεγα ότι εκεί υπάρχει αυτό το στοιχείο της δίψας για επικοινωνία με την Ελλάδα μέσω των τραγουδιών και είναι ακόμη πιο έντονο, αν σκεφτεί κάποιος ότι έχω γνωρίσει Έλληνες της Αυστραλίας οι οποίοι δεν έχουν έρθει ποτέ στην Ελλάδα από τότε που φύγανε και κάποιοι έρχονται κάθε δεκαπέντε χρόνια. Είναι πολύ μεγάλο το ταξίδι. Ο καλλιτέχνης που θα πάει σε αυτές τις χώρες, τους απόδημους είναι ουσιαστικά αυτός που θα τους ταξιδέψει νοερά προς την πατρίδα, που θα τους θυμίσει τα προσωπικά τους βιώματα ή ακούσματα, ό,τι έχουν ακούσει από τους παππούδες, από τους γονείς τους. Θα τους ξαναθυμίσει τους πρώτους τους έρωτες, θα τους κάνει να κλάψουν και αυτό το λέω κυριολεκτικά, γιατί εγώ έχω δει πρόσωπα από κάτω να δακρύζουν με τραγούδια. Ξέρετε, κάποιοι άνθρωποι είναι συνδεδεμένοι με κάποιο τρόπο, κάτι τους θυμίζει. Τους θυμίζει τον παππού τους, τον πατέρα τους… Το αγαπημένο τους τραγούδι τους θυμίζει έναν πρώτο τους έρωτα που τελείωσε. Έχει αυτή τη δύναμη και τη μαγεία η μουσική. Οπότε, πηγαίνοντας σε αυτά τα μέρη και μάλιστα σε ανθρώπους που πια δεν μπορούν εύκολα να έρθουν στην πατρίδα, αυτή η επικοινωνία που αναπτύσσεται μεταξύ καλλιτέχνη επί σκηνής και του κοινού από κάτω είναι απίστευτη. Είναι κάτι μοναδικό. Δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω με λόγια… Είναι μια μικρή, μοναδική ιστορία για τον καθένα μας. Είμαι πολύ τυχερός που τα έχω βιώσει αυτά.
Φαντάζομαι αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι έχετε και δικές σας αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής σας ως Έλληνας στο Γερμανία.
Παρόλο που γύρισα στην Ελλάδα όταν ήμουν 8 χρονών, έχω έντονες αναμνήσεις από το σπίτι και από τη συγκίνηση αυτή, όταν σκέφτονταν οι δικοί μου τους γονείς τους στην πατρίδα και γενικά τα παιδικά τους βιώματα. Έχω δει δηλαδή δακρυσμένα τα πρόσωπα των γονιών μου ακούγοντας μουσική ή να διασκεδάζουν μαζί με φίλους τους κάποια Σαββατοκύριακα. Είναι εικόνες που τις έχω έντονα. Υπήρξα κι εγώ παιδί μεταναστών, όπως είναι και οι άνθρωποι που βλέπω στις συναυλίες. Οπότε ναι, νιώθω ένας από αυτούς εκείνη την ώρα. Είναι μια άλλου είδους σύνδεση.
Στις 11 Σεπτεμβρίου λοιπόν, θα βρεθείτε στη Χάλκη για το 3ο Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης – Δημήτρης Κρεμαστινός, όπου συμμετέχετε για πρώτη φορά με ένα αφιέρωμα στον Μίμη Πλέσσα μαζί με τη Μάλαμα Σεβαστού και τη Μικρή Ορχήστρα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό εν αναμονή της συναυλίας σας εκεί.
Είναι μεγάλη τιμή για μένα που συμμετέχω σ’ ένα φεστιβάλ μουσικής υψηλής αισθητικής με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που θεωρείται κατά πολλούς από τις καλύτερες στην Ελλάδα και όλο αυτό με το έργο του Μίμη Πλέσσα. Όπως είπα και στην αρχή της κουβέντας μας, είναι μια επετειακή χρονιά. 100 χρόνια Μίμης Πλέσσας, που μας χάρισε τόσες πολλές επιτυχίες, τόσα τραγούδι, που βλέπουμε παιδιά 20 χρονών που δεν είχαν γεννηθεί την εποχή που γράφτηκαν τα τραγούδια κι όμως τα τραγουδάνε και τα αγαπάνε με ιδιαίτερο πάθος. Χαίρομαι πολύ! Δεν έχω πάει ποτέ στη Χάλκη, είναι η πρώτη φορά και έχω ακούσει πάρα πολλά για αυτό το νησί.
Τι μπορούμε να πούμε για το πρόγραμμα στα χνάρια αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη;
Μπορούμε να πούμε ότι θα προσαρμοστούν τα έργα του Μίμη Πλέσσα. Έχει ένα ευρύ φάσμα από τραγούδια, από μπαλάντες, από λαϊκά τραγούδια, και θα προσαρμοστούν για μια συμφωνική ορχήστρα. Θα ακούσουμε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του σε ένα πρόγραμμα δύο ωρών.
Το ότι θα υπάρχει αυτή η σπουδαία ορχήστρα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, το κάνει ακόμα πιο σπουδαίο και μεγάλο σαν συναυλία. Για τον Μίμη Πλέσσα θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά. Συνθέτης που τραγουδούν και θα συνεχίσουν να τραγουδούν και οι επόμενες γενιές. Μας αφήνει μια τεράστια παρακαταθήκη. Προσωπικά αισθάνομαι πολύ τυχερός γιατί τον γνώρισα από κοντά, κάναμε κάποιες συναυλίες μαζί. Είναι 100 χρονών ο Μίμης και είναι εδώ και τον τιμούμε έτσι όπως του αξίζει, γιατί είναι μοναδικός. Πραγματικά του αξίζει και θα τιμάται για πάντα.
Υπάρχει κάποιο από τα έργα του που ξεχωρίζετε, που έχει κάποια ιδιαίτερη θέση μέσα σας;
Αγαπώ όλα τα τραγούδια του, δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Είναι τόσο μεγάλη η γκάμα αυτών των συνθετών που μιλάμε τώρα για το Μίμη Πλέσσα, που τι να ξεχωρίσω. Από το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», που θεωρείται από τα παλαιότερα ζεϊμπέκικα της ελληνικής δισκογραφίας και φυσικά μέχρι το «Έπεφτε βαθιά σιωπή», που θεωρεί ο Μίμης ότι είναι από τα αγαπημένα του και «Το άγαλμα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμμετέχετε σε αφιέρωμα στο έργο του Μίμη Πλέσσα αλλά και άλλων καλλιτεχνών, όπως του Μίκη Θεοδωράκη, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Χρήστου Νικολόπουλου, του Θάνου Μικρούτσικου, του Δημήτρη Μητροπάνου και πολλών άλλων. Φαντάζομαι ότι αυτή η επιλογή δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά τιμητική για εσάς.
Ναι, είναι αλήθεια αυτό, αισθάνομαι πολύ τυχερός και είναι μεγάλη τιμή όταν γίνονται τέτοια αφιερώματα που είμαι στις επιλογές αυτών που οργανώνουν τις συναυλίες. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να είσαι εκεί και να είσαι παρών. Αυτό είναι επίσης μια επιβράβευση στην πορεία των χρόνων, ότι έχεις θέση σε αυτό το τόσο σπουδαίο γεγονός πόσο μάλλον όταν έχεις την τιμή και την ευλογία να τους γνωρίσεις αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες.
Από το ’97 που μας συστηθήκατε δισκογραφικά έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα, η αξία της δισκογραφίας δεν είναι η ίδια, δεν καθορίζει τόσο πολύ πια την πορεία ενός καλλιτέχνη. Είναι κάτι που σας απασχόλησε; Πώς ήταν για εσάς η προσαρμογή στα νέα δεδομένα;
Η πορεία ενός καλλιτέχνη είναι σύμπλεγμα πολλών πραγμάτων, των τραγουδιών, της δισκογραφίας που καταθέτει. Δεν υπάρχει πια δισκογραφία όπως υπήρχε παλαιότερα, τα τραγούδια είναι άυλα, ανεβαίνουν σε πλατφόρμες. Δεν υπάρχει η φυσική επαφή, να κρατήσεις το CD στα χέρια σου, να ξεφυλλίσεις το βινύλιο… Οι νέοι καλλιτέχνες πια πρέπει να προσπαθήσουν μόνοι τους να προβάλουν τα τραγούδια τους, ενώ παλαιότερα όλος ο μηχανισμός κινούταν από τις δισκογραφικές εταιρείες, οι οποίες είχαν δύναμη και καθόριζαν τα πράγματα.
Πολλές φορές λέω στους καλλιτέχνες της γενιάς μου ευτυχώς που εμείς προλάβαμε και καθιερωθήκαμε σαν καλλιτέχνες τη χρυσή εποχή της δισκογραφίας, τη δεκαετία του ’90. Τότε που οι εταιρείες είχαν όραμα να χτίσουν καριέρες, να δημιουργήσουν καλλιτέχνες από το μηδέν. Υπήρχε αυτή η όρεξη της βιομηχανίας της δισκογραφίας να φτιάξει δίσκους, να δημιουργήσει συνεργασίες, γιατί μετά έπρεπε να προβληθούν αυτές οι δουλειές μέσα από ζωντανές εμφανίσεις. Όλη αυτή η εποχή που εγώ πραγματικά τη νοσταλγώ δεν υπάρχει. Η ζωή όμως εξελίσσεται και αν κλείσουμε τα μάτια μας στο σήμερα δεν θεωρώ ότι είναι σωστό. Αυτή είναι η αλλαγή της εποχής και σε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι όσο ρομαντικοί και να είμαστε.
Από κει και πέρα η πορεία ενός καλλιτέχνη καθορίζεται και από τις συνεργασίες του που καταγράφονται στη μνήμη του κόσμου. Να ακούς αυτό το «θυμάμαι που εμφανιζόσουν το 2003 με τον Δημήτρη Μητροπάνο κάνοντας συναυλίες», «θυμάμαι τη συναυλία του Άξιον Εστί στο Ηρώδειο».
Αναμένουμε λοιπόν την αυριανή συναυλία στη Χάλκη στο 3ο Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης και μετά συνεχίζετε να ταξιδεύετε με τις συναυλίες σας.
Ναι, το καλοκαίρι για εμάς τελειώνει στα μέσα Οκτωβρίου και μετά θα πάω στην Αμερική για πέντε εβδομάδες για να κάνω μια μεγάλη περιοδεία σε διάφορες πόλεις.



