«Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.» Άξιον Εστί – Οδυσσέας Ελύτης

 

Καθοριστική και εναγώνια μονάδα μέτρησης του ανθρώπινου βίου είναι ο χρόνος. Λίγοι άνθρωποι αντέστρεψαν αυτή την πανανθρώπινη συνθήκη. Ένας από αυτούς ήταν ο Δημήτρης Ήμελλος. Ο χρόνος που του δόθηκε πάνω στη γη ήταν βραχύς, αλλά η ζωή του πλήρης και πάμφωτη σαν την τέχνη του. Και το αποτύπωμά του ανεξίτηλο και διαυγές. 

Το ιδιότυπο και πολυτάλαντο υποκριτικό του ιδίωμα δεν το μετέτρεψε σε έπαρση, απόσταση, αφορμή υπεροχής. Αλλά το  πρόσφερε ως γέφυρα γνήσιας δημιουργίας, κοινής συμπόρευσης, ανθρώπινης συνάντησης. Η θεατρική συνύπαρξη μαζί του ήταν μια εμπειρία αποκάλυψης. Δοτικός, τρυφερός, αλληλέγγυος σκηνικός συμπαίχτης προσαρμοζόταν -αθόρυβα και ευγενικά- στις ιδιοτυπίες, αδυναμίες ή σκηνικές αγκυλώσεις του παρτενέρ του, όταν εκείνος υπολειπόταν σκηνικά χωρίς ποτέ να τον εκθέσει. Και στην ευτυχή συγκυρία που είχε έναν αντάξιο συμπαίχτη, ποτέ η πρόθεσή του δεν ήταν η επικράτηση της δικής του υποκριτικής κατάθεσης ως επιφανέστερης, αλλά η αποκάλυψη μιας νέας, κοινής αισθητικής ποιότητας που προερχόταν από τη γόνιμη διαδικασία ανταλλαγής κατά τη διάρκεια των δοκιμών.

Θέλω να τον θυμάμαι στο υπόγειο γκαράζ της Πειραματικής Σκηνής σαν εκρηκτικό αλλά και ερειπωμένο Μολιέρο στη σκηνή που προανήγγειλε την πτώση του, έχοντας απέναντί του έναν άτεγκτο και παιγνιώδη Λουδοβίκο 14ο, σε μια συγκλονιστική σκηνική συνύπαρξη με τον Νίκο Καρδώνη.  

Θέλω να τον θυμάμαι σαν δικηγόρο, εκπρόσωπο της ανθρωπότητας, στο Ονειρό(δραμα) του Στρίντμπεργκ που μετέτρεψε σε σκηνικό παρτενέρ την γραφομηχανή που έγραφε, παίζοντας αντιστικτικά με τον ρυθμό και τον ήχο από τα πλήκτρα της, σε «διάλογο» με το ιδιότυπο ηχόχρωμα της φωνής του, σε έναν συνταρακτικό αυτοσχεδιασμό απόγνωσης.

Θέλω να τον θυμάμαι όταν στο ίδιο έργο απαντούσε στην απεγνωσμένη κραυγή της Ναταλίας Στυλιανού που έπαιζε την Αγνή, την κόρη του θεού Ίντρα: «Δεν αντέχω να είμαι άνθρωπος» με στωική σοφία: «Θα μάθεις».

Θέλω να τον θυμάμαι σε μια υποδόρια υποκριτική διελκυστίνδα θύματος και θύτη στο «Ύστατο σήμερα» με τον Λευτέρη Βογιατζή.

Θέλω να τον θυμάμαι σε μια σπουδή του απεγνωσμένου κακού, στον Ραγκόζιν στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι στον αυτοσχεδιασμό του τρένου, στην πρώτη εικόνα της παράστασης, όπου εκείνος και ο Βασίλης Ανδρέου -που έπαιζε τον πρίγκιπα Μίσκιν- δημιουργούσαν μόνο με δυο καρέκλες και τα σώματά τους το ψυχικό τοπίο μιας πολύωρης διαδρομής με το τρένο.

Θέλω να τον θυμάμαι, ως Ραγκόζιν όταν έχει πια σκοτώσει την Ναστάζια Φιλλίποβνα, εμπύρετο και ερειπωμένο να αναζητά τη λύτρωση στο πρόσωπο του Μίσκιν.

Θέλω να θυμάμαι τα σχολικά τετράδια, όπου έγραφε τα λόγια των ρόλων του, σε μια προσωπική ιδιότυπη τελετουργία προετοιμασίας της τέχνης του.

Ο Δημήτρης Ήμελλος πορεύεται σαν Αναχωρητής, σαν ερημίτης για τον ανεπίστρεπτο δρόμο. Έζησε μια πλήρη ζωή, όχι σε διάρκεια αλλά σε ένταση και σε ποιότητα. Διένυσε την επίγεια σφαίρα με καθαρότητα και τιμή.

Η απώλεια, η έλλειψη είναι δική μας.

Εμείς, Οι θεατές, οι μαθητές, οι άνθρωποι του θεάτρου τον αποχαιρετούμε από «την ακτή της ντροπής» του επίγειου ονειροδράματος με άφατη οδύνη και βαθύ πόνο.

Στο φαντασιακό του νου μας, απομένουν άψυχα τα φασματικά ενδύματα των ρόλων που δεν θα παίξει σε ένα αόρατο βεστιάριο μνήμης.

Τώρα τα δάκρυα των ανθρώπων της συντεχνίας του θα σχηματίσουν τη λίμνη Αχερουσία για να διαβεί ομονοώντας μπροστά στο κοινό πένθος. Ακούγοντάς τον να αρθρώνει σαν αποχαιρετισμό:

«Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.

Τώρα το χέρι του θανάτου αυτό

χαρίζει τη ζωή και ο ύπνος δεν υπάρχει

 Αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν. ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.»