Σε μια παραδοσιακή κοινότητα καλλιεργητών κακάο στην Γκάνα, η εφαρμογή ενός σχεδίου οργανικής καλλιέργειας από έναν Ευρωπαίο επιχειρηματία αφρικανικής καταγωγής θέτει σε δοκιμασία τις δυναμικές εξουσίας εντός της κοινότητας, καθώς και τα όνειρα των νεαρών αγροτών να δραπετεύσουν στην Ευρώπη.

Στο “Bitter Chocolate” η κάμερα είναι σαν να μην υπάρχει, καθώς εμείς ακολουθούμε το μονοπάτι του κακάο μπαίνουμε στη ζωή της κοινότητας, στα χνάρια των πρωταγωνιστών και κάπου ανάμεσα σε εικόνες που στα μάτια μας μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικές, ακούμε τις ιστορίες τους, τις ανάγκες τους, τις επιθυμίες τους, τα πιστεύω τους, τα όνειρά τους, που τελικά φαίνεται να μην καθορίζονται από ηπείρους.

«Έχουμε μια λανθασμένη αντίληψη ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τις ανάγκες που έχουμε και εμείς», σημειώνει ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Σκούρας. «Είναι πράγματα τα οποία βλέπουν ότι όλοι απολαμβάνουν και αναρωτιούνται γιατί όχι και εγώ. Είναι πολύ δυτική ματιά το να πιστεύουμε γι’ αυτούς ότι είναι μια χαρά έτσι και ότι καλό είναι να μην χαλάσουν αυτό που έχουν.»

Λίγο πριν το ντοκιμαντέρ κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Σκούρας μοιράζεται στο ελc το ταξίδι του “Bitter Chocolate”, τις δυσκολίες, όσα δεν περίμενε να δει και όσες στιγμές κρατά.

Ποια ήταν η ιδέα πάνω στην οποία ξεκίνησε να δημιουργείται το “Bitter Chocolate”;

Το 2023 είχα κάνει ένα επαγγελματικό ταξίδι σε 5 χώρες της Δυτικής Αφρικής σε ένα πρότζεκτ που λεγόταν “The route of cocoa”. Ανάμεσα στα μέρη που επισκέφτηκα, βρέθηκα για 24 ώρες σε μια απομονωμένη κοινότητα καλλιεργητών κακάο στην περιοχή της Asante South στην Γκάνα. Υπήρχε κάτι πρωτόγνωρο για μένα σε αυτή την κοινότητα, που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Εκείνο το ίδιο βράδυ λοιπόν, σκέφτηκα για πρώτη φόρα ότι θέλω να ξανάρθω, να κάνω ντοκιμαντέρ, όπου θα έχω το χρόνο να παρατηρήσω αυτή την κοινότητα. Και έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά, σαν πρώτη ιδέα ή μάλλον σαν ένα «θέλω», να βρω έναν τρόπο να ξαναβρεθώ εκεί.

Γυρνώντας στην Αθήνα, άρχισα σταδιακά να πλάθω στο μυαλό μου την ιδέα ενός ντοκιμαντέρ για την κοινότητα, με τη βοήθεια του μοντέρ και φίλου μου, Δημήτρη Πολύζου. Δεν υπήρχε κάτι συγκεκριμένο, διάσπαρτες σκέψεις κυρίως. Κάτι σχετικά με το κακάο, κάτι σχετικά με την κοινότητα. Το βασικό κίνητρο ήταν πάντα να ξαναβρεθώ στην κοινότητα. Γεγονός που στην αρχή φαινόταν κάτι εντελώς ουτοπικό, αλλά σταδιακά ερχόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Μέχρι που στο τέλος, ενάμιση χρόνο μετά το πρώτο ταξίδι, μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Κουτσαλιάρη και τον ηχολήπτη Σίμο Λαζαρίδη, βρέθηκα ξανά στην Γκάνα.

Πώς κύλησε η διαδικασία των γυρισμάτων; Πώς αντιμετώπισαν οι ντόπιοι την κάμερα;

Ταξιδέψαμε μια φορά και μείναμε συνολικά για ένα μήνα. Κανονικά για ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ πρέπει να πας να κάνεις την έρευνά σου, να κάτσεις, να ξαναπάς και μετά να τραβήξεις. Εμείς αυτά τα κάναμε κατευθείαν, έρευνα και γύρισμα. Τα logistics ήταν πολλά και δεν ήταν καθόλου εύκολα. Το Ελληνικό Προξενείο μας βοήθησε πολύ, όπως και ο πρωταγωνιστής ο Λέσλι.

Όσον αφορά την κοινότητα αυτό που μας άγχωνε ήταν ότι επειδή δεν είχαν μεγάλη εξοικείωση με κινηματογραφικά συνεργεία, φοβόμασταν μην χάσουν την αυθεντικότητά τους μπροστά στην κάμερα. Αυτό που κάναμε σαν τεχνική ήταν το εξής: Η επίσημη γλώσσα του κράτους είναι τα αγγλικά και εμείς πιστεύαμε ότι όλες οι συζητήσεις θα ήταν στα αγγλικά. Όταν λοιπόν πήγαμε, καταλάβαμε ότι δεν μιλάνε πάρα πολύ καλά αγγλικά σε αυτή την κοινότητα, αλλά μιλάνε στην τοπική διάλεκτό τους. Επομένως πήραμε μια απόφαση, η οποία ήταν πρακτική και δημιουργική, να τους αφήσουμε να μιλάνε και να συζητούν μεταξύ τους στην τοπική τους διάλεκτο, ακόμα και αν εμείς δεν ξέρουμε τι λένε. Ρωτούσαμε μόνο ποιο είναι το θέμα της συζήτησης. Πιο πολύ βλέπαμε τι γίνεται στη σκηνή που τραβούσαμε, τι συμβαίνει σαν εικόνα, πώς φέρονταν, την κινησιολογία τους. Αφηνόμασταν σε αυτό που συνέβαινε μπροστά μας και προσπαθήσαμε να αφήνουμε χώρο στην αίσθηση της κοινότητας. Κάπως έτσι απλώς ξέχασαν την ύπαρξη μας. Δηλαδή για μένα η επιτυχία του ντοκιμαντέρ είναι ακριβώς αυτό, ότι νιώθεις σαν να μην είμαστε εκεί ως συνεργείο.

Παρόλα αυτά βλέπουμε να γίνονται συζητήσεις στις οποίες μοιράζονται σημαντικά κομμάτια τους, μας βάζουν μέσα στις επιθυμίες τους, στα πιστεύω τους, στα όνειρά τους. Επομένως υπήρχε και τύχη εδώ.

Υπήρχε τύχη, υπήρχε και συνειδητή απόφαση. Τραβούσαμε σκηνές 35-40 λεπτά. Δεν κάναμε εύκολα cut, τους αφήναμε να κάνουν αυτό που θέλουν και εμείς απλά ήμασταν εκεί. Παίρνεις ένα ρίσκο, αλλά πιστεύαμε ότι οτιδήποτε και αν συζητούσαν θα είχε κάποιο νόημα για το ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι.

Φυσικά όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, μας πήρε πάρα πολύ χρόνο η μετάφραση. Ήταν όμως και τρομερά ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις τι ακριβώς έλεγαν τελικά. Και πολύ αστείο σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά όταν μιλούσαν για εμάς.

Εκτός γυρίσματος πώς ήταν η αλληλεπίδρασή σας με τους ανθρώπους της κοινότητας;

Είναι τρομερά φιλικοί και ανοιχτοί άνθρωποι. Μέναμε κανονικά εκεί μαζί τους, δεν μπορούσαμε να το κάνουμε επιδερμικά. Αλλά εντάξει τώρα για να μη γελιόμαστε, εμείς ήμασταν οι λευκοί, επομένως κατευθείαν αυτό τους τραβούσε την προσοχή. Υπήρχαν παιδιά για τα οποία ήμασταν οι πρώτοι λευκοί που έβλεπαν στη ζωή τους. Έρχονταν αγρότες να μας μιλήσουν, μας ζητούσαν να τραβήξουμε και τη δική τους φυτεία γιατί ήταν από τις πιο ωραίες. Είχαμε επίσης πολύ καλή σχέση και με τον Shamorah, τον αρχηγό σε ένα από τα χωριά, ο οποίος είχε ένα είδους «μπαρ» και μας καλούσε να πάμε. Γενικά μας αγκάλιασε πολύ όλη η κοινότητα, που ήταν πολύ βασικό για να μείνουμε 30 μέρες εκεί και μάλιστα σε τέτοιες καιρικές συνθήκες, γιατί μιλάμε για 36-38 βαθμούς Κελσίου με έναν ήλιο πολύ διαφορετικό από αυτόν που έχουμε συνηθίσει εδώ.

Η πιο ωραία μου ανάμνηση είναι τα πρωινά. Υπήρχε ένας μοναδικός φυσικός ήχος τη στιγμή που όλοι ξυπνούσαν. Σαν όλο το χωρίο να είναι μια οικογένεια που ξυπνά και τα μέλη της μαζεύονται για πρωϊνό.

Υπήρχε κάτι που δεν περίμενες να δεις εκεί; Κάτι που να σου έκανε τρομερή εντύπωση;

Η όλη η διαδικασία του κακάο ήταν κάτι το οποίο για μας ήταν πολύ πρωτόγνωρο. Φαντάσου ότι η κοινότητα είναι απόλυτα εξαρτώμενη από το κακάο, το 99% των κατοίκων έχουν φυτείες. Έτσι, παντού στην κοινότητα γινόντουσαν εργασίες σχετικές με το κακάο. Αλλού συγκομιδή, αλλού αποξήρανση, αλλού μάζεμα στα σακιά. Δεν μπορούσες, δηλαδή, να δεις τη ζωή τους αποκομμένη από το κακάο.

Κάτι άλλο που θυμάμαι είναι ο τρόπος λειτουργίας της κοινότητας, η ιεραρχία της, που είναι κάτι πολύ ξένο σε εμάς. Σκέψου ότι βρεθήκαμε σε μια τοπική δίκη, όπου οι αρχηγοί ήταν ντυμένοι με τις παραδοσιακές φορεσιές τους και έπρεπε να αποφασίσουν για τη διαφωνία δύο κατοίκων. Όλη αυτή η ιεροτελεστία και ο σεβασμός στους αρχηγούς ήταν κάτι που δεν είχα ξανασυναντήσει.

Κάτι που δεν υπάρχει στο ντοκιμαντέρ είναι η θρησκευτική πίστη που είχαν. Σε ένα χωριό 200 κατοίκων υπήρχαν πέντε εκκλησίες διαφορετικών δογμάτων, αποστολικοί, καθολικοί, προτεστάντες, καθώς και ένα τζαμί. Και συνυπήρχαν αρμονικά. Επίσης, ο τρόπος που εκκλησιάζονταν ήταν ιδιαίτερος, ανεξάρτητα από το δόγμα που υποστήριζαν. Ήταν μια γιορτή, με τραγούδια και χορούς. Κάτι το εκστατικό.

Επίσης κάτι το οποίο είναι θαυμαστό σε αυτούς τους ανθρώπους, είναι ότι μοιάζουν σαν να μην υπάρχει άγχος, μοιάζουν χαρούμενοι και ελεύθεροι από άγχος. Δεν είδα πουθενά γκρίνια.

Από την άλλη, κάποια στιγμή μιλούσα με μια οικογένεια και ρωτούσα τι κάνετε στον ελεύθερο σας χρόνο και δεν μπορούσαν να καταλάβουν την έννοια του “leisure time”. Δεν υπήρχε στη σκέψη τους.\

Ποιες ήταν οι βασικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στη διαδρομή αυτή;

Προς το τέλος έγινε κάπως δύσκολο για μένα. Είχα πολύ άγχος για το υλικό που έχουμε και μου έλειπε η οικογένειά μου. Έχω μία δεκάχρονη κόρη και αυτό το έκανε πιο δύσκολο. Δηλαδή προς το τέλος ανυπομονούσα να επιστρέψω. Φυσικά, όταν γυρίζεις πίσω και σκέφτεσαι όλο αυτό που είδες και έζησες, νιώθεις ευλογημένος που είχες αυτή τη φοβερή εμπειρία και ξεχνάς όλες τις δυσκολίες.

Επίσης, πέρα από ένα πρώτο σενάριο που είχε γραφτεί στην αρχή, όλη η δουλειά έγινε μετά στο μοντάζ και καθόρισε τι ιστορία έχουμε, για ποιο πράγμα μιλάμε. Κολυμπούσαμε σε άγνωστα νερά στην αρχή, το οποίο είναι και ενδιαφέρον και πολύ δημιουργικό, δεδομένου ότι δεν πήγαμε με έτοιμες ιδέες.

Επίσης δύσκολο ήταν να αφήσουμε έξω σκηνές που αγαπούσαμε πολύ. Υπήρχε μια σκηνή συζήτησης τριών ανθρώπων, οι οποίοι μιλούσαν για το γεγονός ότι δεν έχουν μπει ποτέ σε αεροπλάνο και φαντάζονταν τη στιγμή που θα συμβεί. Δεν τη χωρέσαμε δυστυχώς, όπως και άλλες σημαντικές σκηνές.

Από τις σκηνές που έμειναν τελικά, ποια ξεχωρίζεις;

Στους περισσότερους αρέσει η σκηνή στο ποτάμι. Εμένα νομίζω η αγαπημένη μου σκηνή είναι όταν ο Λέσλι μιλάει με την κόρη του στο Λονδίνο και η «εξομολόγηση» που κάνει στο μπαλκόνι μετά. Οπτικά είναι από τις αγαπημένες μου και η σκηνή του αρχηγού με τις φωτιές το πρωί. Μου αρέσει πολύ η αίσθηση που μου βγάζει όταν τη βλέπω, έστω και αν είναι μικρή. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί μία μικρού μήκους ταινία μόνο από το υλικό αυτής της σκηνής. Πολύ δυνατή σκηνή είναι βέβαια και η αντιπαράθεσή του Λέσλι με τον Άλφρεντ.

Προσωπικά στάθηκα στο ότι παρά τις σκληρές συνθήκες στις οποίες ζουν και τις ελλείψεις που έχουν σε αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως πχ το νερό, αυτό δεν σταματά την επιθυμία τους να αποκτήσουν υλικά αγαθά που για εμάς μπορεί να είναι δεδομένα, όπως πχ ένα αυτοκίνητο, αλλά και να ονειρευτούν.

Έχουμε μια λανθασμένη αντίληψη ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να μείνουν έτσι για πάντα και δεν έχουν τις ανάγκες που έχουμε και εμείς, ότι με αυτά που έχουν, πρέπει να είναι ευχαριστημένοι και να μείνουν με αυτά έτσι ώστε να τους βλέπουμε σαν κάτι πολύ πρωτόγονο που μας ξυπνάει τα αισθήματά μας για το πόσο όμορφη είναι η ζωή στην ηρεμία και τη φύση. Είναι πράγματα τα οποία βλέπουν ότι όλοι απολαμβάνουν και αναρωτιούνται γιατί όχι και εγώ. Είναι πολύ δυτική ματιά το να πιστεύουμε γι’ αυτούς ότι είναι μια χαρά έτσι και ότι καλό είναι να μην χαλάσουν αυτό που έχουν. Εμείς το κάνουμε αυτό; Όχι, αλλά γιατί θέλουμε αυτοί να το κάνουν;

Θυμάμαι κάποια στιγμή που περπατάμε και βλέπουμε έναν που είχε μια μεγάλη τηλεόραση σ’ ένα σπίτι και παθαίνουμε σοκ και μετά σκεφτόμαστε οκ δηλαδή αν περνούσαμε από ένα σπίτι στον Κολωνό και βλέπαμε μια τέτοια τηλεόραση, θα παθαίναμε σοκ; Όχι. Για ποιο λόγο θα πρέπει να μας σοκάρει ένας άνθρωπος που ήθελε να αποκτήσει κάτι το οποίο εμείς το έχουμε ως δεδομένο; Εθελοτυφλείς όταν περιμένεις οι ανάγκες του άλλου και τα θέλω του άλλου να είναι τόσο διαφορετικά από τα δικά σου.

Info

Bitter chocolate
Πρεμιέρα: 7 Μαρτίου, 18.00 | Αίθουσα Τζον Κασσαβέτης