«Ο μικρός Έγιολφ», ένα από τα πιο ώριμα και σκληρά έργα του Χένρικ Ίψεν, επιστρέφει σήμερα στη σκηνή μέσα από μια σύγχρονη ανάγνωση που εστιάζει όχι μόνο στο πένθος, αλλά και στις ρωγμές που αποκαλύπτονται μέσα σε μια σχέση όταν χάνεται το κοινό της νόημα. Ο σκηνοθέτης Ντίνος Ψυχογιός προσεγγίζει το έργο ως μια ιστορία για το ζευγάρι που μένει πίσω μετά την απώλεια, καλούμενο να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του, τις ευθύνες του και τα όνειρα που είχαν οικοδομηθεί πάνω στην ιδέα της οικογένειας.

Συνομιλώντας με τον Ίψεν μέσα από το βλέμμα μιας γενιάς που μεγάλωσε με την υπόσχεση ενός καλύτερου μέλλοντος, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με κρίσεις, αβεβαιότητα και επαναπροσδιορισμούς, ο Ντίνος Ψυχογιός αναζητά στο έργο μια ιστορία για τα «χαμένα όνειρα» και την έννοια της ανθρώπινης ευθύνης σήμερα.

Μιλήσαμε λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης και, μέσα σε ένα κλίμα δημιουργικής αγωνίας, μοιράστηκε με ενθουσιασμό τις σκέψεις του για το έργο, τη σκηνοθετική του προσέγγιση και κυρίως τους φόβους της δικής του γενιάς.

«Πριν από κάθε πρεμιέρα υπάρχει πολλή αγωνία. Το θέατρο στην Αθήνα έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Μπορεί κανείς να δουλεύει σε μια μεγάλη παραγωγή, σε ένα φεστιβάλ ή σε μια πιο εμπορική παραγωγή μιας εταιρείας. Υπάρχει όμως και μια άλλη πραγματικότητα: οι ομάδες, οι άνθρωποι που τρέχουν πράγματα μόνοι τους, που παλεύουν για να κάνουν θέατρο. Εγώ ανήκω περισσότερο σε αυτή την κατηγορία. Οι περισσότερες δουλειές που έχω κάνει προκύπτουν από συνεργασίες με ανθρώπους που αγαπώ, με ομάδες που θέλουν να κάνουν θέατρο με τους δικούς τους όρους».

Όπως εξηγεί, όταν μια παράσταση γίνεται μέσα από μια μεγάλη παραγωγική δομή, υπάρχουν σαφώς και πλεονεκτήματα: καλύτερες αποδοχές για τους συντελεστές, ένας οργανωμένος μηχανισμός που μπορεί να στηρίξει μια παραγωγή. Όταν όμως οι δημιουργοί αναλαμβάνουν οι ίδιοι τα πάντα, η διαδικασία είναι πολύ πιο απαιτητική: «Όταν βρίσκεσαι στη θέση που βρίσκομαι συχνά εγώ – να σκηνοθετώ αλλά ταυτόχρονα να τρέχω και την παραγωγή, τα οργανωτικά, τις λύσεις – η αγωνία είναι πολύ μεγαλύτερη. Γιατί περνούν όλα από το χέρι σου». Και συνεχίζει: «Δεν είναι μόνο να πάρεις την τελική καλλιτεχνική απόφαση, που ούτως ή άλλως είναι ευθύνη του σκηνοθέτη. Είναι να περάσει όλη η διαδικασία από σένα: να βρεις λύσεις, να πάρεις πρωτοβουλίες, να σηκώσεις πράγματα που σε άλλες παραγωγές τα αναλαμβάνουν άλλοι άνθρωποι».

Σε αυτή την επιλογή υπάρχει βέβαια και μια αντίφαση. «Και από επιλογή και από ανάγκη», παραδέχεται. «Αν δεν πάρεις επιδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, αν δεν συνεργαστείς με κάποια εταιρεία παραγωγής ή αν δεν σε εντάξει κάποιο φεστιβάλ στο πρόγραμμά του, αλλά παρ’ όλα αυτά αν θέλεις να κάνεις θέατρο, τότε το κάνεις μόνος σου. Με τους ανθρώπους που μπορείς να συγκεντρώσεις και με τα μέσα που έχεις». Και αυτή, όπως σημειώνει, είναι μια πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένη στο θεατρικό τοπίο της πόλης.

Aulona Lupa

«Ο μικρός Έγιολφ» είναι ένα δύσκολο έργο του Ίψεν – όχι απαραίτητα σκοτεινό, αλλά βαθιά θλιβερό, γεμάτο πόνο. Τι σας οδήγησε να αναμετρηθείτε μαζί του σήμερα;

Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Η αφορμή ήρθε αρχικά από την ηθοποιό Aulona Lupa, που πρωταγωνιστεί στην παράσταση. Πριν περίπου έναν χρόνο μού είπε: «Πότε ήταν η τελευταία φορά που διάβασες τον “Μικρό Έγιολφ”; Ρίξε μια ματιά». Έμεινα για λίγο καιρό μόνος με το έργο. Το ξαναδιάβασα, το μελέτησα, άρχισα να ψάχνω γύρω του – και σιγά σιγά άρχισα να ανακαλύπτω πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι, λόγω της εκπαίδευσής μου στη δραματική σχολή, είχα για χρόνια μια μάλλον επιφυλακτική στάση απέναντι στον Ίψεν. Τον θεωρούσα κάπως παρωχημένο. Ανέβαζα κυρίως σύγχρονα έργα, έψαχνα νέα κείμενα, πιο «φρέσκες» δραματουργίες. Ξαφνικά όμως βρέθηκα μπροστά στον Ίψεν και σκέφτηκα: γιατί όχι; Πρέπει να δοκιμαστώ. Υπάρχει πάντα μια ενδιαφέρουσα πρόκληση όταν καταπιάνεσαι με κάτι κλασικό και πολυπαιγμένο – με ένα έργο που έχει αγαπηθεί τόσο από το κοινό όσο και από τους ανθρώπους του θεάτρου. Έγινε η αρχή με τον Μολιέρο το καλοκαίρι στις Σέρρες.

Aυτό που με κέρδισε πραγματικά είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Ίψεν παρατηρεί τις ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαίτερα το ζευγάρι και την οικογένεια. Στα έργα του βλέπουμε ανθρώπους που, ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχίζουν να αναζητούν νέους δρόμους: να επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους, τις σχέσεις τους και τη θέση τους μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία. Συχνά μάλιστα μέσα από πολύ ισχυρούς γυναικείους χαρακτήρες. Ο Ίψεν ήταν ένας συγγραφέας που, με έναν τρόπο, οσμιζόταν την αλλαγή. Την αναζητούσε και την ενσωμάτωνε στα έργα του. Και αυτό είναι κάτι που μας αφορά έντονα και σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή όπου επαναδιαπραγματευόμαστε πολλά πράγματα: τη σχέση μας με την οικογένεια, την έννοια της τεκνοποίησης, την ευθύνη απέναντι στους άλλους αλλά και απέναντι στον εαυτό μας. Με έναν τρόπο, βρισκόμαστε κι εμείς σε μια περίοδο επαναπροσδιορισμού.

Συζητώντας λοιπόν το έργο με την ομάδα και με τους ηθοποιούς, καθώς σιγά σιγά συγκροτούνταν η παράσταση, αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν αυτή η ιστορία μπορεί να λειτουργήσει και ως σχόλιο για τη δική μας γενιά. Γιατί στον «Μικρό Έγιολφ» βλέπουμε δύο ανθρώπους που, μετά από μια μεγάλη απώλεια, καλούνται να ξαναβρούν τη θέση τους στον κόσμο. Να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους μεταξύ τους, αλλά και το νόημα της ζωής τους. Και κάπως έτσι αρχίσαμε να βλέπουμε τη σχέση αυτού του έργου με το σήμερα.

Φαίδρα Αγγελάκη

Μιλάς για μια ανάγνωση που φωτίζει τα χαμένα όνειρα μιας γενιάς. Πώς μεταφράζεται αυτό σκηνικά; Ποια είναι η σκηνοθετική σου προσέγγιση;

Η πρώτη δουλειά έγινε πάνω στο ίδιο το κείμενο. Έκανα μια ελαφριά διασκευή με σκοπό να μην δοθεί η εντύπωση ότι το έργο αφορά κυρίως την τραγικότητα της απώλειας ενός παιδιού. Το πένθος φυσικά υπάρχει και δεν μπορεί να λείπει από αυτό το έργο, αλλά δεν πιστεύω ότι ο Ίψεν το έγραψε για το παιδί. Το έργο, όπως το καταλαβαίνω εγώ, είναι γραμμένο για το ζευγάρι. Με ενδιαφέρει το ζευγάρι που μένει πίσω μετά την εξαφάνιση του παιδιού και καλείται να συνεχίσει να ζει. Να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να είναι ζευγάρι και πώς θα νοηματοδοτήσει τη ζωή του από εδώ και πέρα. Σε εκείνη την εποχή, αλλά σε μεγάλο βαθμό ακόμη και σήμερα, η πυρηνική οικογένεια θεωρούνταν ένας βασικός στόχος ζωής. Στο έργο όμως αυτή η συνθήκη αρχίζει να διαλύεται. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι συμβαίνει όταν αυτή η κοινωνική νόρμα καταρρέει.

Γι’ αυτό και σκηνοθετικά δεν επιλέξαμε κάποια πολύ φορμαλιστική ή ασυνήθιστη προσέγγιση. Πατάμε πάνω στο ίδιο το έργο του Ίψεν. Θα έλεγα ότι κρατάμε περίπου το εβδομήντα τοις εκατό του κειμένου όπως είναι και πειράζουμε κάποια πράγματα, ώστε να μπούμε πιο άμεσα στο βασικό ζήτημα: σε ένα ζευγάρι που είχε από πριν μια δυσλειτουργική σχέση.

Το παιδί λειτουργεί κάπως σαν μια βιτρίνα, σαν ένα χαλί κάτω από το οποίο κρύβονται όλα τα προβλήματα. Όταν αυτό φεύγει, αποκαλύπτεται η πραγματική φύση της σχέσης. Για εμάς το παιδί είναι και ένα σύμβολο. Είναι σύμβολο ενός χαμένου ονείρου. Είναι η απώλεια μιας συνθήκης που έδινε νόημα στη ζωή των ηρώων. Ειδικά για τον πατέρα στο έργο, το παιδί ήταν το μεγάλο του σχέδιο ζωής. Δηλώνει από την αρχή ότι βρήκε επιτέλους τον σκοπό του: να γίνει ο καλύτερος πατέρας, ο ιδανικός μέντορας. Και ξαφνικά αυτό το σχέδιο δεν υπάρχει πια. Τότε προκύπτουν τα πραγματικά ερωτήματα: πώς στέκεσαι στη ζωή σου όταν έχεις φορτώσει όλα σου τα όνειρα σε κάτι που χάνεται; Πώς συνεχίζεις να υπάρχεις ως άνθρωπος, ως σύντροφος, ως πρόσωπο με ταυτότητα; Και εκεί νομίζω βρίσκεται και ένας πολύ ωραίος προβληματισμός που θέτει ο Ίψεν: τι σημαίνει τελικά οικογένεια; Τι σημαίνει η ευθύνη του να φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο; Και πώς βαραίνει αυτή η ευθύνη τη ζωή των ανθρώπων. Αυτό είναι κάτι που προσπαθούν να ανακαλύψουν και οι χαρακτήρες μέσα στο έργο.

Πιστεύεις ότι σήμερα η έννοια του ζευγαριού βρίσκεται σε κρίση ή σε μια μετάβαση;

Θα έλεγα ότι το ζευγάρι ως έννοια έχει μια αρκετά σταθερή υπόσταση μέσα στους αιώνες. Ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη να μοιραστείς τη ζωή σου με έναν άλλο άνθρωπο είναι πράγματα που πάντα υπήρχαν. Πάντα όμως υπήρχαν και οι δυσκολίες: οι συγκρούσεις, οι απογοητεύσεις, η ταλαιπωρία, αλλά και η αγάπη. Αυτό που νομίζω ότι επαναπροσδιορίζουμε σήμερα είναι κυρίως η συμβατική έννοια της οικογένειας. Τι σημαίνει να κάνω οικογένεια, να κάνω παιδιά, να γίνω γονιός, να στήσω έναν μικρό δικό μου κόσμο. Γιατί το κάνω; Είναι μια κοινωνική επιταγή; Είναι μια βαθιά εσωτερική ανάγκη; Είναι κάτι που ακολουθούμε σχεδόν αυτόματα;

Η γενιά μας βρίσκεται μπροστά σε αυτά τα ερωτήματα. Ζούμε σε μια εποχή όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη υπογεννητικότητα από τότε που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Συχνά αποδίδεται στις οικονομικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Ίσως χρειάζεται να επαναδιαπραγματευτούμε τι σημαίνει οικογένεια και γιατί τη δημιουργούμε. Αν για πολλά χρόνια ήταν ένα κοινωνικό ή θρησκευτικό πρόσταγμα που ακολουθούσαν οι άνθρωποι σχεδόν αυτονόητα, ίσως τώρα να καλούμαστε να το ξανασκεφτούμε από την αρχή. Σε αυτό το σημείο νομίζω ότι το έργο του Ίψεν έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση. Η απώλεια ενός παιδιού έρχεται να αποκαλύψει κάτι βαθύτερο: μήπως αυτή η οικογένεια δεν είχε θεμελιωθεί ποτέ πραγματικά; Μήπως η σχέση του ζευγαριού έκρυβε από την αρχή ρωγμές που απλώς καλύπτονταν από την ύπαρξη του παιδιού; Μετά από μια τέτοια τραγωδία, μετά από κάτι τόσο σκληρό, αυτό είναι τελικά που μου αφήνει ως επίγευση το έργο. Η στιγμή όπου οι άνθρωποι καλούνται να πάρουν μια απόφαση. Να αποφασίσουν αν η ζωή μαζί μπορεί να συνεχιστεί και αν έχει νόημα να συνεχιστεί.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη που με απασχολεί σε αυτό το έργο. Πέρα από το πένθος και πέρα από το τραγικό γεγονός, τι είναι αυτό που αποκαλύπτει ο χαμός αυτού του παιδιού; Τι έρχεται να μας δείξει; Για μένα αποκαλύπτει ότι πολλές αδυναμίες και δυσλειτουργίες κρύβονταν πίσω από την ύπαρξη του παιδιού, πίσω από την εικόνα μιας πυρηνικής οικογένειας.

Στο έργο του Ίψεν υπάρχουν τέσσερις βασικοί χαρακτήρες: ο Άλφρεντ, η Ρίτα, η Άστα –η αδελφή του Άλφρεντ– και η μυστηριώδης “γυναίκα με τους αρουραίους”. Πώς λειτουργούν αυτοί οι ρόλοι στη δική σου παράσταση;

Στο έργο υπάρχει βέβαια και το παιδί, ο Έγιολφ, που όμως δεν εμφανίζεται. Είναι μια παρουσία που καθορίζει τα πάντα χωρίς να βρίσκεται στη σκηνή. Η πιο ιδιαίτερη μορφή είναι η λεγόμενη «γυναίκα με τους αρουραίους». Ο Ίψεν την παρουσιάζει αρκετά ρεαλιστικά, εμφανίζεται κανονικά στη σκηνή και συνομιλεί με τους χαρακτήρες. Ταυτόχρονα όμως της αποδίδει και μια πολύ περίεργη, σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Είναι σαν να εκπροσωπεί τη μοίρα, σαν να προοικονομεί τον θάνατο, σαν να φέρνει τα μαντάτα από τον Κάτω κόσμο. Αυτή η ιδέα μού άρεσε πολύ και προσπαθήσαμε να την αξιοποιήσουμε στη δική μας εκδοχή. Στη δική μας παράσταση δεν θα είναι ακριβώς ένας άνθρωπος που μπαίνει στο σπίτι και συνομιλεί με τους άλλους. Θα λειτουργεί περισσότερο σαν μια παρουσία, κάτι που οι ήρωες μπορεί να το γνωρίζουν, να το αισθάνονται ή να έχουν ακούσει γι’ αυτό, αλλά που δεν είναι απαραίτητο να το δούμε μπροστά μας.

Υπάρχει επίσης και ένας ακόμη ανδρικός χαρακτήρας, μικρότερος ρόλος αλλά σημαντικός. Είναι ίσως ο μόνος που στέκεται κάπως έξω από το κλειστό σύστημα των υπόλοιπων προσώπων και λειτουργεί σαν ένα εξωτερικό βλέμμα πάνω στη ζωή τους. Με έναν τρόπο συμβολίζει και την κίνηση προς τα εμπρός. Την ανάγκη να ξεκολλήσουμε από το παρελθόν και από καταστάσεις που μας κρατούν στάσιμους.

Στην παράσταση μετατοπίζεις το έργο προς μια γενιά αβεβαιότητας. Ποια πιστεύεις ότι είναι σήμερα η μεγαλύτερη απώλεια της δικής σου γενιάς;

Νομίζω ότι σε έναν βαθμό είναι ακριβώς αυτό που αναφέρεται και στο έργο: τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον. Η γενιά στην οποία ανήκω μεγάλωσε με την υπόσχεση ενός πολύ τρομερού και υπέροχου μέλλοντος. Στη δεκαετία του ’80 και του ’90 τίποτα δεν προμήνυε τις δυσκολίες που θα έφερνε αυτός ο αιώνας. Μεγαλώσαμε με μια αίσθηση αφθονίας, με την πεποίθηση ότι τα πράγματα προχωρούν προς το καλύτερο. Η τεχνολογία εξελισσόταν, οι οικονομίες αναπτύσσονταν, υπήρχε η αίσθηση ότι ο κόσμος γίνεται όλο και πιο σταθερός. Κι όμως, όσο η δική μου γενιά έφτανε στην ενηλικίωση –στα είκοσι, στα είκοσι πέντε– άρχισαν να εμφανίζονται συνεχώς νέες κρίσεις: οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, γεωπολιτικές εντάσεις. Ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ότι η ιστορία μπορεί να κάνει και βήματα προς τα πίσω πριν ξανακάνει βήματα προς τα μπροστά.

Κοιτάζοντας τις προηγούμενες γενιές, βλέπουμε πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα. Οι γονείς ή οι παππούδες μας μπορούσαν σχετικά νωρίς να αποκτήσουν το πρώτο τους σπίτι, να βρουν έναν σύντροφο ζωής, να κάνουν οικογένεια. Σήμερα η δική μου γενιά μοιάζει να επαναδιαπραγματεύεται όλα αυτά: το τι σημαίνει οικογένεια, το πότε και αν θέλεις να κάνεις παιδιά, το πώς θέλεις να οργανώσεις τη ζωή σου.

Ντίνος Ψυχογιός

Πιστεύεις ότι η τεχνολογία και η υπερπληροφόρηση έχουν επηρεάσει τον τρόπο που βιώνουμε την ευθύνη ή ακόμη και την απώλεια;

Νομίζω ότι έχουν επηρεάσει περισσότερο την έννοια της ευθύνης παρά το πένθος. Το πένθος είναι κάτι τόσο βαθύ και τόσο παλιό μέσα στον άνθρωπο που δύσκολα αλλοιώνεται. Όταν η απώλεια σε χτυπάει, παραμένει ένα πολύ άμεσο και πρωταρχικό βίωμα. Η ευθύνη όμως είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι τόσο ένα εσωτερικό ένστικτο όσο μια έννοια που διαμορφώνεται μέσα στις κοινωνίες και επαναπροσδιορίζεται συνεχώς. Αυτό φαίνεται ακόμη και στον τρόπο που διαβάζουμε σήμερα τους χαρακτήρες του έργου. Για παράδειγμα, μια γυναίκα όπως η Ρίτα, παρότι ο Ίψεν έγραφε ήδη πολύ δυναμικούς γυναικείους χαρακτήρες για την εποχή του, σήμερα ίσως θα διεκδικούσε περισσότερα. Δεν θα ήταν ικανοποιημένη με αυτά τα λίγα που φαίνεται να ζητά από τον άντρα της. Η έννοια της ευθύνης επανέρχεται λοιπόν στο προσκήνιο και επαναπροσδιορίζεται.

Όταν κάποιος αποφασίζει να δημιουργήσει οικογένεια και να γίνει γονιός, απέναντι σε ποιον αναλαμβάνει ευθύνη; Απέναντι στο παιδί; Στον εαυτό του; Στην κοινωνία; Στην πολιτεία μέσα στην οποία μεγαλώνει το παιδί; Στη θρησκεία του; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που ο καθένας καλείται να απαντήσει με τον δικό του τρόπο. Στο έργο βλέπουμε τον Άλφρεντ να αναζητά απεγνωσμένα την έννοια της ανθρώπινης ευθύνης και να δυσκολεύεται να καταλάβει ποια είναι πραγματικά η θέση του στον κόσμο. Είναι μια αναζήτηση που, με έναν τρόπο, αφορά και εμάς σήμερα. Ίσως μάλιστα η δική μας γενιά να φοβάται περισσότερο να πάρει τέτοιες ευθύνες. Όχι απαραίτητα με αρνητική έννοια. Το να φέρεις έναν άνθρωπο στον κόσμο είναι ένα πολύ μεγάλο πράγμα και δεν είναι μια απόφαση που πρέπει να παίρνεται ελαφρά. Δεν νομίζω ότι μπορούμε πια να το αντιμετωπίζουμε με τη λογική «έτσι γινόταν πάντα, ας κάνουμε κι εμείς παιδιά». Σήμερα το σκεφτόμαστε περισσότερο, το ζυγίζουμε διαφορετικά και ίσως αυτό να είναι τελικά καλύτερο.

Info παράστασης:

(Ο μικρός) Έγιολφ | ΠΛΥΦΑ