Αν ο Leonard Cohen έγραψε για τον έρωτα και τη σιωπή, αν ο Bob Dylan έγραψε για την αμφισβήτηση και τον δρόμο, τότε ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε για την ελληνική ψυχή, την ψυχή μας. Έκανε την ίδια του την ζωή ύλη τέχνης. Από τη φοιτητική του επανάσταση μέχρι το κούρεμά του και ίσαμε τη γαλήνη της ωριμότητάς του. Όλα με σαρκασμό, σάτιρα, θρησκευτικότητα, κοινωνική αλχημεία κι έγινε κάθε στίχος του βήμα το βήμα ένα ταξίδι αυτογνωσίας για εκείνον και για όσους άκουγαν τα τραγούδια του.

Έχτισε ένα μύθο εσωτερικό, αυτόνομο, ακόμα κι όταν τραγουδά για την κοινωνία, την ιστορία, τον έρωτα εξακολουθεί να μιλά βαθιά και προσωπικά. Σαν να ‘ναι οι στίχοι του κομμάτια μιας εκτεταμένης αυτοβιογραφίας γραμμένης με νότες μουσικές και πάρα πολύ ειρωνεία.

Γεννήθηκε το 1944 και έγινε κατολίσθηση κι έπεσε ένας βράχος την Τρίτη 21 Οκτωβρίου που έφυγε από τη ζωή. Κατέβηκε μ’ ένα φορτηγό το 1966 από τη Σαλονίκη. Είχε μακριά μαλλιά φορούσε και γυαλιά. Ελληνική ροκ έπαιζε, κατάφερε ως και τη Σωτηρία Μπέλλου να την εντάξει στον κόσμο του που τρώμε βρώμικο ψωμί, που μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με φωνές ηλεκτρικές τριγυρνάμε στα σκοτάδια, σε αυτή την πολιτεία που κάτι όλους μας αρρωσταίνει. Έβγαλε τα τραπεζάκια του έξω, σαν βγήκε από αυτή τη φυλακή που κανείς δεν τόνε περίμενε, φοβόταν την Έλσα και δεν ήξερε καν τι να παίξει στα παιδιά στην αγορά στο Λαύριο.

Δεν ήτανε μόνο μεγάλος με τιράντες και γυαλιά που όλο φοβόταν το αύριο, ήτανε ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ελληνική μουσική. Είχε τα Μπουρμπούλια του, είχε την ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, έκανε το Κύτταρο ένα ζωντανό κύτταρο μουσικής με πολυδιάστατο πρόγραμμα και στο Ροντέο του μάζεψε τα παιδιά που χάθηκαν στου δράκου το πηγάδι στης στρίγγλας τη σπηλιά στο στοιχειωμένο δάσος. Πήρε την ελληνική παράδοση και τους ήχους της για να συνθέσει και να συνδέσει το λαϊκό στοιχείο με την αστική κουλτούρα, το ροκ το δικό του και έγινε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γενιάς του. Μοιρολόγια, μπάλλους… κατόρθωσε να γίνει ένας λόγιος ρεμπέτης που μας σύστησε με τους προγόνους μας.

Το έπαιξε τρελός για να μην τον πάρουν στον στρατό, συλλαμβάνεται από τη Χούντα και πηγαίνει στο Παρίσι με πλαστά χαρτιά και τη σύζυγό του Άσπα. Ζει τον Μάη του ’68 και πηγαίνει στο Μιλάνο με ωτοστόπ μετά επιστρέφει στην Ελλάδα, τον τόπο του. Κατέγραψε μουσικά μια πατρίδα που έβγαινε από μια Χούντα και δεν ήξερε πού θα καταλήξει. Τότε ήταν που έπαψαν οι στίχοι του να ‘ναι αλληγορικοί για να γλιτώσει τη λογοκρισία και γίνανε ουσιαστικοί.

Ήρθε σε σύγκρουση με τον Κάρολο Κουν όταν ήταν να κάνουν μαζί τους Αχαρνείς και τελικά τους κάνει μόνος του. Κάνει τη μεγάλη του συναυλία στο ΟΑΚΑ εκείνος πάνω σ’ ένα αερόστατο. Προβλήματα με τα ηχεία, ένα λέιζερ σόου που δεν έγινε ποτέ μα τους ακροατές δεν τους έμελλε. Κατόπιν κάνει μια μαγική εκπομπή 18 επεισοδίων (που κυκλοφορεί ελεύθερη στο ERTflix και σας προτρέπω να την παρακολουθήσετε), το Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι. Συνομιλούσε σ’ αυτην την εκπομπή με ένα τζουκ μποξ ενώ τραγουδούσε παρέα με τους καλεσμένους του: από τον Γιώργο Ζαμπέτα ίσαμε την Άννα Βίσση ντυμένη γορίλα. Κατήγγειλε τον πονηρό πολιτευτή και όλα τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας και μας ένωσε όλους σ’ έναν κυκλικό χορό με την ευχή να κρατήσουν αυτοί οι χοροί που σμίγουν παλιές κι αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντός μας.

Από αυτή την εκπομπή που παιδί την παρακολουθούσα αγάπησα την προσωπικότητά του, αυτή την ξεχωριστή περσόνα του Νιόνιου. Είχε αυτή την ιδιαίτερη φωνή με ένα ηχόχρωμα ταυτότητα. Ήταν ένας σόουμαν που τα τραγούδια του ζητούσαν να γίνουν μια συλλογική πράξη. Μου θύμιζε Πάνα ή Σάτυρο, είχε κάτι το διονυσιακό ο Σαββόπουλος κι όσο μεγάλωνε τον έβλεπα ν’ ασπρίζει και να μεταμορφώνεται σ’ έναν σοφό δημογέροντα – παπά που με κοινωνούσε την αλήθεια της ζωής.

Τα εξώφυλλα δίσκων του άλλοτε είχαν τη φωτογραφία του κι άλλοτε εικαστικά των Στέργιου Δελιαλή μα τα περισσότερα του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Επηρέασε πολλούς, δίδαξε ακόμα περισσότερους. Σεβόταν τη μελωδία, έδενε τα λόγια με τη μουσική σαν να έψελνε και απέδειξε ότι με μια κιθάρα, ένα μπουζούκι, ένα λαούτο, μπορείς να μαγέψεις τα πλήθη. Αγαπώ τους δίσκους του, άλλους περισσότερο κι άλλους λιγότερο. Κωλοέλληνες έλεγε και δεν άρεσε σε πολύ κόσμο, αλλά δεν υπάρχει ελπίς στην Ελλάδα ζεις. Καλοκαίρι με τον ρόγχο του αιρκοντίσιον μεσημέρι, φαλακροί μεσ’ τις σακούλες μας σα γέροι. Ο Νιόνιος μπορεί αριστερός να γεννήθηκε, να κατηγορήθηκε για συστημικός μα ήταν ο Νιόνιος που ένωνε όλους μας, γιατί η πλατεία του πάντα ήταν γεμάτη από το νόημα που ‘χε κάτι από τις φωτιές, στις γωνίες και τους δρόμους από συντρόφους οικοδόμους φοιτητές. Σαν αιώνιος φοιτητής στα μάτια μου έφεγγε στη μέση όλου του κόσμου και ήταν το φως μου σε μια μεγάλη γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μας την σκυφτή.

Το άλμπουμ του που έλιωσα κυριολεκτικά, όταν ήμουν φοιτητής ήταν ένα CD το Τραγούδια έγραψα για φίλους το 1999. Ένα tribute που η Πρωτοψάλτη τραγουδά το Μυστικό τοπίο, ο Κότσιρας το Μια θάλασσα μικρή, η Χαρούλα τη Δημοσθένους λέξις, η Γαλάνη με τον Κωνσταντίνο Βήτα τη Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, ο Δεληβοριάς το Έλσα σε φοβάμαι, ο Πάριος το είδα την Άννα κάποτε, η Τσαλιγοπούλου με τα Υπόγεια Ρεύματα τη Θαλασσογραφία, ο Πορτοκάλογλου το περιβόλι, ο Μαχαιρίτσας τον Πολιτευτή, ο Ιωαννίδης το οι παλιοί μου φίλοι, οι Πυξ Λαξ τη θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη και οι Active Member το Δέντρο. Ακούγοντας αυτά τα πειραγμένα με άλλες ενορχηστρώσεις του τραγούδια από άλλους τραγουδιστές που αγαπούσα συνειδητοποίησα πόσο μεγάλος, πόσο ενωτικός και διαχρονικός καλλιτέχνης ήτανε.

Σήμερα που σταμάτησε η καρδιά του σφίχτηκε η δικιά μου και θλίβομαι που δεν βρίσκω δυστυχώς αντάξιο συνεχιστή του. Όπως χάθηκε η ορθή άρθρωση από το ελληνικό τραγούδι με το φευγιό του Μητροπάνου και της Μοσχολιού έτσι κάτι σπουδαίο χάσαμε σήμερα. Θα κάνω σα να μην πέθανε ποτέ ο Σαββόπουλος, θα τον βαστάξω σαν έναν ακουστικό μύθο. Έναν θεό παγανιστή αγωνιστή τον Νόνιο, θα πάρω κι ένα λευκό σεντονάκι σαν εκείνο του καραγκιόζη και τη λάμπα του την τρελή να με φωτίζει για να βάλω στη σκιά του το παιδί που κρύβω μέσα μου που δεν έχει απόψε πού να πάει. Ακούω τραγούδια του όσο γράφω αυτό το άρθρο, κάνω παύσεις τραγουδώ και με βλέπω απόψε δεν θα κοιμηθώ θα με πάρει το ξημέρωμα. Σαν να έφυγε ένας δικός μου άνθρωπος και τον ξενυχτώ τον πόνο μου.

Θα κλείσω αυτό το γραπτό μου με τα λόγια του ίδιου, εκείνα που είπε το 2024 στο Ηρώδειο στη συναυλία επέτειο των 50 χρόνων από την αποκατάσταση της δημοκρατίας μας. Ήταν και η τελευταία φορά που τον απόλαυσα στη σκηνή. «Νιώθω τυχερός», είχε πει , «γιατί παρ’ όλες τις λακκούβες καταφέραμε ομαλή διαδοχή κυβερνήσεων. 50 χρόνια πολιτική ομαλότητα δεν έχει ματαγίνει στην Ελλάδα. Αυτό τουλάχιστον το καταφέραμε. Μπορούμε να δώσουμε συγχαρητήρια στους εαυτούς μας γι’ αυτό. Και δεν μπορώ να ακούω κάτι εναλλακτικούς τζιτζιφιόγκους να λένε “Η χούντα δεν τελείωσε το ’73”. Κρατήσαμε τη δημοκρατία και προσπαθήσαμε ο καθένας από τη μεριά του να φτιάξουμε ένα έργο για να δώσουμε νόημα και φως σ’ αυτόν τον χρόνο που μας χαρίστηκε. Να δώσουμε περιεχόμενο στις μέρες μας. Να δώσουμε περιεχόμενο στις νύχτες. Τώρα εσείς, τα νεότερα παιδιά αυτής της πόλης, με την ιερή της τρέλα και το αιώνιο πάθος της που γέννησε τη Δημοκρατία. Προστατέψτε την. Προστατέψτε τη δημοκρατία της μικρής μας χώρας. Κρατήστε όρθια την Ελληνική Δημοκρατία μέχρι το ροκ του μέλλοντός σας και σας το λέμε εμείς του ’60 οι εκδρομείς».