Κείμενο: Μαριάννα Κυρίου


Κάθε αρχή και κάθε αλλαγή απαιτεί προσπάθεια και χρειάζεται χρόνο για να υπάρξει εξοικείωση με την καινούργια συνθήκη και το καινούργιο περιβάλλον. Αυτή ακριβώς η διαδικασία εξοικείωσης είναι ο ορισμός της προσαρμογής και δεν μπορεί να συμβεί μέσα σε μια μέρα. Και για να εξοικειωθεί ένα παιδί με το σχολικό περιβάλλον, χρειάζεται να γνωρίσει τον χώρο, να νιώσει άνετα με τους ανθρώπους, να κατανοήσει τους κανόνες και τις κοινωνικές αξίες, να εμπεδώσει τη μονιμότητα και τη ρουτίνα και να αισθάνεται δυνατό και ασφαλές. Αυτές είναι κάποιες από τις παραμέτρους μιας λειτουργικής προσαρμογής και να βοηθηθούν γονείς και παιδιά τις πρώτες μέρες του σχολείου μπορούν να ακολουθήσουν τις παρακάτω συμβουλές:

Σταθερό πρόγραμμα στον ύπνο για να ξυπνάει το παιδί ξεκούραστο και ευδιάθετο
Εξοικείωση με το σχολικό περιβάλλον
– Δημιουργία καθημερινής σταθερής ρουτίνας
– Διατήρηση ήρεμου και θετικού κλίματος
– Ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων
Ανοιχτή επικοινωνία 

(Πηγή: Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός)

Τι γίνεται όμως με εκείνα τα μεσημέρια των πρώτων ημερών που το παιδί επιστρέφει από το Δημοτικό σχολείο με το κεφάλι σκυμμένο και τη βαρύγδουπη δήλωση «πέρασα χάλια»; Και τι γίνεται την επόμενη μέρα όταν πει χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα «δεν θέλω να ξαναπάω ποτέ σε αυτό το σχολείο», «ο δάσκαλός μου είναι ο πιο κακός άνθρωπος του κόσμου», «δεν έχω φίλους», «δεν με θέλει κανείς» κ.α. Όλες αυτές οι δηλώσεις μπορεί να έχουν γίνει στην έξοδο του σχολείου, μέσα στο αυτοκίνητο ή μόλις παραλαμβάνεται το παιδί από το σχολικό.

Είναι εκείνες οι στιγμές που ξέρεις εκ των προτέρων πως ό,τι και αν απαντήσεις, μάλλον θα κάνει την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη, σίγουρα όχι λειτουργική. «Μα τι είναι αυτά που λες παιδί μου, μια κακιά μέρα ήταν απλά» και αμέσως έχετε γίνει ο άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει. «Μήπως είσαι λίγο υπερβολική;» και μόλις έχετε υιοθετήσει επικριτική στάση. «Αποκλείεται να συμβαίνει αυτό» και έχετε εμμέσως καταρρίψει την αλήθεια του παιδιού. «Θα πάρω αμέσως το σχολείο» και κατευθείαν έχετε καταστρέψει την προσπάθεια αυτονομίας και την πορεία του να μάθει να αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες. «Θα σε αλλάξω σχολείο, θα σε πάω στο καλύτερο» και μεμιάς η υπερπροστασία σας έχει καλύψει τη διαδικασία εξοικείωσης με το καινούργιο και την δεξιότητα επίλυσης προβλήματος από το ίδιο το παιδί. Εννοείται πως ούτε η απόλυτη σιωπή ενδείκνυται γιατί εκλαμβάνεται ως αδιαφορία από μέρους σας.

Ο μόνος τρόπος είναι η ανοιχτή επικοινωνία με βασικές μεθόδους την υπομονή  και την αποδοχή και εργαλεία τις ανοιχτές ερωτήσεις και την ανατροφοδότηση. Ίσως λοιπόν να υπάρχουν σωστές επικοινωνιακά απαντήσεις στις βαρύσήμαντες και απόλυτες δηλώσεις που είναι απλές ερωτήσεις με πηγαίο ενδιαφέρον: «Πώς το εννοείς αυτό που λες;», «Θέλεις να μου το εξηγήσεις λίγο περισσότερο;», «Ακούγεται αρκετά σοβαρό όλο αυτό, θα ήθελες να το αναλύσεις λίγο περισσότερο;». Οι ερωτήσεις αυτές δίνουν στο παιδί την ευκαιρία να μιλήσει για αυτό που το έχει αναστατώσει, να νιώσει την ασφάλεια πως υπάρχει κάποιος να ακούσει τις ανησυχίες τους,  να εκφράσει τα συναισθήματά του και να εμπιστευτεί τον εαυτό του και τις σκέψεις του.

Συνήθως η αναδιήγηση ενός περιστατικού ή μιας εσωτερικής αναστάτωσης ή ενός γενικευμένου συμπεράσματος φέρνει τα πράγματα στις κανονικές τους διαστάσεις και αν αυτά είχαν μεγαλοποιηθεί γίνονται και πάλι κανονικά και αυτό το καταλαβαίνει και ο ίδιος ο αφηγητής (το παιδί). Πολλές φορές στα μεγαλύτερα παιδιά ( Δ’ Δημοτικού και πάνω) βοηθάει και η ερώτηση «θες να το συζητήσουμε ή απλά θέλεις να σε ακούσω;» και εννοείται πως δέχεστε την απάντηση που θα λάβετε. Στα παιδιά των μικρών τάξεων του Δημοτικού μπορείτε με ηρεμία και με απουσία διάθεσης αστεϊσμού ή ειρωνείας να επαναλάβετε αυτό που ακούσατε και να αναλύσετε τη δική σας οπτική ή να ρωτήσετε το παιδί πώς βλέπει την κατάσταση τώρα που την ξανακούει ήρεμα. Όποια και αν είναι η εξέλιξη της συζήτησης, αυτό που έχει ήδη προσφέρει η ανοιχτή επικοινωνία δεν περιορίζεται στην ηρεμία της στιγμής αλλά πηγαίνει πιο βαθιά. Είναι σύνδεση, είναι εμπιστοσύνη, είναι ασφάλεια, είναι σεβασμός και ταυτόχρονα είναι η βάση κοινωνικών δεξιοτήτων, όπως η ενσυναίσθηση, το μοίρασμα, η επίλυση συγκρούσεων, η αναζήτηση βοήθειας.

Η αλήθεια είναι πως τέτοια μεσημέρια ή αντίστοιχα πρωινά μπορούν να υπάρξουν αρκετά τις πρώτες μέρες του σχολείου. Η προσαρμογή είναι διαδικασία και αυτό σημαίνει πως χρειάζεται χρόνο. Ο χρόνος αυτός είναι διαφορετικός για κάθε παιδί και για κάθε οικογένεια. Συνήθως περιμένουμε πως μέσα στην πρώτη εβδομάδα άντε και τη δεύτερη εβδομάδα η διαδικασία θα έχει εξομαλυνθεί. Δεν συμβαίνει όμως στον ίδιο χρόνο για όλα τα παιδιά γιατί κάθε παιδί είναι μοναδικό και έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης. Οποιαδήποτε σύγκριση σε συνομήλικα παιδιά είναι άστοχη, δημιουργεί άγχος τόσο στο παιδί όσο και στην οικογένεια και δημιουργεί απαίτηση και προσδοκία μη εφικτή. Στην προσαρμογή το χρονοδιάγραμμα δεν είναι αποτελεσματικό εργαλείο. Η υπομονή είναι και ταυτόχρονα η αποδοχή πως ο κάθε άνθρωπος ανταποκρίνεται στις συνθήκες και τις διαδικασίες με τον δικό του τρόπο και τον δικό του ρυθμό και αυτό περιλαμβάνει και ενήλικες και παιδιά.

Μπορεί τελικά κάθε αλλαγή ή κάθε αρχή (και όχι μόνο η έναρξη του σχολείου) να έχει και χαρά και μπορεί η προσαρμογή να είναι λειτουργική (ίσως και εύκολη) αν έχουμε πάντα μαζί μας δύο απαραίτητα εργαλεία «υπομονή» και «ανοιχτή επικοινωνία».

Η Μαριάννα Κυρίου είναι Ειδική Παιδαγωγός, μέλος της ομάδας παιδαγωγικού σχεδιασμού και της ψυχοπαιδαγωγικής ομάδας στο Παιχνιδαγωγείο.