«Έλα να σταματήσουμε αυτήν τη μέρα κι αυτήν τη νύχτα μαζί και τότε θα σου ανήκει η ρίζα όλων των ποιημάτων, θα σου ανήκουν όλα τα καλά της γης και του ήλιου – και μας μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα»-
Ουόλτ Ουίτμαν, «Το τραγούδι του εαυτού μου»
Η σκηνή είναι αυστηρά οριοθετημένη από ένα κατακόκκινο χαλί. Ένα φως, ένα γραφείο, ένα νοσοκομειακό, όχι απολύτως εμφανές με την πρώτη ματιά κρεβάτι, ένα φωτογραφικό χάος από ασπρόμαυρες και πολύχρωμες εικόνες στον τοίχο, ένα κορίτσι, ένα αγόρι και ένα ποίημα. Κι εκεί, δύο νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τι σημαίνει να ζεις με ανοιχτή καρδιά.
Το έργο Εγώ κι Εσύ, που κάνει πρεμιέρα στις 7 Νοεμβρίου 2025 της Λόρεν Γκάντερσον, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Βγενοπούλου, είναι μια ωδή στην ανθρώπινη σύνδεση, στο βαθύτερο νόημα όλων όσων μας φέρνουν κοντά και στη δύναμη της τέχνης να αναδεικνύει όσα συχνά δεν βρίσκουμε τρόπο να εκφράσουμε. Ένα εξαιρετικό έργο που ξεχειλίζει από συναίσθημα, ευφυία και μαζί κάτι από μαγεία. Αυτό το είδος της μαγείας που μας κάνει να γινόμαστε περισσότερο ανθρώπινοι.
Στην πρόβα που παρακολουθήσαμε, το «Εγώ» και το «Εσύ» συναντιούνται για να δοκιμάσουν αν μπορούν να γίνουν «Εμείς». Κι αυτό το «εμείς» δεν αφορά μόνο τους ήρωες του έργου, αλλά και κάθε θεατή που έχει αναζητήσει ποτέ, μέσα σε έναν στίχο ή ένα βλέμμα, τη ρίζα όλων των ποιημάτων.
Το έργο διαδραματίζεται στο ακατάστατο υπνοδωμάτιο, «όχι πολύ κοριτσίστικο», κατά την εκτίμηση του Άντονι, όπου η Κάρολαϊν μοιάζει να είναι λίγο πολύ φυλακισμένη από την ασθένειά της. Δεν βγαίνει ποτέ από αυτό το δωμάτιο. Σε αυτό το καταφύγιο, το οποίο η Κάρολαϊν μοιράζεται μόνο με την αγαπημένη της λούτρινη χελώνα, εισβάλλει ο Άντονυ, ο οποίος μπαίνει αναφέροντας τον Ουίτμαν και φέρνοντας μια ανάθεση για μια σχολική εργασία σχετικά με τον ποιητή από την καθηγήτρια αγγλικών τους. Έτσι κάπως θα ξεκινήσει να ξετυλίγεται ο διάλογος ανάμεσα στους δύο, μοναδικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας μας.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης και της σύγκρουσης μεταξύ αυτών των δύο φαινομενικά διαφορετικών προσώπων διερευνά την αγωνία της Κάρολαϊν με την ασθένειά της και την άδικη πιθανότητα να πεθάνει σύντομα, κάτι που ωστόσο φαίνεται να έχει αποδεχθεί. Μοιάζει πολύ πνευματώδης, κάποιες φορές ειρωνική, και επιπόλαιη. Από την άλλη πλευρά ο Άντονυ, έχει όλα εκείνα τα στοιχεία ενός καλοαναθρεμμένου, ώριμου εφήβου που δυσκολεύεται να βρει ενδιαφέρον στα συνομήλικα κορίτσια και φυσικά, λατρεύει την ποίηση. Οι συζητήσεις του Άντονι επικεντρώνονται στο να μετατρέψουν την Κάρολαϊν σε θαυμάστρια του Ουίτμαν, να ολοκληρώσουν την εργασία τους και ενώ φαινομενικά διαφορετικοί, να ανακαλύψουν πόσα κοινά έχουν στην πραγματικότητα οι δυο τους. Πίσω από τις αμήχανες ατάκες, τα μικρά βλέμματα, τις αγαπημένες μουσικές, τα κολλάζ αλλά και όλα τα ανείπωτα ριζώνει μέσα τους η ποίηση. Μικρές λέξεις, μικρά θαύματα που έχουν τη δύναμη να σε ταρακουνήσουν. Εκείνη αναγκασμένη να ζει μέσα στο δωμάτιό της θα πει: «Έχω το φεγγάρι, έχω τη μουσική μου».

Η σκηνοθετική προσέγγιση και οι χαρακτήρες
«Πρόκειται σε πρώτο επίπεδο για την ιστορία δύο παιδιών 17 χρονών. Το κορίτσι είναι άρρωστο από πολύ μικρό, με μια χρόνια νόσο που την έχει εγκλωβίσει μέσα στο δωμάτιό της και ταυτόχρονα σε μια μοναξιά, σε μια απομόνωση από το γκρουπ των συνομηλίκων της, από όλες τις εμπειρίες που τα παιδιά δικαιούνται και θέλουν να έχουν, να μάθουν, να ανακαλύψουν, να γνωρίσουν τον κόσμο, να αλλάζουν, να ανανεώνονται. Το αγόρι είναι ένας συμμαθητής της που ενδιαφέρεται πολύ γι’ αυτήν και την έχει διαλέξει για να κάνουν μαζί μια εργασία. Ο καθένας κουβαλά ένα φορτίο, που στην πορεία του έργου θα το καταλάβουμε καλύτερα. Οι συνθήκες στις οποίες βρίσκονται και οι δύο είναι ακραίες. Λόγω αυτού, αναγκάζονται σε μικρό χρονικό διάστημα να αποκαλύψουν πολλά πράγματα ο ένας για τον άλλον και διακυβεύονται πολλά για τον καθένα. Νομίζω ότι είναι ένα πείραμα σχέσης εμπιστοσύνης. Το έργο, δηλαδή η παράσταση, είναι ένα πείραμα για την πίστη που μπορούμε να έχουμε ο ένας στον άλλον» θα μου πει η Σοφία Βγενοπούλου.
Για τη Σοφία Βγενοπούλου, η πρόκληση του «Εγώ κι Εσύ» βρίσκεται ακριβώς στην απλότητά του. Δεν είναι μια παράσταση που στηρίζεται σε εφέ ή σκηνικά ευρήματα, αλλά αποκλειστικά στη δύναμη της σχέσης ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς. «Δεν είναι ένα έργο που έχεις να στηρίξεις την ιστορία με πάρα πολλά εφέ· μόνο με τη σχέση τους. Κι αυτό είναι μια τεράστια δυσκολία. Μια ώρα και σαράντα λεπτά, δύο άνθρωποι πάνω στη σκηνή που δεν φεύγουν ποτέ, δεν πάνε ποτέ στα καμαρίνια, δεν παίρνουν ποτέ ανάσα. Πάνε μονορούφι».
Στις ακραίες συνθήκες που τους περιβάλλουν, οι άμυνες πέφτουν γρήγορα, τα μυστικά λέγονται, και το «εγώ» και το «εσύ» δοκιμάζουν αν μπορούν να γίνουν «εμείς». Έχοντας διαβάσει πριν από τρία χρόνια το έργο θεωρώ τρομερή πρόκληση να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στο δίπολο της ρεαλιστικής καθημερινότητας και της μεταφυσικής συγκίνησης που διατρέχει ολόκληρο το έργο. Ιδιαίτερα απαιτητικό στοίχημα για τη σκηνοθεσία ώστε «να μη χαθεί η αλήθεια και η δραματικότητα κάτω από έναν απλό διάλογο» θα τονίσει στην κουβέντα μας η Σοφία Βγενοπούλου. Η ματιά της ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ποιητικό, στο καθημερινό και το μεταφυσικό, με απόλυτη εστίαση στην ανθρώπινη σχέση που βρίσκεται στην καρδιά του έργου.
«Κάθε φορά που σκηνοθετώ και το ίδιο συνέβη και τώρα– όταν διαβάζω το έργο και προετοιμάζομαι για τις πρόβες, δεν έχω καταφέρει ούτε να το καταλάβω πλήρως ούτε να φανταστώ πώς θα γίνει. Δεν έχω κάτι στο κεφάλι μου ως αποτέλεσμα· έχω ψήγματα φαντασίας για στιγμές, σίγουρα για το τι σημαίνει για μένα, τι με συγκινεί, αλλά τα περισσότερα αποκαλύπτονται μέσα από τη συνάντησή μου με τους ηθοποιούς. Όταν αρχίζουν αυτοί να φέρνουν τη δική τους φαντασία και να συναντούν την πραγματικότητα του χαρακτήρα, την οποία φυσικά την αναζητώ πολύ μέσα από τις συνθήκες που μου δίνει το κείμενο, τότε γεννιούνται τα πάντα. Για καλό ή για κακό, τα πράγματα ολοκληρώνονται στο κεφάλι μου καθώς γεννιούνται πάνω στη σκηνή. Γι’ αυτό πάντα νιώθω τυχερή και είμαι πολύ ευγνώμων και στους ηθοποιούς μου και στους συνεργάτες μου· είναι μια πραγματικά συλλογική δημιουργική διαδικασία. Έτσι έγινε και τώρα, όχι μόνο με τον Στέργιο και τη Λήδα, αλλά και με τον Αντώνη (Αντωνόπουλο), τη Σταυρούλα (Σιάμου), τον Θοδωρή (Αμπαζή), την Άρτεμις (Φλέσσα) και τον Γρηγόρη (Λιακόπουλο) και με τα φώτα του Δημήτρη (Κασιμάτη)», θα προσθέσει στην κουβέντα μας φροντίζοντας όπως πάντα τους συνεργάτες της.
Η δουλειά με τους ηθοποιούς – Συγκέντρωση και εμπιστοσύνη
Στην πρόβα ζητά από τους ηθοποιούς απόλυτη συγκέντρωση και συναισθηματική διαύγεια, να παραμείνουν παρόντες, να ακούν, να εμπιστεύονται. Οι οδηγίες της εύστοχες σε κάθε βήμα, κατευθύνουν, ζητώντας πάντα τη γνώμη των ηθοποιών. Έτσι δουλεύει, έτσι ενδυναμώνει, έτσι διαμορφώνει σχέσεις εμπιστοσύνης και συνδημιουργίας. Είναι μια παράσταση που χτίζεται πάνω στην αλήθεια των στιγμών και στην ανθρώπινη παρουσία χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας.
Η συγγραφέας Λόρεν Γκάντερσον κλείνει πολύ έξυπνα το μάτι στον χρόνο, επιλέγοντας για πρωταγωνιστές δύο δεκαεπτάχρονα παιδιά. Στους ρόλους του Εγώ κι Εσύ βλέπουμε τον Στέργιο Μικρούτσικο και τη Λήδα Κουτσοδασκάλου. Κανείς τους δεν είναι πια δεκαεπτά, όμως οι φυσιογνωμίες τους, η ζωντάνια και η εσωτερική τους φρεσκάδα αρκούν για να φωτίσουν την εφηβική αλήθεια των χαρακτήρων. Η Σοφία Βγενοπούλου σημειώνει: «Νομίζω ότι η συγγραφέας το κάνει για να μιλήσει σε κάθε κοινό, όχι μόνο στο νεανικό. Χρησιμοποιεί τη νεότητα ως φακό μέσα από τον οποίο φαίνονται καθαρότερα τα ακραία πράγματα, η αξία της ζωής, ο θάνατος, η απώλεια. Γιατί όταν ένας νέος άνθρωπος αναγκάζεται να τα αντιμετωπίσει, όλα αποκτούν τεράστιο μέγεθος. Με τη συμπύκνωση που γίνεται πάντα στο θέατρο, αυτά τα ερωτήματα επιστρέφουν και σε εμάς, μάς κάνουν να τα σκεφτούμε ξανά».
Οι δυο ηθοποιοί δεν είχαν ξανασυναντηθεί επαγγελματικά. Αν και η πρώτη τους, η χημεία τους πάνω στη σκηνή μοιάζει καλά δουλεμένη, δύο άνθρωποι που γνωρίζονται για πρώτη φορά και προσπαθούν να βρουν ρυθμό, εμπιστοσύνη. «Τα δύο παιδιά έχουν όντως πολύ ωραία χημεία. Διαφορετικές δυναμικές και ποιότητες. Περνάνε έναν Γολγοθά μέσα στην πρόβα», θα μου πει η Σοφία Βγενοπούλου.
Ο Στέργιος Μικρούτσικος θυμάται το πρώτο του άκουσμα για το Εγώ κι Εσύ: «Όταν με πήρε η Σοφία να μου πει για το έργο, το ήξερα και μου άρεσε πάρα πολύ. Μετά μας το έστειλε στα αγγλικά, το ξαναδιάβασα, και κάθε φορά που το διάβαζα ξανά, έκλαιγα. Εντάξει, κατευθείαν είπα “με τα χίλια, πάμε μαζί”».
Η Λήδα Κουτσοδασκάλου, αντίθετα, γνώρισε το έργο για πρώτη φορά μέσα από το κείμενο: «Εγώ δεν το ήξερα. Το διάβασα πρώτη φορά στα αγγλικά και μου άρεσε πάρα πολύ. Νομίζω ότι είμαστε τυχεροί, θα το παίζουμε για καιρό, γιατί έχει τόση ομορφιά και τόσα στρώματα που κάθε φορά θα ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο. Η ουσία του βρίσκεται στην αποκάλυψη, στο τι συμβαίνει τελικά, κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς παρά μόνο να το ψηλαφίσεις σιγά σιγά».
Οι δύο νέοι ηθοποιοί μιλούν με συγκίνηση για ένα έργο που τους προκάλεσε να μπουν βαθύτερα στις απλές λέξεις, να δουλέψουν πάνω στη σχέση, στην εμπιστοσύνη και στην ποίηση της καθημερινότητας. Από εκεί ξεκίνησε η κοινή τους πορεία, μαζί με τη Σοφία Βγενοπούλου. Στις πρόβες, η διαδικασία είχε περισσότερο τον χαρακτήρα εξερεύνησης παρά απλής εκτέλεσης. Οι δύο ηθοποιοί, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Σοφίας Βγενοπούλου, μπήκαν σε μια μακρά περίοδο αυτοσχεδιασμών, αναζητήσεων και μικρών ανακαλύψεων που σταδιακά οδήγησαν στη γέννηση ενός κοινού κόσμου.
«Ξεκινήσαμε περνώντας τουλάχιστον 20 μέρες χωρίς να αγγίξουμε το κείμενο. Μπήκαμε στον κόσμο του έργου: τι νόσος είναι αυτή, τι σημαίνει, πώς μεταφράζεται, πώς αλλάζει τη ζωή ενός παιδιού. Όταν ήρθε η ώρα να ερμηνεύσουν τις στιγμές του έργου, τα πράγματα κύλησαν πιο ομαλά. Εύκολο δεν είναι ποτέ, αλλά έτσι χτίστηκε η αλήθεια τους. Το δεύτερο που δούλεψαν συνειδητά ήταν η συγκέντρωσή τους ο ένας στον άλλον. Περάσαμε δύο εβδομάδες δουλεύοντας μόνο αυτό, πώς ακούς πραγματικά τον άλλον, πώς επικοινωνείς στη σκηνή. Όταν υπάρχει τέτοια σύνδεση, μπορείς να σταθείς σε ένα έργο σαν το Εγώ κι Εσύ, που βασίζεται αποκλειστικά στη σχέση τους».
Ο Στέργιος Μικρούτσικος θυμάται πως «δοκιμάσαμε πολλά διαφορετικά πράγματα· ο χαρακτήρας μου πέρασε από διάφορα “κύματα” και από κάθε συνθήκη κρατούσαμε κάτι, ώσπου το υλικό άρχισε να δένει. Το πιο δύσκολο ήταν να βρει ο καθένας τη δική του εσωτερική ροή σκέψης, όπως στη ζωή, που δεν σταματάς ποτέ να σκέφτεσαι». Η Λήδα Κουτσοδασκάλου προσθέτει: «Κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς, συνδημιουργήσαμε. Ήταν σαν να χτίσαμε ένα σύμπαν κι έπειτα απλώς μπήκαμε μέσα του. Από εκεί και πέρα, όλα κύλησαν φυσικά».
Η πρόβα λειτούργησε έτσι σαν χώρος ελευθερίας και εμπιστοσύνης. Μιλώντας για τη σχέση τους με τους χαρακτήρες, οι δύο ηθοποιοί αναγνωρίζουν στοιχεία του εαυτού τους στους ρόλους που υποδύονται, μικρές εσωτερικές αντανακλάσεις που γεννιούνται μέσα από την πρόβα.


«Υπάρχουν πάρα πολλές μικρές στιγμές που, όταν συμβαίνουν, είναι και αστείες και μαγικές. Μέσα στην πρόβα μπορεί να είναι απλά καθημερινά πράγματα, ο τρόπος που κάνουμε κάτι πολύ μικρό. Αυτά όμως είναι που σε φέρνουν πιο κοντά. Ο ήρωάς μου κουβαλά ένα μυστικό, και το γεγονός ότι δεν μπορεί να το πει τον εξοργίζει. Έχει μπει, όπως πολλοί από εμάς, σε έναν κοινωνικά αποδεκτό ρόλο και καταπιέζει πράγματα μέσα του. Όταν έρχεται η στιγμή να τα πει, κάτι μέσα του ανοίγει. Αυτή η ένταση, το να κρατάς κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί, είναι κάτι που με αγγίζει πολύ» θα μοιραστεί ο Στέργιος Μικρούτσικος.
Η Λήδα Κουτσοδασκάλου, από την πλευρά της, βρίσκει την ταύτισή της στην επιθυμία της ηρωίδας της να γνωρίσει τον κόσμο: «Έχω ένα κομμάτι που λέει “θέλω να δω τον κόσμο και να τον φωτογραφίσω”. Αυτό μ’ αρέσει πολύ, αυτή η όρεξη να ζήσει και να δει τα πράγματα. Μ’ αρέσει κι εμένα να ταξιδεύω και να παρατηρώ τα απλά, τα μικρά. Το συνειδητοποιώ κάθε φορά που συμβαίνει. Αυτό το κομμάτι με συνδέει πάρα πολύ μαζί της. Γενικά την έχω αγαπήσει πολύ την Καρολάιν. Όσο τη δουλεύω, τόσο ανακαλύπτω μέσα μου δικά της κομμάτια. Μπορεί να μην ήταν δικά μου στην αρχή, αλλά έγιναν, γιατί όταν αφήνεις χώρο μέσα σου για τον ρόλο, κάπως ταυτίζεσαι χωρίς να το καταλαβαίνεις. Αυτό που νιώθω πιο κοντά είναι η δίψα της να δει, να ζήσει, να γνωρίσει».
Το στοίχημα της παράστασης – Αντίστροφη μέτρηση για την πρεμιέρα
«Χαίρομαι πολύ που είμαστε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με μια νέα σκηνή και νέα ενέργεια. Το στοίχημα είναι πως, για άλλη μια φορά, οι καθαρές προθέσεις πετυχαίνουν. Όταν υπάρχει αφοσίωση, εστίαση και ειλικρίνεια, τα πράγματα προχωρούν. Θέλουμε να συγκινήσουμε κοινό κάθε ηλικίας μέσα από μια ιστορία νέων ανθρώπων και αυτό χρειάζεται καθαρή πρόθεση. Εγώ έχω κολλήσει στη συνειδητοποίηση ότι η ζωή δεν είναι ατελείωτη. Οι ρυθμοί της εποχής μάς απομακρύνουν από την ικανότητα να προσέχουμε τα μικρά πράγματα, τις μικρές χαρές, τις λεπτομέρειες. Η προσοχή, που για πολλούς φιλοσόφους είναι η ύψιστη μορφή αγάπης έχει χαθεί. Με απασχολεί πολύ αυτό, ειδικά καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά μου. Κάποιες στιγμές, όταν συνειδητοποιείς ότι η ζωή κάποτε τελειώνει, ξαναβρίσκεις προτεραιότητες. Αν η παράσταση καταφέρει να βάλει αυτό το ερώτημα μέσα στον θεατή, αν τον κάνει να σκεφτεί “ποιο είναι το νόημα για μένα;”, θα είναι ένα υπέροχο αποτέλεσμα.» θα μου πει η Σοφία Βγενοπούλου.
Σκέφτομαι πόσο αληθινά πολύτιμο στο Εγώ κι Εσύ, είναι η επαφή των νέων θεατών με την ποίηση του Ουόλτ Ουίτμαν. Η επιλογή της Σοφίας Βγενοπούλου να φέρει στο προσκήνιο έναν ποιητή που ύμνησε τη ζωή, το σώμα, τη διαφορετικότητα και τη συλλογική ύπαρξη, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μια εποχή όπου οι έφηβοι βομβαρδίζονται από εικόνες και ταχύτητα. Η ποίηση του Ουίτμαν λειτουργεί εδώ σαν ένα αντίβαρο στην αμηχανία του σύγχρονου κόσμου. Άξιο αναφοράς φυσικά είναι πως η μετάφραση του έργου αλλά και των ποιημάτων του Ουολτ Ουίτμαν έχουν γίνει από τη Τζούλια Διαμαντοπούλου.
Τώρα που πλησιάζει η πρεμιέρα, η προσμονή είναι διάχυτη. Ο Στέργιος Μικρούτσικος μιλά με ειλικρίνεια: «Έχω μια αγωνία, πάντα έχω. Επειδή έπαιζα ποδόσφαιρο μικρός, έχω πολύ αυτό το ίδιο έντονο το συναίσθημα πριν τον αγώνα. Θέλω να έρθει αυτή η μέρα, να ξεκινήσουμε επιτέλους». Η Λήδα Κουτσοδασκάλου, με την ίδια αφοπλιστική ειλικρίνεια, συμπληρώνει: «Νιώθω πως θέλω πολύ να ξεκινήσουμε. Και μεταξύ μας, επειδή έχουμε ωραία σχέση και επικοινωνία με τον Στέργιο, θέλω πολύ να πάμε σε ένα άλλο επίπεδο – να ψάξουμε περισσότερο, να σκάψουμε πιο βαθιά, να γίνει κομμάτι μας».


Καθώς μιλούν για όσα προηγήθηκαν και για όσα έρχονται, ο Στέργιος Μικρούτσικος και η Λήδα Κουτσοδασκάλου επιστρέφουν ξανά στο θέατρο, για αυτό τον χώρο πέρα από τη σκηνή.
Για τον Στέργιο Μικρούτσικο, το θέατρο είναι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο αλλιώς: «Είναι ένας τρόπος ζωής· βασικά μια στάση απέναντι στη ζωή. Να μην πηγαίνεις με τον τρόπο που θεωρείται “κανονικός” για να ζούμε οι άνθρωποι. Να είσαι ανοιχτός, απέναντι στους άλλους, στα έργα, στον εαυτό σου. Να μη ντρέπεσαι να δείχνεις τα συναισθήματά σου. Να αφήνεις τα κείμενα να σε μετακινούν, να σε συγκινούν. Το θέατρο σε φέρνει σε επαφή με κόσμο που δεν σε ξέρει, σε κάνει να εκτίθεσαι, και αυτό έχει έναν δικό του πλούτο».
Η Λήδα Κουτσοδασκάλου συμμερίζεται την ίδια ανάγκη: «Για μένα το θέατρο είναι πράξη αντίστασης -στα μικρά πράγματα, στις σχέσεις που αναπτύσσονται, στον ρυθμό που διαστέλλεται. Στο πώς αγαπάμε, στο πόσο πραγματικά βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Εγώ αγαπάω και νιώθω ότι με αγαπάνε, κι αυτό δεν συμβαίνει συχνά γύρω μας. Γι’ αυτό το θέατρο είναι για μένα μια απάντηση στην αποξένωση. Αν με τα έργα μας καταφέρουμε, έστω σε έναν άνθρωπο, να του κουνηθεί κάτι μέσα του, να θυμηθεί ή να ανοίξει χώρο για κάτι που είχε ξεχάσει, τότε αυτό έχει αξία».
Μια φράση που μοιάζει να συνοψίζει όλο το πνεύμα της παράστασης: την ανάγκη να προχωράς, να εμπιστεύεσαι, να αφήνεις χώρο για τον άλλον και να τον συναντάς κάπου πιο μέσα, εκεί όπου αρχίζει η αληθινή επικοινωνία.
Φεύγω το βράδυ από το θέατρο. Στο μυαλό μου έρχονται διαρκώς οι αγαπημένοι στίχοι του Ουόλτ Ουίτμαν για τη Σοφία Βγενοπούλου:
«Ξέρω πως είμαι στέρεος και γερός.
Ξέρω πως είμαι αθάνατος.
Ξέρω πως δε θα σβήσω σαν τον κύκλο της φωτιάς που ανάβει ένα παιδί με το δαδί του μες στη νύχτα .
Το πάτημά μου είναι στερεωμένο με γρανίτη.
Ξεβιδώστε τις κλειδαριές από τις πόρτες.
Ξεβιδώστε τις ίδιες τις πόρτες από τις κάσες τους.»
Εκείνοι συνεχίζουν. Μαζί μου παίρνω και το μεγάλο μυστικό της ιστορίας. Αυτό το ανείπωτο, αυτή τη μυστική μουσική που δένει αόρατα τους ανθρώπους, πέρα από τον λόγο, πέρα από τον χρόνο. Μια μεταφυσική μυσταγωγία που κάνει τη γη να γυρίζει, τη ζωή να αναδύεται και να ανατέλλει ξανά. Αυτό το θαυμαστό σύμπαν που δε μπορεί να μετρηθεί σε μία μόνο στιγμή, σε μερικές ώρες ή σε χρόνια.
