Παιδί στις πρώτες τάξεις του δημοτικού καθώς μάθαινα ορθογραφία απορούσα γιατί το όνομα Χατζιδάκις που απαντούσα σε δίσκους δεν αναγράφεται με δύο ήτα αλλά με δύο γιώτα. Η κυρία Βούλα, η δασκάλα μου τότε, μου είχε απαντήσει ότι έτσι θέλησε να το γράφει κι ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε το επώνυμό μας. Ενήλικας ήμουν όταν έπεσε στα χέρια μου μια συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι και μου λύθηκε η απορία. Είχε πει αστειευόμενος ότι το ήτα τον παχαίνει ενώ το γιώτα είναι λεπτό και τόνε κολακεύει. Φυσικά τώρα πλέον έχω συνειδητοποιήσει ότι στις μεγάλες προσωπικότητες το ήτα και η ήττα δεν χωρά μήτε καν στο επώνυμό τους.
Η μουσική του πανταχού παρούσα στις ζωές μας. Σίγουρα δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις μόνο μουσικό τον Μάνο Χατζιδάκι γιατί ήταν κάτι παραπάνω κι από μελωδός, ποιητής, σαν ψυχοθεραπευτής ήταν πιστεύω που άγγιζαν οι συνθέσεις του ψυχές και οι στίχοι του κάπως τις γιάτρευαν. Απ’ τα πρώτα τραγούδια που με θυμάμαι να τραγουδώ ήταν αυτό το Νιάου βρε γατούλα με τη ροζ μυτούλα που τραγούδαγα στις γάτες της γειτονιάς. Μεγάλωσα στο Πασαλιμάνι και πίστευα ότι ο ύμνος του Πειραιά ήταν Τα παιδιά του Πειραιά του. Αργότερα έμαθα πως κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά και κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά. Πρώτη φορά που ερωτεύτηκα κατάλαβα ότι η Αγάπη μπορεί να γίνει και δίκοπο μαχαίρι. Λίγα χρόνια αργότερα είχα καθίσει στον αρχαιολογικό χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς και απ’ τα ακουστικά άκουσα όλα τα τραγούδια του δίσκου εκείνου. Φοιτητής στο Θέατρο Τέχνης του Κουν σαν ήμουν και με την επαφή μου με τα θεατρικά κείμενα τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο εκείνον και τον Γκάτσο για τ’ αριστουργήματα που δημιούργησαν. Δεν θα σταθώ στους Όρνιθες που άφησαν εποχή, αυτό το Ω καλή μου ξανθιά πολύ με συγκινούσε πέρα από τον Χορό των πουλιών που αναρωτιούνται Πού πού πού πού πού πού ‘ναι αυτός που μας εκάλεσε; Θα σταθώ όμως στη διάλεξη που είχε δώσει εκεί το 1949 στις 31 Ιανουαρίου, μέρα που νομιμοποίησε το ρεμπέτικο στους αστούς και στη διανόηση ο 24χρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις. Τόσο επιδραστικός ήτανε.

Τα τραγούδια του συντρόφευαν όλους από τον απένταρο που ‘χε Γαρύφαλλο στ’ αυτί και τσέπη πάντα αδειανή μα μια καρδιά γεμάτη ίσαμε με αυτόν που οδηγούσε μια Μαύρη φορντ μοντέλο του ’23 και αριθμό που τέλειωνε στα 3. Έβρισκα τη φυσιογνωμία του από τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις συμπαθητική μα εμένα μου άρεσε αυτό το ρω του. Τον θεωρούσαμε στην παρέα μου μεγάλο μάγκα που δεν έδωσε σημασία στο Όσκαρ που ‘χε κερδίσει για τα παιδιά του Πειραιά το 1960. Φυσικά κάποιοι τον κακολογούσαν όπως η εφημερίδα Αυριανή που το 1987 τον αποκαλούσε κίναιδο και καταστροφέα της νεολαίας. Μάλιστα στο εξώφυλλό της αναγραφόταν: «παρακαλείται ο κ. Μάνος Χατζιδάκις να περάσει από την Αυριανή για να πάρει ένα καλάθι… σύκα, που του αρέσουν πολύ». Ζητούσε κι από τους αναγνώστες της που είχαν οποιαδήποτε σχέση με εκείνον να τους γράψουν προκειμένου να συμπληρώσουν μια μεγάλη έρευνα που έχουν ξεκινήσει για την αφεντιά του. Ήταν η αρχή του κίτρινου τύπου και φυσικά ο Χατζιδάκις δεν τ’ άφηνε αναπάντητα αυτά τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Απαντούσε αναλόγως και σκληρά με τις επιστολές του. Δεν είχε τίποτε να φοβηθεί και τίποτε να ντραπεί. Με το έργο του νίκησε τους επικριτές του, έτσι κάνουν οι μεγάλες προσωπικότητες.
Γεννήθηκε το 1925 στις 23 Οκτωβρίου στην Ξάνθη, η μητέρα του από την Ανδριανούπολη κι ο πατέρας του απ’ την Κρήτη. Από τεσσάρων ετών άρχισε τα μαθήματα πιάνου, ακορντεόν και βιολιού. Το 1931 έρχονται οικογενειακώς στην Αθήνα και περνάνε δύσκολα. Ο πατέρας του Γεώργιος δικηγόρος το επάγγελμα και η μητέρα του Αλίκη -απ’ το Βασιλική Αρβανιτίδου- χωρίζουν το 1932. Η οικονομική καταστροφή έρχεται το 1938, όταν ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό ταξίδι προς το Μιλάνο και ολοκληρώνεται με την έναρξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Τότε ο Εμμανουήλ δουλεύει φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης, εργάτης στη ζυθοποιία του Φιξ ως και βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο. Δεν σπούδασε σε Ωδείο και τις σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εγκαταλείπει. Οι διανοούμενοι της γενιάς του μεσοπολέμου ήταν οι δάσκαλοί του και μεγαλύτερος απ’ αυτούς ο Γκάτσος που γνώρισε το 1943. Το 1944 συνθέτει για τον Κουν τον Τελευταίο Ασπροκόρακα και παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής μα ο Κουν τον αποτρέπει. Για 15 χρόνια θα συνθέτει μουσικές για τις παραστάσεις του όμως. Ο Γυάλινος κόσμος, ο Ματωμένος Γάμος, οι Όρνιθες άφησαν ιστορία.
Έρχεται και η Μαρίκα Κοτοπούλη το 1950 και του αναθέτει να συνθέσει μουσική για τον Αγαμέμνονα και τις Χοηφόρες από την Ορέστεια του Αισχύλου. Έκτοτε θα γράψει μουσική για πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Γενικά έγραψε χιλιάδες τραγούδια και αρκετά απ’ αυτά σε χαρτοπετσέτες, πακέτα τσιγάρων ή εκείνη την στιγμή που του τα ζητούσαν. Εκεί τη δεκαετία του 1950 γράφει μουσική για πολλές κινηματογραφικές ταινίες και η μουσική του Θάλασσα γίνεται ακόμα πιο πλατιά. Χρηματοδοτεί τον Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης του τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη και ιδρύει την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών που την διευθύνει ίσαμε το 1966. Χρονιά που φεύγει για το εξωτερικό γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις χρωστούσε στο ελληνικό δημόσιο τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές και επειδή δεν ήταν μπαταχτσής επιστρέφει το 1972 εξοφλώντας τα χρέη του. Φυσικά εκείνα τα χρόνια της Αμερικής ανοίγουν οι ορίζοντες του. Θα επηρεαστεί και από την ποπ μα θα μείνουν δυο δίσκοι διαμάντια το reflections και το Χαμόγελο της Τζοκόντα. Θα συνθέσει και την Εποχή της Μελισσάνθης αυτοβιογραφικό και το νερό που τρέχει στην πηγή δεν ρωτά δεν γίνεται κραυγή μόνο τρέχει τρέχει τρέχει σαν τρελό.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ιδρύει το «Πολύτροπον», ένα μουσικό καφεθέατρο μα πέφτει η χούντα και όπως ο ίδιος είχε πει το 1980 σε ένα αυτοβιογραφικό του σημείωμα «ο τυφώνας που ονομάστηκε μεταπολίτευση με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια της δικτατορίας με αναγκάζουν να κλείσω το Πολύτροπο, μ’ ένα παθητικό περίπου των τρεισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος Αριθμός».
Η πιο γόνιμη κατ’ εμέ περίοδος του ξεκινά τότε που αναγνωρισμένος αναλαμβάνει πιο ενεργή δράση όχι φυσικά με κόμματα και βουλευτιλίκια αν και προτάσεις του είχαν γίνει. Αναλαμβάνει αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής το 1975-1977 και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών το 1975-1982 και συντελείται η μαγεία με τη διεύθυνση του κρατικού ραδιοσταθμού το Τρίτο μας Πρόγραμμα από το 1975-1981. Εξαιτίας του υπάρχει η Λιλιπούπολη και γι’ αυτό και μόνο τον ευχαριστώ. Μα δεν σταματά εκεί, έχει πάρει φόρα και εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό Το Τέταρτο 1985-1986, συστήνει την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Σείριο το 1985 και ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων το 1989. Μπορεί να ‘ταν Χάρτινο το Φεγγαράκι και ψεύτικη η ακρογιαλιά μα τον πιστέψαμε παραπάνω απ’ το λιγάκι και έτσι γίναν στις ζωές μας όλα μελωδικά.
Ο Χατζιδάκις συνέβαλε στην ανάπτυξη του ελληνικού τραγουδιού. Ακόμα και αυτή η μάχη μεταξύ έντεχνου λαϊκού και ελαφρού τραγουδιού ωφέλιμη ήταν. Κατάφερε να συνδυάσει την ελληνική παραδοσιακή μουσική με δυτικά στοιχεία. Δεν το φοβήθηκε το ρεμπέτικο μήτε το μπουζούκι που πάντα είχε χώρο στη μελωδία του, δεν είχε ανταγωνιστές παρά μόνο συναγωνιστές στον αγώνα του για πολιτισμό. Ήταν ασυμβίβαστος, δεν ήταν σοβαροφανής και σίγουρα δεν είχε παγιωμένες αντιλήψεις, απόδειξη αυτού ότι ήταν λάτρης της νεότητας που έδινε βήμα σε νέους καλλιτέχνες. Δημιούργησε τον ήχο του που έγινε ήχος μας, άλλοτε ασπρόμαυρος σαν τις ταινίες κι άλλοτε πολύχρωμος σαν την Ορχήστρα του. Θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι του 1994 Ιούλιος που στις ειδήσεις ανακοινώθηκε η είδηση του θανάτου του, δεν είχαμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να το μάθουμε άμεσα και γυρνώντας απ’ την θάλασσα άκουσα από μια θεία ότι «απόθανε» ο Χατζιδάκις. Να σας πω την αλήθεια μου, τότε στα 15 μου δεν κατανοούσα την έλλειψη τέτοιων προσωπικοτήτων, δεν με άγγιζαν οι θάνατοί τους, όπως τώρα που έχω κατανοήσει το ότι φεύγουν μεγάλα κεφάλαια του τόπου και αφήνουν πολιτιστικό κενό δυσαναπλήρωτο.
Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων με συγκινεί δίχως καν να κατανοώ το γιατί. Συχνά πυκνά τραγουδώ τον Κεμάλ που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο και το πέρα στο θολό ποτάμι που έσκυψε η νύχτα να λουστεί. Μα το αγαπημένο μου είναι ο κυρ Αντώνης που βιάζεται να πάει να κοιμηθεί γιατί στα όνειρα του θέλει να θυμηθεί. Κι όπως ο κυρ Αντώνης ένα πρωί δεν βγήκε στην αυλή έτσι κι ο Χατζιδάκις έφυγε για πάντα, μα κατέκτησε μέσ’ τα όνειρά μας να ζει. Μας συντροφεύει απ’ όταν είμαστε παιδιά ο ήχος του στις χαρές και στις λύπες μας. Ένας αιώνας από τότε που γεννήθηκε και 31χρόνια από τότε που πέθανε. Τώρα που διαβάσατε αυτές τις γραμμές κάντε μου μια χάρη. Κλείστε τα μάτια σας και τραγουδήστε το αγαπημένο σας τραγούδι του Χατζιδάκι, πιστέψτε με θα σας κάνει καλό.
