Πού πρέπει να πάνε αυτοί που περιπλανιούνται στην έρημο αναζητώντας τον καλύτερο εαυτό τους; Το 1979 ο Max Rockatansky συστήθηκε στον κόσμο, και από τότε, εδώ και 45 χρόνια, επηρεάζει διακριτικά την ποπ κουλτούρα. Εκατοντάδες ταινίες και βιντεοπαιχνίδια, από τα ’80s μέχρι και σήμερα, έχουν προσπαθήσει να μιμηθούν την αισθητική και το ύφος του, αλλά ποτέ κανείς δεν ανέδειξε την ομορφιά μέσα στο χάος όπως κατάφερε ο δημιουργός του, ο George Miller.
Με αφορμή την κυκλοφορία της νέας ταινίας της σειράς, με τίτλο “Furiosa: A Mad Max Saga“, ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε κι εμείς στην έρημο της Αυστραλίας σε αναζήτηση του καλύτερού μας εαυτού, παρέα με τον Max, έναν πρωταγωνιστή που, με εξαίρεση την πρώτη ταινία, στις υπόλοιπες είναι ένας απλός παρατηρητής, ο οποίος επιλέγει να βοηθήσει τους συνανθρώπους του σε δύσκολες καταστάσεις. Έναν χαρακτήρα που μιλάει λίγο και εκφράζεται πολύ.
Για χρόνια, κριτικοί και κοινό, λανθασμένα έχουν πει πως ως πρωταγωνιστής δεν προσφέρει πολλά και πως κάποιες φορές θυμίζει κομπάρσο, όμως σύμφωνα με το αρχέτυπο του ήρωα, στο οποίο είναι βασισμένος, παίρνει πάντα τις καθοριστικές αποφάσεις που κάνουν την πλοκή να προχωράει μπροστά. Τα Mad Max ήταν ανέκαθεν απλές ταινίες, που δεν σε κούραζαν με ονόματα και περιττή μυθολογία. Η περιπλοκότητα προέρχεται από τις επιλογές των χαρακτήρων και την ποικιλία των συναισθημάτων τους. Μια σειρά ταινιών που δεν έχει λάβει την ίδια αναγνώριση όπως άλλες της εποχής (βλ. Star Wars), αλλά που αντέχει πεισματικά στον χρόνο, όπως ο πρωταγωνιστής της, όπως ο δημιουργός της!
Mad Max (1979), βουβή ταινία… με ήχο
Στο «κοντινό μέλλον», η Αυστραλία αντιμετωπίζει οικονομική κατάρρευση εξαιτίας της έλλειψης πετρελαίου και της κλιματικής αλλαγής. Οι μόνοι προστάτες των πολιτών είναι οι αστυνόμοι της MFP (Main Force Patrol), που κάνουν ό,τι μπορούν με λιγοστά μέσα για να πατάξουν το έγκλημα. Σύντομα ο Max Rockatansky (Mel Gibson), ο καλύτερος αστυνομικός του σώματος, μαζί με την οικογένειά του, βρίσκονται στο στόχαστρο των αιμοδιψών μηχανόβιων και σύντομα ξεκινά η προσπάθειά του για εκδίκηση. Στο τέλος, από όργανο του νόμου, γίνεται το ίδιο αδίστακτος με τα κτήνη που κυνηγάει, σε ένα φινάλε με τον Max να οδηγεί το αμάξι του σε έναν ατελείωτο δρόμο δίχως προορισμό.
Αν και λίγα πράγματα το συνδέουν με τις ταινίες που θα ακολουθήσουν, το Mad Max είναι η πρώτη απόπειρα του George Miller να μπει στη βιομηχανία θεάματος. Γυρισμένο με λίγα χρήματα, με πολλούς ηθοποιούς να πληρώνονται με μπίρες και ψίχουλα, αποδείχτηκε για την εποχή μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες εκτοξεύοντας κατευθείαν πολλούς από τους συντελεστές του στην κορυφή και μπαίνοντας ακόμα και στο ρεκόρ Γκίνες ως η πιο «κερδοφόρα ταινία».
Ο Miller συνέλαβε την ιδέα για το Mad Max δουλεύοντας ως γιατρός στα επείγοντα ενός νοσοκομείου της Αυστραλίας. Βλέποντας νεκρούς και τραυματίες από τροχαία και έχοντας χάσει κι ο ίδιος φίλους του σε δυστυχήματα, αποφάσισε πως η ταινία θα γυριζόταν στους δρόμους γύρω από τη Μελβούρνη εστιάζοντας στη δράση με αυτοκίνητα, ένα στοιχείο που θα συνεχίσει να υπάρχει και στις άλλες ταινίες της σειράς.
Το όραμα του σκηνοθέτη φαίνεται ξεκάθαρα από την αρχή και είναι αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει ακόμη και σήμερα, αλλά η απειρία των συντελεστών, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, είναι επίσης φανερή, ειδικά η έλλειψη αυτοπεποίθησης στο σενάριο. Αυτό όμως δεν εμπόδισε το Mad Max να δραπετεύσει από τα σύνορα της Αυστραλίας και να γίνει παγκόσμια επιτυχία, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους συντελεστές να δείξουν τι πραγματικά είχαν στο μυαλό τους.
The Road Warrior (1981), εκεί όπου όλα παίρνουν μορφή
Ο Miller επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά είναι πιο προετοιμασμένος. Υπάρχει ένα σταθερό όραμα για την ταινία, το σενάριο είναι δουλεμένο, ο Mel Gibson είναι ακόμα πιο έμπειρος ηθοποιός και η παραγωγή έχει περισσότερα χρήματα. Δεν χωρά αμφιβολία πως το Road Warrior είναι το πρώτο «πραγματικό» Mad Max, καθώς δεν υπάρχουν οι περιορισμοί που εμπόδιζαν στο προηγούμενο τον δημιουργό να εκφραστεί.
Η κοσμοπλασία και η δημιουργία μυθικών χαρακτήρων είναι στην πρώτη γραμμή. Όλη η αφήγηση της ταινίας θυμίζει ιστορίες που λέμε ο ένας στον άλλον γύρω από τη φωτιά, καθώς επίσης βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται οι άνθρωποι της αποκάλυψης μέσω της μόδας και των οχημάτων τους. Σίγουρα είναι πιο υπερβολικό και εξωφρενικό από το Mad Max, αλλά η υπερβολή βοηθάει να γίνει το σύμπαν της ταινίας πιο πιστευτό.
Συναντάμε έναν μοναχικό και κυνικό Max στην έρημο της Αυστραλίας, να προσπαθεί να δραπετεύσει από μια συμμορία μηχανόβιων. Οι λόγοι για την καταδίωξη παραμένουν άγνωστοι, όμως μπορούμε να συμπεράνουμε πως θέλουν το αυτοκίνητό του και τη βενζίνη που κουβαλάει ‒ άλλωστε πλέον σε τούτο τον κόσμο, αυτά τα δύο είναι το ψωμοτύρι τους. Αφού δραπετεύσει, φτάνει σε μια αποικία που η ίδια συμμορία απειλεί και πρέπει να αποφασίσει αν θα τους βοηθήσει ή αν θα επιβιώσει μόνος του.
Ο Max αυτή τη φορά ακολουθεί το παραδοσιακό αρχέτυπο του διστακτικού ήρωα, του μοναχικού καβαλάρη που κοιτάει να ζήσει μέρα τη μέρα, μέχρι που έρχεται η στιγμή που επιλέγει να προσφέρει βοήθεια, αγνοώντας το προσωπικό του όφελος. Ένας τέτοιου είδους πρωταγωνιστής δεν μπορεί ποτέ να βρει πραγματική κάθαρση, καθώς η έρημος που διασχίζει στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει την έρημο του μυαλού του, ψάχνοντας λύτρωση για τις πράξεις του, ελπίζοντας πως ίσως τη βρει βοηθώντας τους συνανθρώπους του.
Στο τέλος όμως, όταν δώσει σε άλλους αυτό που ψάχνει για τον εαυτό του, η έρημος από την οποία προήλθε θα τον καταπιεί ξανά και θα χαθεί στο ηλιοβασίλεμα αναζητώντας νέες περιπέτειες. Μπορούμε να δούμε αυτή την ταινία σαν το αφηγηματικό αντίθετο της πρώτης, όπου μιλάει για έναν άνθρωπο ο οποίος χάνει την ανθρωπιά του και γίνεται το ίδιο βάναυσος με αυτούς που πολεμάει.
Το Road Warrior έγινε μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία από το Mad Max και ενέπνευσε εκατοντάδες δημιουργούς να μιμηθούν το ύφος και το στιλ της ταινίας.
Beyond Thunderdome (1985), βγαίνοντας εκτός δρόμου
Μπορεί το Mad Max να μην έχει τόσα κοινά με τις ταινίες που ακολουθούν, αλλά το πραγματικό μαύρο πρόβατο της σειράς είναι το Beyond Thunderdome, το οποίο φαίνεται να ακολούθησε τον δρόμο που χάραξε το Return of the Jedi, που κυκλοφόρησε το 1983. Εκεί που κάποιοι χαρακτήρες άγγιζαν την αισθητική των καρτούν και έμοιαζαν καρικατούρες ενώ ο κόσμος και ο κίνδυνος στην έρημο της Αυστραλίας ήταν πάντα αληθινός, σε μια προσπάθεια ανάδειξης της παράνοιας που επικρατεί μέσω της υπερβολής. Τώρα, στο Thunderdome, ο Miller αφήνει πίσω του την ωμή βία για μια ταινία πιο προσιτή στα παιδιά. Μια ταινία που έχει λιγότερη δράση και περισσότερη περιπέτεια, αλλά παραμένει πιο φιλόδοξη.
Το χαρακτηριστικό της τρίτης ταινίας είναι πως έχει περισσότερη πλοκή από τις δύο προηγούμενες, τόση που θα μπορούσαν να βγουν δύο διαφορετικές ταινίες απ’ αυτή. Στο πρώτο μέρος της, ο Max φτάνει στη Bartertown ψάχνοντας για δουλειά. Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε μια πόλη στο μεταποκαλυπτικό σκηνικό. Στο δεύτερο, πάλι, κομμάτι συναντά μια αγέλη μικρών παιδιών, σε κάτι που θυμίζει έντονα τα Χαμένα Αγόρια του Πήτερ Παν, και αυτά πιστεύουν πως είναι ο Μεσσίας τους. Προς το τέλος, οι δύο πλοκές ενώνονται, αλλά όχι τόσο ικανοποιητικά, και επίσης, με μια μονάχα καταδίωξη με αυτοκίνητα στο φινάλε, γίνεται αισθητή και η έλλειψη δράσης, κάτι που δεν συνέβαινε στα προηγούμενα.
Ο Miller πήρε έμπνευση για την ταινία από το Lawrence of Arabia και το βιβλίο Lord of the Flies και έχοντας μεγαλύτερο budget απ’ ό,τι στις δύο προηγούμενες, την υλοποίησε. Είχε τόσο πάθος για την ιδέα, που ήταν προετοιμασμένος, σε περίπτωση που ο Mel Gibson δεν δεχόταν να επιστρέψει στον ρόλο, να τη γυρίσει σαν ανεξάρτητη, χωριστά από τη μυθολογία του Mad Max. Μια τραγωδία χτύπησε όμως τα γυρίσματα, με τον θάνατο του Byron Kennedy, παραγωγού και μακροχρόνιου συνεργάτη του Miller, ο οποίος μέσα στη θλίψη του δεν ήταν διατιθέμενος να τη σκηνοθετήσει. Τελικά, επέστρεψε και τη σκηνοθέτησε μαζί με τον George Ogilvie, κάνοντάς την τη μοναδική ταινία της σειράς, όπου αναμίχθηκε άλλος σκηνοθέτης εκτός του Miller.
Fury Road (2015), πιο μαντ από ποτέ
Πώς μιλάς για ένα αριστούργημα; Για μια ταινία όπου κάθε καρέ είναι ένας πίνακας; Για κάτι που ξέρεις πως ό,τι κι αν πεις θα το αδικήσεις, επειδή αξίζει περισσότερο να το βλέπεις παρά να μιλάς γι’ αυτό; Απλώς γράφεις και ελπίζεις πως θα εξάψεις την περιέργεια του αναγνώστη, ώστε να το παρακολουθήσει ο ίδιος.
Αν το Road Warrior είναι αυτό που ήθελε να κάνει με το Mad Max, τότε το Fury Road είναι αυτό που πραγματικά είχε στο μυαλό του κάνοντας το Road Warrior. Τριάντα χρόνια μετά, ο Miller επιστρέφει και καταφέρνει να δημιουργήσει μία από τις καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα.
Το Fury Road επιστρέφει στις ρίζες της σειράς με μια πιο απλή πλοκή και συνεχίζοντας το αρχέτυπο του διστακτικού ήρωα. Όλη η ταινία είναι μια τεράστια καταδίωξη. H Furiosa (Charlize Theron) έχει κλέψει τις πέντε νύφες του πολέμαρχου Immortan Joe (Hugh Keays-Byrne) με τον Max (Tom Hardy) να εμπλέκεται στην καταδίωξη, επειδή είναι αιχμάλωτός του.
Τα πολύχρωμα κάδρα με τους καταγάλανους ουρανούς και τη χρυσή άμμο δημιουργούν αντιθέσεις στη σκληροτράχηλη καθημερινότητα της αποκάλυψης. Θυμίζει πιο πολύ ταινία φαντασίας, κάτι που το ενισχύει και το καταπληκτικό soundtrack. Αυτή τη φορά ο Miller καταφέρνει να θίξει διαφορετικές θεματολογίες ταυτόχρονα: την ατομικότητα, την προσπάθεια επιβίωσης και το αίσθημα της ανθρωπιάς, τον φεμινισμό, αλλά το κύριο θέμα της ταινίας είναι η ελπίδα. Η ελπίδα για αλλαγή, η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο ακόμα και σε ραδιενεργούς αγριότοπους.
Η οδύσσεια του Miller για να γυρίσει την ταινία, είναι παρόμοια με αυτή του πρωταγωνιστή του. Το Fury Road μπορεί να κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 2015, αλλά την ιδέα την είχε συλλάβει το ’87 και το ’88 είχε ήδη αρχίσει να την υλοποιεί. Τα γυρίσματα ήταν να ξεκινήσουν στις αρχές του 2000 με τον Mel Gibson να επιστρέφει στον ρόλο, αλλά μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου η τιμή του δολαρίου έπεσε έναντι του αυστραλιανού δολαρίου και το budget της ταινίας κατέρρευσε αναγκάζοντάς τους να διακόψουν τα γυρίσματα. Εννέα χρόνια αργότερα, ο Miller αποφασίζει να ξαναπροσπαθήσει και η ταινία θα γυριστεί στο Broken Hill της Αυστραλίας, αλλά για ακόμα μια φορά τα γυρίσματα διακόπηκαν, καθώς εξαιτίας μιας βιβλικής βροχής, η έρημος εμφάνισε βλάστηση και δεν θύμιζε πλέον σκηνικό της Αποκάλυψης. Τελικά, η παραγωγή μεταφέρθηκε στην Αφρική με το Fury Road να είναι η πρώτη ταινία της σειράς που γυρίστηκε εκτός Αυστραλίας.
Το Fury Road έβγαλε τα λεφτά του στο box office ενώ η αποδοχή από κοινό και κριτικούς ήταν τέτοια που επέτρεψε στον Miller, στα 75 πλέον, να προχωρήσει με την επόμενη ιδέα του: μια ταινία αποκλειστικά πάνω στη Furiosa, που θα κυκλοφορήσει εννέα χρόνια μετά, το 2024. Το πείσμα και η επιμονή του δημιουργού είναι το ίδιο με το πείσμα και την επιμονή που συναντάμε στους πρωταγωνιστές των ταινιών του, δίνοντας ελπίδα στις νέες γενιές να κυνηγήσουν αυτό που θέλουν.


Το “Furiosa: A Mad Max Saga” κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από 30 Μαΐου 2024





