Κείμενο: Τώνια Καράογλου
«Απαλλαγμένος από κάθε ηθική επιστρέφω στη γη να επιτελέσω ένα καθήκον. Να γίνω ένα με τη σκληρή πραγματικότητα. Η εποχή που ανατέλλει είναι αμείλικτη. Και είμαστε μονάχα στην αρχή… Πρέπει να είσαι, οπωσδήποτε, στο πνεύμα της εποχής. Θα συνηθίσω…», Άρθουρ Ρεμπώ.
Τώρα που η λέξη βία έχει γίνει η «καραμέλα» των ημερών και οι συζητήσεις περί βίας δίνουν και παίρνουν (αφήνοντάς μας συχνά άφωνους με την ισοπεδωτική, απλοϊκή, ενίοτε και επικίνδυνη ρητορική τους) έρχεται μια παράσταση για να μας υπενθυμίσει, αν μη τι άλλο, ότι η βία είναι τόσο βαθιά συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση και τόσο άρρηκτα δεμένη με την εξουσία που καθίσται σχεδόν αρχετυπική. Ήδη από τον Αισχύλο, το Κράτος και η Βία εισήχθησαν στη σκηνή ως ήρωες-τιμωροί του ανυπάκοου, και γι’ αυτό επικίνδυνου για την παντοκρατορία του Δία, Προμηθέα, επεσήμανε ευστοχότατα ο Γιάννης Κακλέας στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε για το Κουρδιστό πορτοκάλι, που ανεβαίνει στο Θέατρο Αποθήκη.
Το Κουρδιστό πορτοκάλι, λοιπόν, ένας τίτλος που ίσως δε χρειάζεται συστάσεις. Ένας τίτλος όμως που έχει τόσο απόλυτα ταυτιστεί με την ομώνυμη ταινία του Stanley Kubrick (1971), ώστε να επισκιάζει το μυθιστόρημα (1962) του Anthony Burgess στο οποίο βασίστηκε και -πολύ περισσότερο- τη λιγότερο γνωστή θεατρική εκδοχή που έγραψε ο ίδιος ο Burgess λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία της ταινίας.
Αυτή η θεατρική εκδοχή ανεβαίνει για δεύτερη φορά σε ελληνική σκηνή (η πρώτη ήταν το 1991 από τον Δημήτρη Ποταμίτη) όχι για να αποδείξει την επικαιρότητα του έργου («να είναι ένα έργο επίκαιρο είναι το πιο εύκολο», σημείωσε ο Κακλέας στην ίδια συνέντευξη), αλλά για να εκθέσει επί σκηνής ένα πολυδιάστατο ζήτημα και να θέσει ερωτήματα. Η ιστορία είναι μάλλον γνωστή: ο νεαρός Άλεξ και η συμμορία του που διασκεδάζουν το χρόνο τους βιαιοπραγώντας σε ακραίο βαθμό -η σύλληψη του Άλεξ και η φυλάκισή του- η συμμετοχή του σε ένα ιατρικό πείραμα που θα τον «θεραπεύσει» από τη βίαιη συμπεριφορά του -η επακόλουθη μετατροπή του σε ένα άβουλο, κατακρεουργημένο ψυχικά και σωματικά ον- η ανάκληση της «θεραπείας» του, όταν διαπιστωθεί ότι ο «νέος» Άλεξ είναι εξίσου επικίνδυνος για τα συμφέροντα της κυβέρνησης όσο ο παλιός, βίαιος εαυτός του.
Είναι δύσκολο να συμπτύξει κανείς σε μερικές γραμμές το βάρος του Κουρδιστού πορτοκαλιού, τα θέματα που αγγίζει, τις ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους του. Αυτό που κυρίως αφοπλιστικά μας δείχνει το έργο είναι η ικανότητα του συστήματος να αυτοσυντηρείται με κάθε κόστος, φτάνοντας μέχρι την ολοκληρωτική απανθρωποποίηση. Διότι οι κρατούντες δεν ενδιαφέρονται για τη συμπεριφορά του Άλεξ σε ανθρώπινο επίπεδο, δεν αποζητούν την εξάλειψη των γενεσιουργών αιτιών της, ούτε επιδιώκουν τη λύτρωση που θα έφερνε στον ίδιο τον Άλεξ η πραγματική απαλλαγή από τα βίαια ένστικτά του· το σύστημα αποζητά μονάχα την καταστολή της συμπεριφοράς του. Και φυσικά, μας δείχνει την υποκρισία αυτού του συστήματος, από τη στιγμή που το ίδιο γεννά, αναπαράγει και επιστρέφει πολλαπλάσια μέσα από όλες του τις δομές (την Εκκλησία, τις κοινωνικές υπηρεσίες, την ιατρική επιστήμη, την πολιτική εξουσία) τη βία που καταδικάζει και τιμωρεί στο πρόσωπο του Άλεξ. Και έτσι το Κουρδιστό πορτοκάλι θέτει εντέλει ένα τεράστιο ζήτημα ηθικής φύσης για την εκμηδένιση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τη συνειδητή και ολότελα υπολογισμένη κατάχρηση κάθε είδους εξουσίας. Ο κόσμος του Κουρδιστού πορτοκαλιού είναι σάπιος, κάτι που στη θεατρική εκδοχή, χάρη στη σκηνική οικονομία, αναδεικνύεται ίσως πιο εύγλωττα απ’ ό,τι στην ταινία· όπως πιο εύγλωττα αναδεικνύεται και η πολιτική του ταυτότητα.
Αν λέχθηκαν όλα τα παραπάνω, δεν είναι γιατί «πρέπει» να γίνει μια εισαγωγή για το έργο, αλλά γιατί τα κατέδειξε άμεσα η σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Κακλέα. Κατ’ αρχήν, δεν επιχείρησε να μιμηθεί την pop, φουτουριστική αισθητική της ταινίας, αλλά -με τη συμβολή του Μανόλη Παντελιδάκη και της Μαρίας Καραπούλιου στα σκηνικά και τα κοστούμια, αντίστοιχα- μετέφερε επί σκηνής μια πιο σκοτεινή εικόνα. Αυτό δε σημαίνει ότι αναπαρέστησε σκηνές βίας με διάθεση ρεαλισμού, αλλά δημιούργησε τη ζητούμενη δραματική ατμόσφαιρα, εκμεταλλευόμενος τις θεατρικές συμβάσεις, την ελλειπτικότητα της σκηνικής εικόνας και τη δύναμη του σωματικού θεάτρου. Το Κουρδιστό πορτοκάλι έχει έναν υπόγειο λυρισμό, μια μουσικότητα που διαπερνάει σαν ρωγμή το βίαιο σύνολό του και που ενσωματώνεται με έντονη δραματικότητα μέσα από την παρουσία του Μπετόβεν και της Ενάτης Συμφωνίας του. Αυτή η μουσικότητα έγινε στα χέρια του Κακλέα εργαλείο για τη συνολικότερη θεώρηση της σκηνοθεσίας του, που στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο στη σωματικότητα της υποκριτικής ερμηνείας, τόσο που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς την παράσταση σε πολλά σημεία χορογραφημένη.
Οι οκτώ ηθοποιοί της παράστασης, υπό την καθοδήγηση του Άρη Σερβετάλη και του Δρόσου Σκώτη, επιδόθηκαν σε ένα σωματικό μαραθώνιο που προσέδωσε στην παράσταση μια ιδιαίτερη δραματική και αισθητική σφραγίδα, που κορυφώθηκε στη χρήση της αργής κίνησης. Απόλυτος κυρίαρχος στο σκηνικό σύνολο αποδείχθηκε ο Άρης Σερβετάλης στο ρόλο του Άλεξ, παίζοντας με κάθε μυ του σώματος και του προσώπου του. Ο Άλεξ του Κακλέα και του Σερβετάλη ήταν θύτης και θύμα ταυτόχρονα, μία ψυχή εγκλωβισμένη στα βίαια ένστικτά της αλλά και στα δίχτυα της εξουσίας, μια ψυχή καταραμένη στα χνάρια του Ρεμπώ, με τους στίχους του οποίου έκλεισε η παράσταση.
Το Κουρδιστό πορτοκάλι του Γιάννη Κακλέα είναι ένα θεατρικό γεγονός που συμπυκνώνει σε μιάμιση ώρα θεατρική και υποκριτική μαεστρία, μαζί με πολύ υλικό για σκέψη. Τόσο που σε ακολουθεί για μέρες μετά. Για όλα αυτά, για τη δύναμη του έργου, τη σκηνοθεσία του Κακλέα, την καθηλωτική ερμηνεία του Άρη Σερβετάλη, την αξία της προσφοράς ενός τέτοιου έργου ειδικά στις μέρες μας και ειδικά στο ετερόκλητο κοινό της Ελληνικής Θεαμάτων, η παράσταση θα πρέπει να συγκαταλεχθεί ήδη από τώρα στα «must see» της χρονιάς.
Και μία παρατήρηση: Η συνολικά εξαιρετική θεατρική εμπειρία θα ολοκληρωνόταν στο μέγιστο βαθμό, αν η ύλη του έντυπου προγράμματος σεβόταν τα χρήματα του θεατή και τηρούσε τις ίδιες επαγγελματικές προδιαγραφές με την παράσταση· ειδικά από τη στιγμή που αφορά ένα έργο με τόσο «ζουμί».
Η παράσταση Κουρδιστό πορτοκάλι ανεβαίνει στο Θέατρο Αποθήκη έως τις 13/4/2014.
