Ο έπαινος (για την πρόθεση και την τόλμη)
Πέντε χρόνια πριν, ο Τοντ Φίλιπς έφερε με τον πρώτο “Joker” κάτι εντελώς φρέσκο ως πρόταση. Πήρε μια εμβληματική φιγούρα της ποπ κουλτούρας και δη μια φιγούρα «κακού» και την χρησιμοποίησε αναποδογυρίζοντάς την, για να φτιάξει όχι μια ακόμη ταινία με υπερήρωες, αλλά μια ταινία πολύ πιο κοντά στον «Ταξιτζή» και στο «Βασιλιάς για Μια Νύχτα», παρά σε οποιαδήποτε εκδοχή του Mπάτμαν. Ο ως τότε δημιουργός κωμωδιών Τοντ Φίλιπς μας εξέπληξε πολλαπλώς, ενώ ο Χοακίν Φίνιξ έδωσε μια ερμηνεία – σημείο αναφοράς και βραβεύτηκε με ένα από τα πιο δίκαια όσκαρ της Ιστορίας.
Κι αφού αποφασίστηκε το σίκουελ, τρεις ήταν οι πιθανές εκδοχές του. Η πρώτη ήταν να συνεχίσει ο Φίλιπς λίγο πολύ στα ίδια μονοπάτια, κάτι που θα μπορούσε θεωρητικά να πάει πάρα πολύ καλά, αλλά απ’ το οποίο, όσο καλά και να πήγαινε, θα έλειπε πια το στοιχείο της έκπληξης και της φρεσκάδας, καθώς θα κινούνταν σε ασφαλές και δοκιμασμένο περιβάλλον. Η δεύτερη, αφού έχει πια διηγηθεί την ιστορία του ήρωά του, την ιστορία που μετέτρεψε τον Άρθουρ Φλεκ σε Τζόκερ, να δοκιμάσει να παρουσιάσει μια κάποιου τύπου σύγκρουση ανάμεσα στον Τζόκερ και τον Μπάτμαν, ή σε κάτι παρεμφερές, πολύ πιο κοντά στον Τζόκερ που ξέρουμε από τα κόμικ και το σινεμά, επιλογή όμως που όσο νόημα κι αν έβγαζε εμπορικά δεν θα πολυέστεκε δημιουργικά, αφού θα ακύρωνε όλο αυτό που έχτισε με τον “Joker”. Η τρίτη να δοκιμάσει πάλι κάτι διαφορετικό, να κάνει πάλι κάτι απρόβλεπτο, να φέρει μια καινούργια οπτική, μια καινούργια πρόταση.
Και το δοκίμασε. Και τι άλλο από μπράβο μπορεί να πει κανείς για την τόλμη του; Έτσι λειτουργούν οι αληθινοί δημιουργοί, εξερευνώντας, ρισκάροντας, πηγαίνοντας ακόμα πιο πέρα. Στο πρώτο ο Τζόκερ συναντά τον Σκορσέζε, στο δεύτερο ο Τζόκερ μπαίνει ντουέτο με την Χάρλεϊ Κουίν – Λέιντι Γκάγκα στα μιούζικαλ. Ένα ακόμα υβρίδιο.
Ωστόσο· ή, ακόμα καλύτερα, με κεφαλαία γράμματα: ΩΣΤΟΣΟ.
Ο ψόγος (για το αποτέλεσμα).
Ωστόσο, βρισκόμαστε -ή εν πάση περιπτώσει εγώ βρίσκομαι- ενώπιον αντικρουόμενων συναισθημάτων. Από τη μια δεν μπορώ παρά να εξάρω την καλλιτεχνική πρόθεση, απ’ την άλλη παρακολουθώντας το «Joker: Τρέλα για Δύο» έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται, να δυσανασχετεί, ενίοτε μέχρι και να κριντζάρει με την αποτυχία του αποτελέσματος. Αλλά επειδή ακόμα κι εδώ τα πράγματα δεν είναι μονοδιάστατα, πλησιάζοντας προς το τέλος, όταν και αρχίζουν να αποκαλύπτονται διαυγώς τα τελικά θέλω του Φίλιπς, λες, ναι, εδώ υπήρχε κάτι αξιόλογο να ειπωθεί. Γιατί η τόλμη του δεν περιορίστηκε στη φόρμα, αλλά και στο τι τελικά θέλησε να πει για τον ήρωά του, για την κοινωνία και την κουλτούρα. Δεν έχουμε ένα κενό παιχνίδι με τη φόρμα, μέσω του οποίου προσπαθεί να κρύψει το γεγονός ότι έχει στουμπώσει και δεν έχει κάτι καινούργιο να πει. Έχει και παραέχει. Αλλά το πρόβλημα -το μεγάλο πρόβλημα- είναι ότι φτάνει εκεί μέσω μιας ταινίας που δεν καταφέρνει να σε εμπλέξει, που σε κάνει να την παρακολουθείς και να λες γιατί μου φαίνονται όλα τόσο μη αληθινά, τόσο τεχνητά;
Και είναι απαραίτητο να κάνουμε την εξής βασική διάκριση: είναι ένα πράγμα η διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίωσης, μεταξύ αληθινού και κατασκευασμένου, για την οποία μιλάει κατά κόρον το «Joker: Τρέλα για Δύο», και κάτι τελείως διαφορετικό η αλήθεια των ίδιων των ηρώων και των όσων τους συμβαίνουν. Ο κόσμος μπορεί να είναι μια σκηνή, αλλά είτε πάνω στη σκηνή είτε κάτω απ’ τη σκηνή, είτε στην πραγματική τους ζωή είτε σε όσα φαντάζονται, οι ήρωες και τα διακυβεύματά τους πρέπει να μας ταράζουν και να μας δονούν, όπως άλλωστε το έκαναν κατά κόρον στην πρώτη ταινία.
Η πρώτη ταινία έπαιρνε στα σοβαρά τον εαυτό της. Η δεύτερη ταινία την έχει δει. Είναι ξιπασμένη. Pretentious που λέμε στα μέρη μας. Η πρώτη ήταν καθαρό αφηγηματικό αμερικάνικο σινεμά στην καλύτερη εκδοχή του. Που ό,τι είχε να πει το έλεγε μέσα από μια στιβαρή ιστορία. Εδώ ο Φίλιπς προσπαθεί να κάνει σινεμά δημιουργού, έχοντας μάλλον μπει σε μια φούσκα του μυαλού του ότι εδώ κάνουμε κάτι πάρα πολύ σπουδαίο, χωρίς όμως -όπως αποδεικνύεται- να διαθέτει την αντίστοιχη στόφα, χωρίς να καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αισθητικό περιβάλλον διαφορετικό, χωρίς να καταφέρει να μας βάλει σε έναν δικό του κόσμο, καταλήγοντας έτσι να αναπαράγει και να αναπαριστά τον «αντικειμενικό» κόσμο με τρόπο ανιαρό, άνευρο, μη πειστικό, μετέωρο, δήθεν.
Υπ’ αυτήν την έννοια, θεωρώ κι ότι τα τραγούδια είναι το μικρότερο πρόβλημα της ταινίας. Εμένα δηλαδή ούτε αυτά με έπεισαν, ούτε με αυτά συνδέθηκα, και έχουν ξεκάθαρα πολύ μικρότερο συναισθηματικό αντίκτυπο από ό,τι φανταζόταν ο Φίλιπς. Αλλά τουλάχιστον αυτά, έχοντας το άλλοθι είτε αυτής καθαυτής της φυγής από την πραγματικότητα, είτε της εκ των πραγμάτων προσωρινής αλλοίωσης των συστατικών της πραγματικότητας που υπάρχει σε κάθε μιούζικαλ, είναι λιγότερο ενοχλητικά, από αυτή την καρικατούρα δίκης, ή αυτήν την καρικατούρα τηλεοπτικής συνέντευξης, ή τελικά αυτήν την καρικατούρα της ζωής στην ψυχιατρική φυλακή, για να μην πούμε για τους προσχηματικούς ως ανύπαρκτους χαρακτήρες της Κάθριν Κινίαρ, του Στιβ Κούγκαν ή του Μπρένταν Γκλίσον (που δηλαδή πιάνεται η καρδιά σου αν σκεφτείς ότι η προηγούμενη ταινία του ήταν τα «Πνεύματα του Ινισέριν»),
Μπορεί και στο “Joker” να βλέπαμε το αποστεωμένο σώμα του Φίνιξ, αλλά το βλέπαμε σαν ιδανικό συμπλήρωμα της ερμηνείας του. Εδώ με το καλημέρα βλέπουμε από πίσω κι από ψηλά τις κλειδώσεις της ωμοπλάτης του να σχηματίζουν ένα παραμορφωμένο κορμί, κάπου μεταξύ παρωδίας ταινίας μετάλλαξης και πορνό της αποστέωσης. Λίγο μετά καπνίζει ένα τσιγάρο και η κάφτρα του έχει μήκος λες και το καπνίζει ο Λέσλι Νίλσεν στις «Τρελές Σφαίρες». Γιατί; Ακόμα και το animation στην αρχή, σου πετάγεται στα μούτρα, πριν προλάβεις να μπεις σε ένα κλίμα, λες και το κλίμα πρέπει να το κουβαλάς μέσα σου και δεν είναι υποχρέωση του σκηνοθέτη να στο υποβάλει.
Από την άλλη, ξανά: ωστόσο.
Παραταύτα ο έπαινος για την ουσία.
Τι είναι ο Άρθουρ Φλεκ; Ένας άνθρωπος σαν τόσους άλλους ανθρώπους; Ένας άνθρωπος με τόσο συνήθεις διαταραχές; Βυθισμένος σε μια χρόνια και βαθιά θλίψη, με αρρωστημένο ναρκισσισμό, χωρίς φίλους και εν τέλει με αδιαφορία για τα συναισθήματα των άλλων, για την επίπτωση των πράξεών του στις ζωές των άλλων; Είναι αυτό το γκρίζο ανθρωπάκι ή ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, εξαιτίας της ψυχωτικής εξόδου από τα μίζερα όρια του Άρθουρ και της μεταμόρφωσής του στον φανταχτερό, larger than life, δολοφονικό Τζόκερ;
Από το τι είναι ο Άρθουρ, από το τι θα αποφασίσει ο ίδιος ότι είναι, από τη σχέση που θα καταλήξει ότι θέλει να έχει με τον εαυτό του, με την αυτογνωσία του, με τις πράξεις του, με τις συνέπειές τους, με το παρελθόν του, από τον εαυτό που τελικά θα υιοθετήσει, θα κριθούν δύο ακόμα σχέσεις: η σχέση με μια γυναίκα που τον έχει ειδωλοποιήσει και ερωτευτεί και η σχέση με μια μερίδα της κοινωνίας και της κουλτούρας που τον έχει ειδωλοποιήσει και μετατρέψει σε σύμβολο.
Είναι η κουλτούρα των υπερηρώων (ή των ανταγωνιστών τους, μικρή διαφορά έχει, αφού μιλάμε και στις δύο περιπτώσεις για την κουλτούρα των ξεχωριστών), μια μοιρασμένη τρέλα; Αποφασίζω εγώ ότι είμαι κάποιος άλλος και αποφασίζει και το κοινό να με ειδωλοποιήσει; Είναι αυτή μια τρέλα ικανή για να μας οδηγήσει όλους μαζί στο ακαταλόγιστο; Έναν πολιτισμό στο ακαταλόγιστο;
Και τελικά μπορεί η απόφαση οποιουδήποτε μεμονωμένου ανθρώπου να είναι ισχυρότερη από το πνεύμα της εποχής του; Εξαρτάται από σένα αν θα υπάρχει Τζόκερ; Είναι – δεν είναι στο μυαλό σου, είναι πάντως στο χέρι σου; Αν εκεί έξω υπάρχει μια ανάγκη να καταναλώνονται υπερήρωες και αντιήρωες, εσύ τι άλλο μπορείς να κάνεις παρά να καβαλήσεις ένα κύμα και να του δώσεις προσωρινά μορφή;
Στο “Joker” ο Άρθουρ έβγαινε μέσα από μια κοινωνία σε αποσύνθεση. Όλοι τον είχαν προδώσει, πληγώσει, παρατήσει, κακοποιήσει, από το κράτος πρόνοιας ως την οικογένειά του. Στο «Joker: Τρέλα για Δύο» ο Φίλιπς τον βγάζει απ΄το κοινωνικό πλαίσιο και τον καλεί να αναλάβει την ατομική του ευθύνη. Aν η πρώτη ταινία ήταν το “That’s Life”, η δεύτερη είναι το “Τhat’s Entertainment”. Και ίσως εστιάζοντας τόσο στη μυθολογική, πλασματική, φαντασιωτική πλευρά της δημιουργίας και κατανάλωσης συμβόλων ως θεμελιώδους μέρους της κοινωνίας του θεάματος, ξεχνά κάτι από την ίδια την κοινωνία, ξεχνά δηλαδή κάτι από τον ίδιο της τον αρχικό εαυτό, ξεχνά ότι η ζωή, η καθημερινότητα, οι όροι της επιβίωσης παίζουν καθοριστικότατο ρόλο στο ποιες φυγές και διεξόδους θα αναζητήσουν οι άνθρωποι προκειμένου να αντιμετωπίσουν ψυχικά τις συνθήκες της υλικής τους διαβίωσης εντός ενός κοινωνικού συμβολαίου που είναι γεμάτο ρωγμές. Ακόμα κι έτσι όμως, όλα αυτά δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση προδοσία του πνεύματος της πρώτης ταινίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο μαζί της και ίσως και μια διαλεκτική μεταξύ τους σύνθεση.
Και τελικά τα (εντόνως) αντικρουόμενα συναισθήματα
Πόσο ενδιαφέρουσα λοιπόν η κατάληξη του «Joker: Τρέλα για Δύο», πόσο ενδιαφέρον αυτό που είχε τελικά να πει, πόσο όμως κάποιοι από εμάς σκυλοβαρεθήκαμε μέχρι να φτάσουμε εκεί, πόσο από την άλλη τόλμησε να μας το πει με τρόπο αντισυμβατικό, πόσο όμως την ίδια ώρα απέτυχε στον τρόπο του και το πείραμά του, πόσο μη αληθινά έμοιαζαν όλα όσο τα παρακολουθούσες, πόσο ακόμα κι έτσι τώρα που εκ των υστέρων τα σκέφτεσαι, μένει στο τέλος η αλήθεια όλων όσων προσπάθησε να δείξει για τον ήρωά της, τον μύθο του, την μυθοποίηση, την απομυθοποίηση κι εμάς ως καταναλωτές ηρώων, μύθων, μυθοποιήσεων κι απομυθοποιήσεων.


